ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Προσωπα

Πάντα υπάρχουν καλές αφορμές για να ξετυλίξει κάποιος τις σκέψεις του πάνω σε θέματα που δεν αφορούν μόνον εκείνον, αλλά ταλανίζουν μέχρις εσχάτων -κι ας μην το ομολογεί- όλους μας. Παρακολουθώντας φευγαλέα την τηλεοπτική εκπομπή «Εχει Γούστο» της Μπήλιως Τσουκαλά στην ΕΤ1, έπιασα τη λέξη «φιλία» να διαχέεται στην ατμόσφαιρα μέσα από τη συζήτηση που η οικοδέσποινα είχε ανοίξει με τον συγγραφέα Βαγγέλη Ραυτόπουλο. Στο επίκεντρο της συζήτησης, βεβαίως, ήταν το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα «Φίλοι», όπου μέσα από τη διαδρομή τριών φίλων που ξεκίνησε στη δικτατορία και φτάνει στις μέρες μας επιχειρείται μια τρυφερή όσο και σκληρή προσέγγιση στο κεφάλαιο «φιλία».

Κι εκεί που ο κάθε τηλεθεατής πίστευε ότι η παρουσίαση του βιβλίου είχε προβλητικό της δουλειάς του συγγραφέα χαρακτήρα -και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;- εκεί, λοιπόν, άνοιξε η κουβέντα ανάμεσα στην Μπήλιω και το Ραυτόπουλο για το κατά πόσον οι σημερινές συνθήκες ζωής επιτρέπουν να διατηρούνται ή να δημιουργούνται φιλίες, σαν αυτές που όλοι στο παρελθόν έχουμε ζήσει. Φιλίες που προϋποθέτουν συλλογικότητα, επικοινωνία και ενδιαφέρον περίσσιο για τους συντελεστές τους.

Δύσκολες οι απαντήσεις. Αν το καλοσκεφτούμε, ο καθένας από μας έχει κάτι να πει για φιλίες που ατόνησαν, για φιλίες που στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης έδειχναν αυθεντικές, τότε που όλοι αισθανόμασταν δυνατούς τους κτύπους της καρδιάς για μεγάλα οράματα και μεγάλες επιδιώξεις. Και τότε, αν θυμάστε καλά, κανείς δεν είχε διανοηθεί ότι τα μεγάλα πράγματα θα προωθούνταν χωρίς το δέσιμο των ανθρώπων μεταξύ τους, τη βαθιά αξεπέραστη φιλία. Σήμερα, ο χρόνος έχει συμβάλει στο να εξανεμιστεί εκείνο το κλίμα. Ο σύγχρονος άνθρωπος γίνεται όλο και πιο ανθεκτικός στις φιλικές προκλήσεις, περιχαρακώνεται σε σημείο προκλητικό, απορρίπτει τον άλλον με φοβερή ταχύτητα και γι’ αυτή τη συμπεριφορά του έχει ως μόνιμη επωδό την έλλειψη εμπιστοσύνης και την υπεραπασχόληση. Εγωκεντρικός, περιχαρακωμένος και με σαφείς πλέον ατομικιστικές αντιλήψεις εξαντλεί την έννοια της φιλίας σε επιφανειακές και με ημερομηνία λήξης κοινωνικές σχέσεις. Θα έχετε όλοι πιάσει τον εαυτό σας να λέτε, «α, ναι, έχω πολλούς γνωστούς, αλλά φίλους, ε, εντάξει…».

Οι συντελεστές της εκπομπής «Εχει Γούστο» συμφώνησαν στο ότι οι ρυθμοί διαβίωσης είναι τόσο γρήγοροι, ώστε ο άνθρωπος έχει ελάχιστες δυνατότητες να ξανοιχτεί και να πειραματιστεί. Πιεζόμενος υπερβολικά προκειμένου να αντεπεξέλθει σε χιλιάδες μικρές δοκιμασίες, τις οποίες εν πολλοίς ο ίδιος δημιούργησε, θέλοντας να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας, οπαδός του φαίνεσθαι κι όχι του είναι, φροντίζει να επιδίδεται σε αγώνα δρόμου επαγγελματικής ανέλιξης σε τέτοιο βαθμό, ώστε η έννοια «φιλία», ποδοπατημένη από τον ανταγωνισμό, να ηχεί εξωπραγματική. Μια έννοια που την εντοπίζει κανείς πιο εύκολα σε παλιά βιβλία, αλλά δεν θέλει να τη βιώσει. Που την ακούει μέσα από αφηγηματικές συζητήσεις γηραιών κυριών, αλλά απορεί. Που την οσφραίνεται μέσα από επετειακές εκπομπές της τηλεόρασης, όπου παλιοί αγωνιστές ανατρέχουν στις «στιβαρές» φιλίες που δημιουργήθηκαν μέσα από κοινές αγωνίες μιας άλλης νιότης, αλλά τους αποδίδει γραφικότητα. Σήμερα αποφεύγουμε ακόμη και να μιλάμε στους γείτονες, πόσω μάλλον να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα.

