ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ελπίζοντας μόνο στην «ανάσταση»

Τέρενς Ράτιγκαν
Ο Μεγάλος και ο Μικρός
Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής
Θέατρο Δημήτρης Χορν

Βασίλης Κατσικονούρης
Το Γάλα
Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης
Εθνικό Θέατρο

Εφόσον πιστεύετε γενικότερα στην Ανάσταση, τότε ενδεχομένως θα διαβάσετε και με κάποια δόση συγκατάβασης τα παρακάτω που αναφέρονται σε αθηναϊκές θεατρικές παραστάσεις οι οποίες είτε έχουν εκλείψει ή πνέουν τα λοίσθια.

Με τον θεατρικό πληθωρισμό που ενέσκηψε τα τελευταία χρόνια στην θεατρική μας πρωτεύουσα είναι πλέον από δύσκολο έως αδύνατο να παρακολουθεί κανείς -και να αξιολογεί- το τι γίνεται στην ελληνική σκηνή. Μοιραία λοιπόν ασχολίαστες έμειναν δύο σημαντικές εφετινές παραστάσεις – και ασφαλώς κοντά τους και πάρα πολλές άλλες. Η ελπίδα, πάντως, ότι οι -καλές- παραστάσεις μπορούν να επανεμφανιστούν, ν’ «αναστηθούν», μελλοντικά υπάρχει πάντα.

Πρώτα πρώτα είναι ο «Μεγάλος και ο Μικρός» του Βρετανού Τέρενς Ράτιγκαν, έργο σκηνοθετημένο -και παιγμένο- από τον Σταμάτη Φασουλή. Ομολογώ ότι ένας -ο κύριος- λόγος που ανέβαλα συνεχώς να το δω ταυτίζεται με όσα ανέφερε πριν από ένα χρόνο και ο συμπατριώτης του συγγραφέα, ο κριτικός της Daily Mail του Λονδίνου Κουέντιν Λετς: «Ο Τέρενς Ράτιγκαν; Μα δεν είναι εκείνο το ξεχασμένο απολίθωμα τής προ των «Οργισμένων νιάτων» εποχής»;

Ναι, αυτός ακριβώς είναι. Από την εποχή που ήμουν μαθητής στο Δημοτικό (στη δεκαετία του ’50) θυμάμαι τ’ όνομα και την μελαγχολικο-ρομαντική του «Βαθιά, γαλάζια θάλασσα» με τους οιονεί θρυλικούς μας Λαμπέτη – Χόρν – Παππά.

Ο Βρετανός Ράτιγκαν ήταν αυτός που «ως Γάλλος βουλεβαρδιέρης» συνέγραφε την εποχή εκείνη. Και δεν άντεξε τον μεταπολεμικό μοντερνισμό. Κι όμως, το «Ο Μεγάλος και ο Μικρός» (1963) γραμμένο ένα χρόνο αφού διαγνώστηκε ότι πάσχει από λευχαιμία, δηλαδή όταν είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση και προφανώς λύθηκε κι η πένα του, έχει στοιχεία ολότελα σημερινά. Ενας κυνικός μεγαλοεπενδυτής δεν διστάζει μέχρι και να «πλασάρει» τον ιδεαλιστή γιο του για τα άνομα χρηματιστηριακά του κόλπα.

Κοντά στο σήμερα

Ενδιαφέρουσα η πλοκή, η οποία ήρθε ακόμα πιο κοντά στον σημερινό θεατή χάρη σε μιαν εύστοχη μετάφραση και σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή. Μία από τις καλύτερες και πιο σβέλτες δουλειές του Φασουλή μέχρι σήμερα. Και ο ίδιος αστράφτει στον κωμικοτραγικό ρόλο του απατεώνα – χρηματιστή και απατεώνα – πατέρα. Οπως ο Ρουμάνος αδίστακτος καταφερτζής Γκρέγκορ Αντονέσκου, τον οποίο υποδύεται, δεν γνωρίζει να ξεχωρίσει τα γνήσια αισθήματά του από τα πολλά επαγγελματικά του προσωπεία -ακόμα και στις περιπτώσεις δεσμών αίματος- έτσι και ο χαρακτήρας που χτίζει ο Φασουλής στη σκηνή, δεν ζητιανεύει ούτε μια στιγμή τη συμπάθεια του κοινού. Πιστεύω ότι είναι ο καλύτερος ρόλος ενός έτσι κι αλλιώς καλά ωριμασμένου ηθοποιού. Στην καλύτερη στιγμή του -απ’ όσο τουλάχιστον τον έχω δεί στη σκηνή- είναι και ο Σταύρος Ζαλμάς ο οποίος κατορθώνει κάτι σπάνιο: να «παίζει» σωστά ακόμα κι όταν απλώς βρίσκεται βουβός στη σκηνή.

