ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ανοιχτές πληγές από την εποχή του Εμφυλίου

Θανάσης Σκρουμπέλος

Βella Ciao

εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 376

Στην κλασική πια μελέτη της «Οι Εσατζήδες» (Κέδρος, 1976), η ιστορικός Μαρία Δαράκη-Μάλλε αναφέρει ότι κατά τις δίκες των βασανιστών της χούντας, όταν κάποιοι από τους μάρτυρες κατηγορίας τόλμησαν να κάνουν την παραμικρή νύξη για σεξουαλικές κακοποιήσεις στα κελιά της ΕΑΤ/ΕΣΑ, τόσο ο επίτροπος όσο κι ο πρόεδρος του στρατοδικείου δεν θέλησαν «ν’ ακούσουν κουβέντα «περί σεξ»». H συγγραφέας σχολιάζει ότι «αυτός ο περίεργος νοικοκυρίστικος καθωσπρεπισμός στέρησε τη διαδικασία απ’ όλες τις σχετικές πληροφορίες», κι όταν τέθηκε ξανά το ίδιο ζήτημα από άλλον μάρτυρα, η έδρα έθεσε τέλος λέγοντας: «Ολο για πορνό θα μας μιλάτε εδώ μέσα;». Σημείωση: η ιδιαίτερη ευαισθησία σχετικά με τις αποκαλύψεις περί σεξουαλικών κακοποιήσεων αφορούσαν κυρίως τις περιπτώσεις εκείνες όπου τα θύματα ήταν άνδρες. H σκοτεινή αυτή πτυχή παρέμεινε σκοτεινή κι ας έχουν περάσει τρεις δεκαετίες από τότε.

Ανάλογες περιπτώσεις σεξουαλικών κακοποιήσεων, και μάλιστα σε βάρος παιδιών, φαίνεται ότι υπήρξαν και στην πολύ πιο άγρια -και πιο μακρινή- περίοδο του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Και εδώ, πέρα από μαρτυρίες, η ιστοριογραφία δεν έχει να προτάξει κάτι επίσημο και δεδομένης της λεπτότητας του ζητήματος, η παράμετρος αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται πάντα υπόψη. Φυσικά, σε κάθε πόλεμο, η σεξουαλική κακοποίηση, ειδικά των αμάχων αλλά και στρατιωτών, είναι μια θλιβερή πραγματικότητα: χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο πρόσφατος γιουγκοσλαβικός εμφύλιος και οι ακρότητες στις φυλακές Αμπού Γκράιμπ του Ιράκ, όπου παρατηρήθηκαν και εκεί περιπτώσεις σεξουαλικής βίας.

Σε ό,τι αφορά τον δικό μας εμφύλιο σπαραγμό, εκτενείς αναφορές σε βιασμούς ανηλίκων στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης (όπου ήταν συγκεντρωμένα άστεγα και ορφανά παιδιά εξαιτίας του Εμφυλίου πολέμου, γόνοι αριστερών οικογενειών – άρα στιγματισμένα) κάνει στο βιβλίο του «Το παιδομάζωμα και ποιοι φοβούνται την αλήθεια» (Σύγχρονη Εποχή, τρίτη έκδοση 2004) ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Δημήτρης Σέρβος, με πλήθος ντοκουμέντων που σοκάρουν. Το βιβλίο του όμως είναι μια καταγγελία και όχι ιστοριογραφική μελέτη.

Τραυματικό παρελθόν

Πάντως, επίσημες καταγγελίες για τέτοια εγκλήματα είχαν δημοσιευθεί και εκείνη την εποχή σε διάφορες εφημερίδες. Αυτές ακριβώς τις καταγγελίες περιλαμβάνει σε ειδικό παράρτημα στο τέλος του μυθιστορήματός του «Bella Ciao» ο σεναριογράφος και συγγραφέας Θανάσης Σκρουμπέλος (γεν. το 1944). Θέμα του βιβλίου του είναι ακριβώς αυτό: το σκοτεινό παρελθόν δύο αγοριών που βιάστηκαν στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης από τους διαβόητους «μπόκους».

