ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δύο αιώνες ιστορίας του ελληνικού Τύπου

O ελληνικός Τύπος -1784 ώς σήμερα. Ιστορικές και θεωρητικές προσεγγίσεις. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 23-25 Μαΐου 2002». Επιμέλεια: Λουκία Δρούλια. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα 2005, σελ. 605.

O ελληνικός Τύπος -1784 ώς σήμερα. Ιστορικές και θεωρητικές προσεγγίσεις. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 23-25 Μαΐου 2002». Επιμέλεια: Λουκία Δρούλια. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα 2005, σελ. 605.

Δεν είναι απλώς πολύ δύσκολο, είναι ανέφικτο να συνοψιστεί, και μάλιστα κάπως δίκαια, το περιεχόμενο ενός τόμου εξακοσίων σελίδων, οι οποίες φιλοξενούν και αναδεικνύουν το πλουσιότατο υλικό ενός τριήμερου διεθνούς συνεδρίου με θέμα την παρουσία και την εξέλιξη του ελληνικού Τύπου στη διάρκεια δύο αιώνων περίπου, από το 1784 και έπειτα. Το 1784 επελέγη ως χρονολογία έναρξης επειδή τότε εκδόθηκε στη Βιέννη η πρώτη ελληνική εφημερίδα, της οποίας ωστόσο δεν σώθηκε κανένα αντίτυπο και ούτε καν ο τίτλος της δεν μαρτυρείται. «Ορόσημο και απαρχή του ελληνικού Τύπου», πάντως, όπως σημειώνει στην εισήγησή της η ιστορικός Αικατερίνη Κουμαριανού, είναι ένα άτιτλο «μικρόσχημο, τετρασέλιδο, δίστηλο έντυπο» που εκδόθηκε στη Βιέννη στις 31 Δεκεμβρίου του 1790, εγκαινιάζοντας «τον «βασιλικό» δρόμο» της ελληνικής δημοσιογραφίας».

Ημερολόγια εκστρατείας

Συνειρμικά, διά του ήχου τους, οι λέξεις «βασιλικός δρόμος» μάς παραπέμπουν στις «βασιλείους εφημερίδας», που, με αρκετές παραχωρήσεις, θα μπορούσαμε να τις θεωρήσουμε απαρχή των απαρχών της δημοσιογραφίας και μάλιστα της ελληνικής. «Εφημερίδες» ονομάζονταν βέβαια, στην πραγματικότητα ωστόσο ήταν κάτι σαν ημερολόγιο εκστρατείας, όπου καταγράφονταν τα συμβάντα της πολεμικής πορείας του Αλεξάνδρου στην Ασία· στο «συντακτικό προσωπικό» ανήκε και ο Καλλισθένης, ανιψιός του Αριστοτέλη. Επειδή όμως δεν εξυμνούσε πρεπόντως τους άθλους του στρατηλάτη, ο Αλέξανδρος (υλοποιώντας με προφητική ικανότητα ό,τι αιώνες αργότερα έγραψε σατιρικά ένας άλλος Αλέξανδρος, ο Σούτσος, δηλαδή «είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον μη γράψεις»), φυλάκισε εντός κλωβού τον -ούτως ειπείν- πρόγονο της ελευθεροτυπίας.

Αν μετράω σωστά, 72 μελετητές καταπιάστηκαν διεξοδικά και μεθοδικά με πάμπολλες πτυχές της ιστορίας του ελληνικού Τύπου, είτε στη χώρα μας εκδιδόταν είτε στην αλλοδαπή. «Φυσικά δεν καλύπτονται όλες οι πλευρές· θα ήταν άλλωστε ουτοπικό, αν όχι αλαζονικό, να επιζητούσαμε κάτι τέτοιο σε δυόμισι μέρες εργασίας», υπογραμμίζει στην εισαγωγική της ομιλία η Λουκία Δρούλια, ομότιμη διευθύντρια Ερευνών του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών και επιστημονική υπεύθυνη του προγράμματος «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 1784-1974», καρπό του οποίου αποτέλεσε και το συνέδριο. Μολαταύτα, πάρα πολλοί σταθμοί της πορείας του ελληνικού Τύπου φωτίζονται πλήρως, ιδιαίτερα όσοι εμπεριέχονται στη μακρά «χάρτινη» περίοδό του· η μετατόπιση από το χαρτί στη φωνή (τη ραδιοφωνία δηλαδή) και από κει στο γυαλί, η μετατόπιση δηλαδή από τη γραφή στον ήχο και εκείθε στην εικόνα, θα απαιτούσε πολλά επιπλέον συνέδρια, κυρίως δε, θα απαιτούσε την έντιμη αποδοχή από την πλευρά του δημοσιογραφικού σώματος ότι το πάλαι ποτέ λειτούργημά του δεν είναι παρά ένα επάγγελμα φθαρμένο αλλά και φθοροποιό και αδιαλείπτως αυτοδιαβαλλόμενο, έτσι όπως καταχρηστικά και αλαζονικά ασκεί την τέταρτη εξουσία του.

