ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μια φιλοσοφική απάτη

H τύχη! Ποιο ρόλο παίζει η τύχη στη ζωή; Συνήθως βλέπουμε να ευνοεί εκείνους που θεωρούμε ότι λιγότερο το αξίζουν. Δεν βρίσκεται αρωγός στους ιδεαλιστές· αλλά στους προσεκτικούς υπολογιστές που σχεδιάζουν την ίδρυση νέων εγκαταστάσεων για τον εμπλουτισμό του ουρανίου.

Ο Μάθιου Στιούαρτ είναι φιλόσοφος που σπούδασε στην Οξφόρδη. Προφανώς, οι μελέτες του στον άυλο χώρο της αφηρημένης σκέψης τού δίδαξαν ότι είναι μάταιο να περιμένεις τη βοήθεια της Θείας Πρόνοιας. Καλύτερα είναι να δημιουργείς μόνος σου την τύχη σου. Το έπραξε ο ίδιος. Ιδρυσε αρχικά μια εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων, η οποία εδραζόμενη στην αφηρημένη σκέψη, είχε τόση επιτυχία στον πραγματιστικό κόσμο των επιχειρήσεων και μάλιστα τόσο γρήγορα, ώστε μπόρεσε στη συνέχεια να την εγκαταλείψει και ζώντας με τα κέρδη του από αυτήν να αφιερώσει τη ζωή του στον ελεύθερο στοχασμό που, άλλωστε, είχε σπουδάσει ξεκινώντας στη ζωή.

Τι έκανε αυτόν τον ελεύθερο, «τυχερό» χρόνο; Καρπός του είναι το βιβλίο του «The Courtier and the Heretic. Leibniz, Spinoza and the Fate of God in the Modern World» που εκδόθηκε πρόσφατα (εκδ. W.W. Norton, 320 σελ. 2.595 δολάρια). Θέμα του η κατάδειξη και η καταγραφή μιας μεγάλης πνευματικής απάτης, όπως πιστεύει, του 17ου αιώνα. Δηλαδή, τις σχέσεις ενός «απατεώνα και ανάξιου φιλοσόφου», του περουκοφόρου Γκότφριντ Βίλχλμεμ Λάιμπνιτζ με τον εβραϊκής, εκ της Πορτογαλίας, στοχαστή τού Αμστερνταμ στην Ολλανδία, Μπαρούχ ντε Σπινόζα. Αυτός ο δεύτερος είναι κατά τον Στιούαρτ ο δημιουργός της νεότερης, της σύγχρονης φιλοσοφίας.

Θεός και κράτος

Τι σημαίνουν αυτά; O Σπινόζα έθεσε ένα σύμπαν κυβερνημένο μόνο από τα αίτια και τα αποτελέσματα των φυσικών νόμων, δίχως σχέδιο και δίχως σκοπό. O Θεός αυτού του σύμπαντος είναι μη επεμβατικός, που η ουσία του και η πανταχού παρουσία του μπορεί να χαρακτηριστεί ως Φύση. Επειδή ο Θεός δεν επεμβαίνει στα του κόσμου, το σύγχρονο κράτος έχει την ευθύνη να επεμβαίνει υπέρ του κοινού ανθρώπου. Και ο κοινός άνθρωπος έχει την ευθύνη να ενεργεί για τον εαυτό του.

Με το βιβλίο του αυτό, τον «Αυλικό και τον αιρετικό», όπως γράφει ο Λιλ Σίλιντζερ στη «Νιου Γιορκ Τάιμς», ο Μάθιου Στιούαρτ πέτυχε το σχεδόν ανέφικτο με τους σχετικούς όρους της αγοράς. Να γράψει ένα συναρπαστικά αξιανάγνωστο βιβλίο για αλληλοσυγκρουόμενες μεταφυσικές ιδέες, όπου οι παλιοί (φαινομενικά) αυτοί στοχαστές, με τις περίεργες κομμώσεις, συμπλέκονται σαν παλαιστές σε έναν αγώνα ιδεών. Εξαρχής, ο συγγραφέας αποκαλύπτει ότι κατά η γνώμη του, ο αγώνας ήταν μονόπλευρος και ότι και οι δύο αντίπαλοι μάχονταν για τον ίδιο σκοπό. Ακόμη και έτσι όμως, ο αγώνας, όπως τουλάχιστον τον περιγράφει, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, έστω και αν κατέληξε με ένα τράβηγμα του κλήρου. Το γεγονός όμως ότι ο συγγραφέας καθιστά τόσο ενδιαφέροντα έναν αγώνα ιδεών μεταξύ δύο πνευματικών ανθρώπων, σχεδόν αγνώστων σήμερα έξω από τις ειδικευμένες σπουδές, είναι η μεγαλύτερη αρετή του βιβλίου του.