Ξανασυναντιούνται έπειτα από δύο περίπου δεκαετίες στην Αμερική, μετανάστες πια – με τη διαφορά ότι το ένα από τα δύο παιδιά έχει διαγράψει από τη μνήμη του τα τραυματικά γεγονότα των πρώτων οκτώ χρόνων της ζωής του. Θα ξαναθυμηθεί τι του είχε συμβεί μέσα από την αφήγηση-συνέντευξη του έτερου θύματος, το οποίο, όχι μόνο δεν ξέχασε αλλά, σκληραγωγημένο από τις ακραίες συνθήκες της εποχής, φροντίζει ώστε να πάρει εκδίκηση μέσα από τον φρικτό θάνατο των τριών βασανιστών τους. Βεβαίως, το ζήτημα, όπως το πραγματεύεται ο συγγραφέας, δεν είναι τόσο η εκδίκηση όσο η κάθαρση των τυραννισμένων ψυχών των παιδιών.

Ο Θ. Σκρουμπέλος δεν είναι ο πρώτος που καταπιάνεται μυθοπλαστικά με το καυτό αυτό θέμα. Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Βασίλης Μπούτος είχε εκδώσει το μυθιστόρημά του «Τα δάκρυα της βασίλισσας» (Νεφέλη), όπου και εκεί βιάζεται ένα αγόρι σε μια παιδούπολη στην Αρτα, για να συναντήσει τον βιαστή του σαράντα χρόνια αργότερα και να επέλθει, αρκετά αβασάνιστα, τόσο δραματουργικά όσο και σε επίπεδο αληθοφάνειας, η συμφιλίωση. Μόνο που στην περίπτωση του Μπούτου το περιστατικό παρουσιάζεται σαν κάτι μεμονωμένο και αποτελεί μια παρεκτροπή εκ μέρους του δράστη, τον οποίο κατατρώγουν ενοχές.

Στο «Bella Ciao» δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Οι βασανισμοί και οι μαζικοί βιασμοί αποτελούν καθημερινό φαινόμενο, φτάνοντας μάλιστα και στον φόνο. O Θ. Σκρουμπέλος αντιλαμβάνεται ότι έχει στα χέρια του εκρηκτικό υλικό και πολύ σκληρό θέμα, που θυμίζει την ταινία «Sleepers». Γι’ αυτό και δεν προσπαθεί να «λειάνει» τα πράγματα (τάση έντονη στον B. Μπούτο), ωστόσο, αποδυναμώνει σε μεγάλο βαθμό τις περιγραφές του με την αλόγιστη χρήση επιθέτων, προσπαθώντας να δώσει έμφαση στη φρίκη του πράγματος, τη στιγμή που τα ίδια τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Στην προσπάθειά του να φορτίσει ένα ήδη φορτισμένο σκηνικό, αφυδατώνει το ίδιο το υλικό, απηχώντας τον μελοδραματικό και πυκνό σε κοινοτοπίες λόγο των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων.

Το εύρημα της αμνησίας

Από την άλλη πλευρά, ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει τον αφηγηματικό του ιστό αποσπά την προσοχή του αναγνώστη, ενώ οι πετυχημένοι του διάλογοι (πολύ πιο ρεαλιστικοί από τις περιγραφές) μαρτυρούν, ίσως, την πείρα του στο σενάριο.

Σημαντικό ρόλο παίζει επίσης το εύρημα της αμνησίας των πρώτων οκτώ χρόνων του αφηγητή, στοιχείο που βρίσκεται στο επίκεντρο της πλοκής του βιβλίου. Εύρημα που συναντήσαμε και σε μια αμερικανική ταινία του Γκρεγκ Αράγκι με τίτλο «Ανοιχτή πληγή» (2004), βασισμένη στο μυθιστόρημα του Σκοτ Χάιμ, όπου και εκεί θέμα είναι η σεξουαλική κακοποίηση μικρών αγοριών από τον γυμναστή τους. Και στην ταινία, το ένα από τα δύο παιδιά υποφέρει από κενό μνήμης. Μόνο η συνομιλία του με έναν παλιό του συμμαθητή θα τον ξανακάνει να θυμηθεί και να διώξει τους παλιούς του δαίμονες. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο «Bella Ciao». Ευτυχής σύμπτωση…