ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εσωστρεφείς Ελληνικές Μουσικές Γιορτές

Για δεύτερη χρονιά πραγματοποιήθηκαν φέτος οι Ελληνικές Μουσικές Γιορτές στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (5 έως 13 Μαΐου). Μετά την περσινή εμπειρία θα ανέμενε κανείς την επίλυση προβλημάτων διοργάνωσης, έτσι ώστε κάποτε η μουσική Ελλήνων συνθετών να πείσει περισσότερους φιλόμουσους, να δημιουργήσει ενδιαφέρουσα δράση γύρω από αυτήν και, βεβαίως, να αποφευχθεί η εικόνα θλιβερά άδειων αιθουσών. Ατυχώς, και φέτος η επιλογή του ρεπερτορίου και ο τρόπος διοργάνωσης δημιούργησαν ακόμα περισσότερο την εντύπωση εκδηλώσεων που αφορούν μια κλειστή, εσωστρεφή οικογένεια.

Στις 8 Μαΐου η Συμφωνική Ορχήστρα του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης υπό τον Βλαδίμηρο Συμεωνίδη παρουσίασε στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής τις «Περιγραφές» του Κώστα Νικήτα, τα «Οκτόνια» του Λεόντιου Χατζηλεοντιάδη και την «Κυρία με τη στρυχνίνη» του Γιάννη Χρήστου. Στα δύο πρώτα έργα οι αναφορές σε διάσημες υπογραφές του 20ού αιώνα ήσαν περισσότερο από προφανείς. Από το έργο του Νικήτα κρατά κανείς την ενδιαφέρουσα γραφή για την τούμπα (το έργο είναι αφιερωμένο στον Γιάννη Ζουγανέλη) που αποδόθηκε πολύ καλά από τον Γιώργο Ραράκο.

Ιστορικοί πειραματισμοί

Στον απόηχο του Ντάρμστατ, το έργο του Χατζηλεοντιάδη είχε ενδιαφέρουσες διαδοχές ηχητικών τοπίων και αποδόθηκε με ευκρίνεια. Η «Κυρία με την στρυχνίνη» τοποθετείται εξ ίσου ευδιάκριτα στους πειραματισμούς της δεκαετίας του ’60. Σύνθεση με σαφή υπογραφή, δόθηκε από σημαντικές μουσικές δυνάμεις και σκηνοθετημένη (Α. Ευκλείδης), δηλαδή υπό τελείως διαφορετικές συνθήκες απ’ ό,τι στο Χίλτον το 1967.

Η παρουσίαση ξάφνιασε τους πρώτους διδάξαντες και όσους είχαν παρευρεθεί στην πρώτη παρουσίαση. Σε κάθε περίπτωση, το ανέβασμα είχε ενδιαφέρον: η μεταφορά ιστορικών πειραματισμών σε σύγχρονη αισθητική γλώσσα πέτυχε την επιδιωκόμενη επαφή με το ακροατήριο, ενώ η απόδοση της μουσικής ήταν επίσης πειστική.

Την επόμενη βραδιά (9/5) στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» σειρά είχαν Επτανήσιοι συνθέτες, που εκπροσωπήθηκαν από τραγούδια. Συνοδευόμενη στο πιάνο από τον έμπειρο και πάντοτε καλά προετοιμασμένο Δημήτρη Γιάκα, η υψίφωνος Μάρθα Αράπη απέδωσε Μάντζαρο, Ξύνδα, Λαυράγκα, Σαμάρα, Καρρέρ, Ροδοθεάτο, αδελφούς Λαμπελέτ, Ευαγγελάτο και Καμηλιέρη. Το καλά δομημένο και ενδιαφέρον πρόγραμμα είχε εναλλαγές και ταυτοχρόνως οδηγούσε σταδιακά προς την κλιμάκωση. Η τραγουδίστρια ανταποκρίθηκε με σίγουρη, άνετη και ελεγχόμενη φωνή.

Ορισμένες φορές το πάθος την παρέσυρε σε πληθωρική έκφραση που προσέθετε βάρος, μετατρέποντας ορισμένα τραγούδια σε μικρές δραματικές σκηνές ή άριες, διάσταση πάντως όχι ξένη προς τη συγκεκριμένη αισθητική. Το ωραιότατο εκτός προγράμματος απόσπασμα από τη «Δεσποινίδα ντε Μπελ-Ιλ» του Σαμάρα υπενθύμισε την κακοδαιμονία της ελληνικής πραγματικότητας, καθώς η όπερα αυτή έχει ηχογραφηθεί αλλά παραμένει στα συρτάρια.