«Τhe boy» (το έργο λέγεται «The Man and the Boy», ένας σημαδιακά κωδικοποιημένος τίτλος, ειδικά για την κλειστή αγγλοσαξονική κοινωνία των ομοφυλοφίλων των μεταπολεμικών δεκαετιών, μια κοινωνία στην οποία ανήκε και ο συγγραφέας) ήταν ένας πειστικά πάναγνος Μέμος Μπεγνής. Η «σόου-μπίζνες» κοπέλα του (Μαριάννα Πολυχρονίδη) έλαμπε με μιαν αφελή πονηριά στο ρόλο της. Εκείνη όμως που εντυπωσίασε με τις απολαυστικές λεπτομέρειες τις οποίες κέντησε πάνω στον ματαιόδοξο χαρακτήρα της μητριάς, ήταν η Μάντυ Λάμπου. Περισσότερο τύποι παρά χαρακτήρες οι διασκεδαστικοί σ’ όσα εκτελούσαν Χρήστος Σιμαρδάνης και Σταύρος Νικολαΐδης έδωσαν τους τόνους της φάρσας που συνυπάρχει στο έργο. Είναι πάντοτε τόσο αποφασιστική η δουλειά ενός φωτιστή (στην περίπτωσή μας η πέραν συναγωνισμού Ελευθερία Ντεκώ) ώστε να μπορεί να οδηγήσει ένα καλό σκηνικό (εδώ ο Γιώργος Γαβαλάς) στην απογείωσή του. Η παράσταση έχει πλέον σταματήσει. Οι ελπίδες για μια νεκρανάστασή της πάντως ισχύουν.

Είχα ακούσει τόσα πολλά για «Το Γάλα» του Βασίλη Κατσικονούρη στο Εθνικό Θέατρο. Δεν τρελάθηκα βλέποντάς το. Αναμφίβολα η υπερβολικά κινητική (οι χαρακτήρες επιμένουν να ανεβοκατεβαίνουν στα τραπέζια δίχως εμφανή λόγο) παράσταση είναι κατά πολύ καλύτερη από το έργο. Η νεο-νεο-εξπρεσσιονιστική σκηνοθεσία είναι του Νίκου Μαστοράκη, ο οποίος ανατρέπει -και πολύ καλά κάνει- τον έντονα νεο-ρεαλιστικό χαρακτήρα του κειμένου ανακατεύοντας παρελθόν και παρόν, αλήθεια και φαντασία, ρεμβασμό και ψυχασθένεια.

Στο επίκεντρο του έργου, ξεριζωμένοι μετανάστες οι οποίοι δεν ανήκουν πουθενά. Σίγουρα συμπτωματικά υπάρχει εδώ μια μακρινή πνευματική συγγένεια μ’ ένα σύγχρονο ρώσικο θεατρικό έργο (το λένε «Μαύρο Γάλα», είναι του Βασίλη Σιγκάρεβ και μεγάλη επιτυχία τα τελευταία χρόνια) όπου κι εκεί περιγράφεται η σκληρή ζωή ανθρώπων που ζουν στο σημερινό περιθώριο.

Οι ερμηνείες

Ο Βασίλης Κατσικονούρης δίνει γενναιόδωρες ευκαιρίες στους ηθοποιούς του για να αναπτύξουν λίαν εκδηλωτικούς χαρακτήρες. Και στην συγκεκριμένη περίπτωση και οι τέσσερις που υποδύονται τα πρόσωπα του «Γάλακτος» εκμεταλλεύονται τις προσφορές αυτές στο έπακρο. Και το κάνουν με γνώση και ικανότητα. Η Μάνια Παπαδημητρίου, ως μάνα, επιτυγχάνει να αποφύγει σε μεγάλο βαθμό όλες τις νάρκες με γόμωση καρατερισμού που την περιμένουν στη γωνία, και έτσι να βγει τελικά σώα στην επιφάνεια. Η Μαρία Παπαστεφανάκη, στον χαρακτήρα μιας κόρης ευκατάστατου βενζινά που σπουδάζει θεολογία επειδή «εκεί μπήκε», κι έχει απλά όνειρα για μια ομαλή οικογενειακή ζωή, παρουσιάζει τη διακριτική εικόνα της μέσης σημερινής κοπέλας από συνοικία. Ο Κωνσταντίνος Παπαχρόνης κουβαλάει πάνω του ένα ρόλο μπαρούτι. Είναι ο ξεριζωμένος νεολαίος ο οποίος επιπροσθέτως υποφέρει και από ψυχικές ασθένειες. Υπερεκδηλωτικός στις πολυποίκιλες εκφάνσεις του «Λευτέρη», ο Παπαχρόνης είναι ζαλιστικός στον ορμητικό του χείμαρρο της σκηνικής του έκφρασης. Περισσότερο ψύχραιμα συγκροτημένος -και αναμφίβολα ο καλύτερος μιας ξέχειλης παράστασης- είναι ο Γιάννος Περλέγκας που κρατάει ισορροπίες επιτήδειου παγοδρόμου σ’ ένα ρόλο ο οποίος κινδυνεύει διαρκώς να γκρεμοτσακιστεί σε χαντάκια λαϊκισμού και υπερβολής. Στα πολύ θετικά της παράστασης και η εφιαλτικά κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που δημιούργησε εικαστικά η Εύα Μανιδάκη με τα σκηνικά και τα κοστούμια της. Ασφαλώς δίχως τους λίαν βοηθητικούς φωτισμούς της Κατερίνας Μαραγκουδάκη μία παρόμοια ατμόσφαιρα δεν θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί.

Δύο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες παραστάσεις, που εύχομαι να «αναστηθούν».