ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Πολ Σάιμον: «Το ζήτημα είναι να μην παραιτείσαι»

«Είναι παράξενη εποχή για να είσαι ένας εξηντάρης μουσικός της ποπ», λέει ο Πολ Σάιμον, που ο τελευταίος δίσκος του -«Surprise»- κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες, μετά έξι χρόνια δισκογραφικής απουσίας. «Δεν θα μου προκαλέσει έκπληξη αν η δουλειά αυτή βρει ανταπόκριση σ’ ένα σημαντικό ακροατήριο, γιατί στηρίζεται σ’ έναν ενδιαφέροντα τρόπο σύνθεσης».

«Αν όμως δεν έχει επιτυχία», συνεχίζει, «και πάλι δεν θα εκπλαγώ γιατί δεν ακολουθώ τα βήματα κανενός εδώ. Βρίσκομαι κατά κάποιον τρόπο στη δική μου ζώνη, όπου στην πραγματικότητα τριγυρίζω από τότε που έκανα τη στροφή, πριν από 20 χρόνια, με το Graceland. Μπορώ λοιπόν να φανταστώ και τα δύο άκρα, γιατί τα έχω βιώσει».

Πρώτη παρουσίαση

Ο Σάιμον, που για την ακρίβεια είναι 64 ετών, μου μίλησε στη διάρκεια ενός διαλείμματος από τις πρόβες της μπάντας του σ’ ένα στούντιο της Νέας Υόρκης. Προετοιμάζονταν για να παίξουν στο Jazz and Heritage Festival της Νέας Ορλεάνης, όπου θα παρουσίαζαν για πρώτη φορά στο κοινό τραγούδια από το «Surprise», μια φιλόδοξη και απαιτητική δουλειά γεμάτη ηχητικούς πειραματισμούς και αιχμηρούς στίχους. Τα 11 τραγούδια του άλμπουμ αντανακλούν μια προσπάθεια πλοήγησης σε έναν παράλογο, συχνά τραγικό κόσμο, όπου η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους «με κάνει να αισθάνομαι ηλίθιος» και η συνείδηση είναι κάτι που «κολλάει στη σόλα των παπουτσιών μου» – έστω κι αν ο τραγουδιστής ομολογεί ότι «είναι γελοίο ένας άνθρωπος σαν κι εμένα / να κάθεται εδώ και να γκρινιάζει».

Φορώντας ένα ριγέ μπλουζάκι πόλο, που αφήνει να φανούν τα γυμνασμένα μπράτσα του, τζιν παντελόνι, μαύρες μπότες και ένα πορτοκαλί καπέλο μπέιζμπολ, ο Πολ Σάιμον ήταν ομιλητικότατος στη διάρκεια της συζήτησής μας, που απλώθηκε σε διάφορα θέματα, από το σημερινό πολιτικό κλίμα μέχρι την απογοήτευσή του από τους συνομηλίκους του του 1960. Κυρίως, όμως, θέλει να μιλάει για το καινούργιο του άλμπουμ, μια δουλειά με ιδιαίτερα δύσκολη κυοφορία.

«Συνήθως ξεκινάω με το ερώτημα «είσαι σίγουρος ότι θέλεις να το κάνεις αυτό; Και, εφόσον το θέλεις, τι έχεις να πεις;» Αυτό είναι πάντοτε μέρος της διαδικασίας, αλλά τα πράγματα δυσκόλεψαν αυτή τη φορά λόγω της 11ης Σεπτεμβρίου και επίσης λόγω του ότι πάτησα τα εξήντα. Πιστεύω ότι μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το πρώτο πραγματικά μεγάλο ερώτημα είναι μήπως αυτό το γεγονός έχει κάνει περιττή την τέχνη; Και η ποπ μουσική, ποια είναι η θέση της; Αφού όμως τα έχεις αντιμετωπίσει όλα αυτά, λες: ας αρχίσουμε· όλα θα βρεθούν, και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε».

Οπως πάντα, η συνθετική δουλειά του Σάιμον άρχισε με τα κρουστά· αυτή τη φορά, θέλησε να ακολουθήσει πιο «αμερικανικά ακούσματα» έπειτα από τους νοτιοαφρικανικούς ρυθμικούς δρόμους που κυριάρχησαν στη δουλειά του μετά το Graceland, την τεράστια επιτυχία του 1986, που όχι μόνο αναζωογόνησε την καριέρα του αλλά υπήρξε επίσης ένας σταθμός στη διάδοση της world music στο ευρύ κοινό.