Ολα τα είδη εντύπων

Εξετάζονται λοιπόν, άλλοτε εκτενέστερα και άλλοτε συνοπτικότερα, ο οικονομικός και ο θρησκευτικός Τύπος, ο περιοδικός, λογοτεχνικός και μη, ο ξενόγλωσσος Τύπος με εκδοτική έδρα την Ελλάδα (εβραϊκός και τουρκόφωνος), ο παράνομος Τύπος της Κατοχής και της Αντίστασης, ο κυπριακός Τύπος, ο Τύπος της περιφέρειας αλλά και ο εξωελλαδικός της Διασποράς και της ομογένειας (στις ΗΠΑ, την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Νότια Αφρική, τη Βουλγαρία, την Αλβανία, την Πόλη και τη Σμύρνη). Διερευνώνται επίσης η γλώσσα των εφημερίδων (ας θυμίσω εδώ τον τόμο «Δημοσιογραφία και Γλώσσα» που εξέδωσε το 2001 το Μορφωτικό Ιδρυμα της ΕΣΗΕΑ, με τα πρακτικά ομότιτλου συνεδρίου), η εξέλιξη της ειδησεογραφίας, η εικονογράφηση των εφημερίδων, η πρώτη σελίδα και η λογική της κατασκευής της, η σκιτσογραφική και γελοιογραφική παρουσία.

Το τελευταίο αυτό κεφάλαιο επιδέχεται, αν δεν απαιτεί, ευρύτερη ανάλυση, ενώ ωφέλιμο θα ήταν ένα εργαστήριο για τον αθλητικό Τύπο, ώστε να καταδειχθεί η συμβολή του τόσο στην προαγωγή ενός ιδιότυπου λαϊκισμού, βαθιά χρωματισμένου όσο και στην εξέλιξη της δημοσιογραφικής γλώσσας, αφού πολλά από τα αθλητικογραφικά λεκτικά ευρήματα μετατοπίζονται γρήγορα στις σελίδες του πολιτικού Τύπου, ο οποίος ολοένα και συχνότερα παράγει τους τίτλους του με την τεχνική του λογοπαιγνίου, έστω κι αν ενίοτε ο σκοπούμενος εντυπωσιασμός θύει το νόημα.

Σχέση με λογοτεχνία

Ωφέλιμη θα ήταν επίσης η προσέγγιση της σχέσης δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας και από μία άλλη οδό, πέραν εκείνης που γόνιμα ακολουθεί η φιλόλογος-ερευνήτρια Ουρανία Πολυκανδριώτη στη σχετική ανακοίνωσή της. Εκτός δηλαδή από τον προσδιορισμό της υποδοχής που επιφύλαξαν οι εφημερίδες στη λογοτεχνία και τους λογοτέχνες, ενδιαφέρον θα είχε και η αποθησαύριση και ανάδειξη λογοτεχνημάτων, ιδίως ποιημάτων, που εντάσσουν στη θεματική τους την ίδια τη δημοσιογραφία, με σατιρικό συνήθως τρόπο. Εκτός, ας πούμε, από το προαναφερθέν ποίημα του Σούτσου, υπάρχουν και άλλες δημοσιογραφογενείς ή εφημεριδόθεμες λογοτεχνικές εγγραφές, όπως το εξής ποίημα του μεγάλου Κύπριου ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη, γραμμένο το 1888:

«Φίλοι δημοσιογράφοι εν ταυτώ και αδελφοί μου / είδα τι ζωήν περνούμεν κ’ εσιχάθην η ψυχή μου. / Και εγώ, αφού τυχαίως κατετάχθην στη γραμμή σας, / από τη δική μου τύχην συμπεραίνω τη δική σας. / Στο ποτάμι Βαβυλώνος σάς προτείνω να βρεθούμε / κι όλα τα παράπονά μας εκεί πέρα να τα πούμε· / όλες οι εφημερίδες κι οι διαβόλοι κι οι τριβόλοι, / όλ’ εκεί ν’ ανταμωθούμε κι επί τας ιτέας όλοι, / να κρεμάσωμε τες πένες, τα χαρτιά και τα ψηφία / και τα όργανά μας όλα κι όλα μας τα εργαλεία· / κι ως το πάλαι οι Εβραίοι, εις το κλάμα να χυθούμε / και να πέσουμε κατόπι στο ποτάμι να πνιγούμε.»

