ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Φωτογραφίες της μνήμης, διάλογος με το παρελθόν

Γιώργος Μαρκόπουλος: «Το ιστορικό κέντρο». Εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, σελ. 92.

«Τυχαίο, απρόοπτο και μη προγραμματισμένο» το πόνημα του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου, συστεγάζει δημοσιευθέντα ήδη κείμενα, των οποίων η θεματική περιστρέφεται γύρω από την απώλεια εικόνων, στιγμών, γεγονότων ή και ανθρώπων, που πέρασαν και έφυγαν, αφήνοντας τη θέση τους στη μνήμη.

Τα πεζογραφήματα του ποιητή Γιώργου Μαρκόπουλου είναι κείμενα μεικτής δομής: θεματικής και συνειρμικής και παρουσιάζονται από αφηγητή – θεατή ο οποίος βρίσκεται εν πολλοίς μέσα στο κείμενο, συμμετέχοντας κάποτε και στη δράση. O ποιητής δεν αυτοβιογραφείται, δεν «νεκρολογεί», πολύ περισσότερο δεν επιδιώκει να προβάλει ένα κόσμο αναμνήσεων εκθέτοντας άμεσα τις παρατηρήσεις ενός αυτόπτη μάρτυρα με τον τρόπο του Γιώργου Ιωάννου. Αντίθετα, η γραφή του δραστική και αποτελεσματική, χρησιμοποιεί τα βιωματικά δεδομένα προκειμένου με ήπιο και διακριτικό τρόπο να απομονώσει μικρά έως ασήμαντα περιστατικά που μέσα στη φαινομενική τους απλότητα κατορθώνουν να δώσουν το στίγμα μιας ολόκληρης εποχής, να καταστούν διέξοδος μέσα στο αδιέξοδο της σύγχρονης πραγματικότητας και να αποτελέσουν μια χειρονομία συμφιλίωσης με το χθες – χειρονομία κάθε άλλο παρά απελπισμένη. Με τον τρόπο αυτό ο Μαρκόπουλος από τη μια ανασταίνει στα μάτια των ομηλίκων του μια εποχή κοινών εμπειριών, αλλά και κοινών λογοτεχνικών επιδράσεων και προσανατολισμών και από την άλλη καταδείχνει ότι η απόσταση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Κι αυτό γιατί στα κείμενά του, «φωτογραφίες ανεμφάνιστες της μνήμης», οι δύο χρόνοι συναντώνται ως δραστικοί παράγοντες ζωής και δημιουργίας.

Η «σιωπηλή ματιά» εκείνου που σώθηκε από βέβαιο πνιγμό γίνεται το «πρόσχημα που χρειάζεται για ν’ ακούσει τις φωνές και τους γόους των άλλων που σε ανάλογες περιπτώσεις μέσα στους αιώνες δεν σώθηκαν», το πιάτο του πεθαμένου ή του «αδίκως σκοτωμένου» αιώνια αφημένο στην άκρη του οικογενειακού τραπεζιού, η πόλη «που είσαι ταγμένος ν’ αγαπάς» κι όμως σε κάνει να νιώθεις «ξένος», το κουρείο στην καρδιά μιας πόλης, τα κτίρια που λυγίζουν όπως οι άνθρωποι, ο λαϊκός οργανοπαίχτης στο πρώτο επισκεπτήριο στον στρατό, είναι στιγμές ζωής που χαράζονται από το παρελθόν μέσα στο σήμερα, καθώς το μέγεθός τους δεν σβήνεται μέσα στην πορεία του χρόνου.

Ευφρόσυνες μυρωδιές

Το παρόν δεν απαλλάσσεται ποτέ από τη σκιά του παρελθόντος, καθώς ο ποιητής «ακούει» τον Καρούζο, αλλά και τον Καρυωτάκη, τον Τραϊανό, τον Εμπειρίκο, τον Μάριο Χάκκα, τον Ρίτσο, τον Βάρναλη («στις καλές του») και τον Τσίρκα μέσα στο παλιό μαγαζάκι του Κέδρου στην οδό Πανεπιστημίου και τον Τάσο Λειβαδίτη που τον επισκέπτεται στα όνειρα. O τρόπος που επιλέγει ο ποιητής να βιώσει το παρόν διαποτίζεται από την πληρότητα και τη θαλπωρή που παρέχουν το βιωμένο χθες και «οι ευφροσύνες μυρωδιές» του. Γιατί, «μέσα από κάτι τέτοιες μυρωδιές ευφρόσυνες ξανασμίγουν οι άνθρωποι και από κάτι τέτοιες μυρωδιές επίσης οδηγημένοι και πάλι, κάποτε αλυχτώντας σαν τους σκύλους, θα έρθουμε κι εμείς τους νεκρούς μας να ξαναβρούμε».

Στα τελευταία από τα κείμενα της συλλογής ο Μαρκόπουλος «φωτογραφίζει» την Αθήνα. Από τον φακό του παρελαύνουν μικρά στιγμιότυπα που έτυχε ο ίδιος να ανακαλύψει. Οι εικόνες της Πλάκας, του Βοτανικού, της Μονής Δαφνίου, της Καπνικαρέας, της πλατείας Κοτζιά, αλλά και των ψιλικατζίδικων και των καταστημάτων της ΕΒΓΑ, των υπαίθριων φωτογράφων, των σαλεπιτζήδων, των ουζοποτείων και του Επιταφίου των Αρμενίων στην περιοχή των Ασωμάτων που θυμίζει «τι σημαίνει προσφυγιά και μειονότητα», αποτυπώνονται απλώς χωρίς προσωπική συμμετοχή και σαφή συνάντηση με το παρόν. Ολες, ωστόσο, οι εικόνες αποτελούν αντικείμενο ποιητικής έκφρασης με γνώμονα την ενατένιση του κόσμου: «και ό,τι άλλο δεν το ανακαλύψαμε και σιωπηρό μας περιμένει».

Ο διάλογος με το παρελθόν, τα πρόσωπα και τα πράγματα, τις σκηνές και τα εξωτερικά εμπειρικά γεγονότα που μετατρέπονται σε εσωτερικότητα, καθιστά την ανάγνωση των κειμένων της συλλογής του Γιώργου Μαρκόπουλου μια αληθινή απόλαυση που κινητοποιεί τον αναγνώστη προς την ενδιαφέρουσα και οπωσδήποτε γοητευτική περιπέτεια της ανακάλυψης εκείνης της πρωτόγνωρης αίσθησης του χώρου που γίνεται το έναυσμα της ποιητικής έκφρασης.