Ο τρόπος που το πετυχαίνει είναι δίνοντας σάρκα και οστά στους δύο ήρωές του, τοποθετώντας τους μέσα στον καιρό τους. Περιγράφει τον κόσμο τους, τα ήθη του, αλλά και τις συνήθειές τους με πολλή ακρίβεια και ζωντάνια, γράφοντας με στυλ ζωντανό και συνθέτοντας με πλούτο γνώσεων. Στον καιρό του Σπινόζα, το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι στοχαστές οι οποίοι ήταν απρόθυμοι να αποξενώσουν το κοινό, αλλά και τους πλούσιους πάτρωνες, ήταν το εξής, σε μορφή ερωτήματος. Πιστεύοντας στον Θεό του Σπινόζα, δεν σήμαινε ταυτόχρονα ότι ήσουν άθεος, γεγονός που επέφερε την ποινή της εξορίας, της φυλακής ακόμη και του θανάτου;

Πολυήμερη συνάντηση

Με αυτό συμφωνούσε ο Λάιμπνιτζ, αλλά και πολλοί άλλοι. Το μυστήριο που εκεί βλέπει ο συγγραφέας, είναι αν ο Λάιμπνιτζ ο ίδιος πίστευε στον Θεό του Σπινόζα, υπέκλεψε τις αρχές του και ανέντιμα τις μετέστρεψε σε δική του φιλοσοφία, αντίθετη από του Σπινόζα, προκειμένου να αποκρύψει τον δικό του αθεϊσμό. Εάν αυτό έκανε, όπως πιστεύει ο συγγραφέας, το έκανε για να αυτοπροστατευτεί και με συγκαταβατικότητα, ότι οι μάζες πρέπει να διαφυλαχθούν από τον ανοικτίρμονα κόσμο που αυτός και ο Σπινόζα έβλεπαν να τους περιβάλλει. H καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό είναι η συνάντηση το 1676 του 30χρονου τότε Λάιμπνιτζ με τον Σπινόζα που ζούσε εξόριστος στη Χάγη. Στα γράμματα σε φίλους του, ο Λάιμπνιτζ αναφέρεται στη συνάντηση ως γεγονός άνευ σημασίας, όπου αυτός και ο Σπινόζα αντάλλαζαν ανέκδοτα. Στην πραγματικότητα όμως, κατά τον Στιούαρτ, οι συζητήσεις τους κράτησαν ημέρες και κέντρο τους ήταν «η απόδειξη της ύπαρξης του Θεού».

Ο Στιούαρτ δεν θέλει κατ’ ανάγκην να υποτιμήσει τον Λάιμπνιτζ. Αναγνωρίζει το πολυσχιδές έργο του και τα επιτεύγματά του στα Μαθηματικά. Αυτό που θέλει να αποδείξει είναι το χρέος του Λάιμπνιτζ απέναντι στον Σπινόζα. Εξηγεί την πίστη του Σπινόζα ότι η ψυχή και το σώμα του ανθρώπου είναι άρρηκτα δεμένα και έτσι διαβαίνουν μέσα στη ζωή, υποκείμενα στους φυσικούς νόμους. O Λάιμπνιτζ θορυβήθηκε από την πίστη αυτή που λέει ότι η ψυχή πεθαίνει με το σώμα. Και ήθελε να αποδείξει ότι σώμα και ψυχή είναι χωριστά γιατί έτσι ευκολότερα κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι η ψυχή είναι αθάνατη. Και προκειμένου να το πετύχει αυτό, εφηύρε την ιδέα ότι τα πάντα στον κόσμο είναι προσχεδιασμένα από τον Θεό κατά ένα συγκεκριμένο τρόπο.

Η αντίθεση συνεχίζεται και σήμερα με τους κοσμικούς ουμανιστές από τη μια, και από την άλλη, εκείνους που είναι ανήσυχοι για τον κόσμο δίχως στόχο και σκοπό στον οποίο απολήγει η σύγχρονη επιστήμη. Και προσπαθούν να διαφυλάξουν την πίστη τους σε μια υπερβατική δύναμη, διαρκέστερη απ’ οποιαδήποτε δύναμη του υλικού κόσμου.