«Μιλάτε στους διπλανούς σας», ήταν ένα από τα συνθήματα που κυριαρχούσαν στο Παρίσι τον Μάη του ’68, μας θυμίζει ο Κορνήλιος Καστοριάδης στο βιβλίο του «Η Ανοδος της Ασημαντότητας». (Ενας φίλος μού πρότεινε το βιβλίο και με τη σειρά μου σας το προτείνω ανεπιφύλακτα, είναι πηγή γνώσης). Μέσα από το κίνημα εκείνου του Μάη συντελέστηκε μια καταπληκτική κοινωνικοποίηση, έστω κι αν ήταν τελικά παροδική. Οι άνθρωποι αναζητούσαν τη ζέστη και τη μυρωδιά του άλλου. Διακατέχονταν από τις ίδιες διαθέσεις: απέρριπταν την κενή ασημαντότητα και την πομπώδη βλακεία και ποθούσαν μεγαλύτερη ελευθερία για τον καθένα και για όλους. Γύρευαν την αλήθεια και την ελευθερία, γύρευαν όμως και την κοινότητα… αυτήν που προϋποθέτει τη συλλογικότητα και τη φιλία. (Ο Κορνήλιος Καστοριάδης θεωρεί, όμως, ότι ο Μάης του ’68 ήταν η απαρχή, η προετοιμασία του σύγχρονου ατομικισμού, του ηδονιστικού εγωισμού).

Σήμερα η έννοια της συλλογικότητας έχει αμβλυνθεί και ο ατομικισμός αποτελεί την κορωνίδα του συστήματος. Πώς να αντέξει λοιπόν η φιλία; Κάποιοι καλύπτουν τα κενά συνωστιζόμενοι σε γραφεία ψυχολόγων, κάποιοι άλλοι σε ινστιτούτα καλλωπισμού. Κάνουν γιόγκα μετά μανίας (και τους ζηλεύω), κτυπιούνται ώρες πάνω σε διάφορα όργανα (και πάλι τους ζηλεύω), λοξοκοιτούν τους συναθλητές τους, καταγράφουν τον τρόπο που κινούνται, το τι φοράνε, το πώς γέρνουν το σώμα ή το κεφάλι, το πώς πίνουν στο διάλειμμα την πορτοκαλάδα (Δεν τους ζηλεύω). Ρουφούν σαν άλλο φρεντοτσίνο τις συμβουλές των περιοδικών ποικίλης ύλης, εκεί όπου η γυναίκα είναι αποδεκτή μόνον αν έχει συγκεκριμένες αναλογίες. Ξέρετε, τωρα, ποιες. (Τελευταία εν όψει καλοκαιριού τις μελετώ μετά μανίας).

Για να σοβαρευτούμε όμως, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι νέοι άνθρωποι, λάτρεις της τεχνολογίας, λάτρεις όμως και της ήσσονος προσπάθειας -οι φιλίες έχουν ζόρι- στρέφονται προς την απρόσωπη ηλεκτρονική επικοινωνία, τα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία. Στις ΗΠΑ μάλιστα αναπτύσσεται ραγδαία ο κλάδος της on line ψυχοθεραπείας (e-therapy). Λογικό, από τη στιγμή που εξέλιπε ο κολλητός ο φίλος, η κολλητή αν και κουτσομπόλα γειτόνισσα.

Και εν μέσω αυτής της απαξίας μιας αρετής, όπως ήταν η φιλία για τον αρχαιοελληνικό κόσμο, (κατά τον Πυθαγόρα, ο φίλος είναι ο άλλος μας εαυτός και μοιράζεται μαζί μας την αυτή ψυχή), αυξάνονται διεθνώς οι πωλήσεις βιβλίων που καταπιάνονται με την ευτυχία. Πανζουρλισμός πραγματικός και αναζήτηση αντιδότου. Οι Εργατικοί στη Βρετανία έχουν τον δικό τους γκουρού της ευτυχίας (η ευτυχία γι’ αυτόν είναι συνδεδεμένη βεβαίως με την οικονομική ευμάρεια), ενώ στο Μπι Μπι Σι προβάλλεται «Η Φόρμουλα της Ευτυχίας»…

«Απ’ όλα τα αγαθά που μας παρέχει η σοφία για τη διασφάλιση μιας ευτυχισμένης ζωής, το μεγαλύτερο είναι η απόκτηση φίλων», έλεγαν οι επικούρειοι φιλόσοφοι, αλλά ποιος έχει πια χρόνο γι’ αυτούς. Κι αν κάποια στιγμή μας κεντρίζουν το ενδιαφέρον, είναι η αυξανόμενη ασημαντότητα του κοινωνικού περιβάλλοντος που μας κάνει να μη μιλάμε για τα παλιά τα αποφθέγματα.

Προφανώς επανακαθορίζουμε τις συντεταγμένες ζωής. Προσαρμόζουμε τη σκέψη μας και τη συμπεριφορά μας στα δεδομένα του σύγχρονου κόσμου και αναζητούμε νέους κανόνες για το ευ ζην. Κανείς, ωστόσο, δεν μπορεί ακόμη να πει αν θα παρασύρουμε μαζί μας στο μέλλον τη λησμονημένη συλλογικότητα και τη βαθιά έννοια της φιλίας που την περιβάλλει.