Ιστορικοί και φιλόλογοι ήταν βεβαίως οι περισσότεροι εισηγητές, ενώ υπήρχαν και εννιά δημοσιογράφοι, με την ειδίκευσή του ο καθένας. Για ένα θέμα τόσο καίριο για τη γνώση και την αυτογνωσία των δημοσιογράφων, ο αριθμός εννέα ακούγεται μάλλον μικρός, αλλά ως προς αυτό, το σίγουρο είναι ότι δεν φέρει ευθύνη ο οργανωτής του συνεδρίου, το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών· το κυνήγι του εφήμερου, συστατικό γνώρισμα της δημοσιογραφίας, δύσκολα αφήνει επαρκή χρόνο αναστοχασμού και στους πιο φιλέρευνους λειτουργούς της.

Ωφέλιμα ερωτήματα

Ο τόμος είναι άκρως ωφέλιμος και για τις απαντήσεις που δίνει αλλά και για τα ερωτήματα που αφήνει ανοιχτά προς περαιτέρω διερεύνηση· είναι ωφέλιμος και για την παρηγορία που προσφέρει το γεγονός ότι δεκάδες ερευνητές δαπανούν νου και χρόνο για να μελετήσουν ένα προϊόν που οι ίδιοι οι παραγωγοί του αναγκάζονται να το υπολήπτονται όλο και λιγότερο (ίσως επειδή αρκετοί εξ αυτών δεν δαπανούν ανάλογο νου και χρόνο για τη δημιουργία του) αλλά και για τη μελαγχολία που ευλόγως προκαλούν οι σκληρές πλην δίκαιες αλήθειες οι οποίες προβάλλονται από τις πολιτικότερες εισηγήσεις του συνεδρίου. Ως προς αυτό, το πιο φρόνιμο είναι να δοθεί ο λόγος στους απόντες. Στον Λέοντα Καραπαναγιώτη πρώτα, που σημείωνε: «Το τέλος του μονοπωλίου του Τύπου συνοδεύτηκε και από μια αμφισβήτηση του ίδιου του ρόλου του Τύπου. Τι είναι ο Τύπος, τι κάνει, γιατί υπάρχει, ποιον υπηρετεί; Αυτά είναι τα ερωτήματα τα οποία άρχισαν να τίθενται από την κοινή γνώμη κι από το να θεωρείται ο Τύπος βήμα αμφισβήτησης της εκάστοτε εξουσίας, θεωρείται όλο και περισσότερο ως μία ακόμα εξουσία και υφίσταται την κριτική -ή και τη φθορά- που όλες οι εξουσίες υφίστανται σήμερα στον τόπο μας».

Κι ύστερα στον Φίλιππο Ηλιού, ο οποίος, αναφερόμενος στην «αισιοδοξία της απελπισίας», την προσδιόριζε ως την «αισιοδοξία ενός απελπισμένου ανθρώπου που δεν βλέπει διέξοδο και ζει με την ελπίδα ότι θα υπάρξουν αρκετοί φωτισμένοι άνθρωποι που θα επιχειρούν, έστω κι αν γνωρίζουν ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο και σχεδόν αδύνατο, να ανατρέψουν το άθλιο κλίμα του Τύπου και της τηλεόρασης μέσα στο οποίο ζούμε».

Λόγοι αισιοδοξίας

Είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη να ανακαλύψουμε λόγους που να μας επιτρέπουν κάποια αισιοδοξία ώστε να μας υποχρεώνει να αναποδογυρίζουμε τα πράγματα και να μετράμε σαν ενθαρρυντικό αυτό που είναι αποκαρδιωτικό. Στην «Ιστορία των μέσων μαζικής ενημέρωσης από την εμφάνισή τους ώς τις μέρες μας» του Γάλλου ιστορικού Ζαν-Νοέλ Ζανενέ (εκδ. Παπαδήμα) διαβάζουμε ότι για πρώτη φορά έγινε επίθεση εναντίον των δημοσιογράφων το μακρινότατο 1626, όταν ο σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας Μπεν Τζόνσον παρουσίασε στο Λονδίνο μια θεατρική κωμωδία, εμπνευσμένη από τον Αριστοφάνη, με τον τίτλο «Το μαγαζί των ειδήσεων». Εκεί το «κοινωνικό πρόσωπο των δημοσιογράφων περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα», αφού «εμφανίζονται ως αδίστακτοι και χωρίς αναστολές, έτοιμοι να γράψουν οτιδήποτε προκειμένου να κερδίσουν από την ευπιστία των αναγνωστών τους». Μπορούμε λοιπόν να παρηγορηθούμε λέγοντας ότι το κακό έχει μακρά ιστορία, άρα δεν συντρέχει ειδικός λόγος τύψεων και απογοήτευσης; Κομμάτι δύσκολο. Τέσσερις αιώνες μετά, πάντως, δεν είμαστε βέβαιοι αν τελικά επρόκειτο περί κωμωδίας ή περί τραγωδίας.