Γνωριμία με τον Ινο

Το 2003, και ενώ είχε ολοκληρώσει ένα μόνο τραγούδι (το «Father and Daughter», το οποίο γράφτηκε για το φιλμ κινουμένων σχεδίων «Wild Thornberrys Movie» και προτάθηκε για Οσκαρ) και μερικές αποσπασματικές ιδέες γι’ αυτό το άλμπουμ, γνωρίστηκε με τον Μπράιαν Ινο, πρωτοπόρο της ηλεκτρονικής μουσικής, πρώην μέλος του ροκ γκρουπ Roxy Music και παραγωγό σε καλλιτέχνες όπως οι U2 και οι Talking Heads. «Συναντηθήκαμε στο σπίτι ενός φίλου, στο Λονδίνο», λέει ο Σάιμον. «Ο Μπράιαν με κάλεσε στο στούντιό του και έφερα μαζί μου ένα μέρος αυτής της δουλειάς. Αρχισε να παίζει πάνω στο CD και ήταν πραγματικά ωραίος συνδυασμός. Πιστεύω ότι το είδαμε αμέσως και οι δύο».

Τα επόμενα δύο χρόνια, ο Σάιμον και ο Ινο συναντήθηκαν τέσσερις φορές, για διαστήματα που δεν ξεπερνούσαν την εβδομάδα. «Του έφερνα διάφορα τραγούδια σε διαφορετικό στάδιο σύνθεσης», λέει ο Σάιμον. «Εκείνος έπαιζε κάτι που πρόσθετε πάντα μια ιδιαίτερη μουσική υφή στον χώρο. Μερικές φορές έπαιρνε έναν ήχο που υπήρχε ήδη, τον περνούσε από τα ηλεκτρονικά του και ο ήχος άλλαζε μουσική φυσιογνωμία». Στους τελικούς τίτλους για το «Surprise» διαβάζουμε «Παραγωγή Πολ Σάιμον, Ηχητικό τοπίο Μπράιαν Ινο».

Εκ πρώτης όψεως, η συνάντηση του Σάιμον -που το αστικό σκηνικό και ο λυρισμός των στίχων του που συνοδεύονταν από φολκ μουσικές φόρμες βοήθησαν στον προσδιορισμό του τραγουδιστή-τραγουδοποιού των σίξτις- με τον οραματιστή της ηλεκτρονικής μουσικής Μπράιαν Ινο φαίνεται να δημιουργεί ένα παράξενο ζευγάρι. Ομως, ο Σάιμον υποστηρίζει ότι η συνεργασία τους δεν ήταν καθόλου παράταιρη. «Εχουμε πολλά κοινά», λέει. «Ενα από τα πράγματα που μας ενδιαφέρουν και τους δύο είναι το αποκαλούμενο «περιθώριο προσοχής». Σε ποιο σημείο, δηλαδή, έχεις ακούσει αρκετές επαναλήψεις σ’ ένα τραγούδι ώστε να πάψεις πλέον να τις απολαμβάνεις; Επειδή ο Μπράιαν σκέφτεται πολύ τον χρόνο και τη διάρκεια, έχει την ίδια διαίσθηση με μένα όσον αφορά το θέμα και τις παραλλαγές».

Οι διαφορετικές διαθέσεις που χαρακτηρίζουν τους στίχους -από το κωμικό «Outrageous» ώς το θλιμμένο «Wartime Prayers»- ίσως δυσκολεύουν καμιά φορά την ανίχνευση των προθέσεων του Σάιμον. Το τραγούδι «Beautiful», ας πούμε, που μιλάει για μια οικογένεια που υιοθετεί παιδιά από διάφορα μέρη του κόσμου, είναι δύσκολο να καταλάβεις αν εξυμνεί την κατάσταση αυτή ή την κοροϊδεύει.

Θέτει ερωτήματα

Ο Σάιμον αναγνωρίζει ότι το «Surprise» είναι ένα άλμπουμ που εστιάζει πολύ περισσότερο στο να θέτει ερωτήματα παρά να δίνει απαντήσεις. «Τα τραγούδια έχουν κάτι το φευγαλέο», λέει. «Εχουν συναισθήματα και σκέψεις που στροβιλίζονται μέσα τους και δεν μποροείς να πεις ακριβώς τι είναι. Ταυτόχρονα, υπάρχει ένας μουσικός διάλογος, μουσικά κλειδιά μετατρέπονται, ρυθμοί εναλλάσσονται. Τα στοιχεία αυτά είναι εύφλεκτα και όταν γίνεται μια μικρή έκρηξη το τραγούδι απογειώνεται».

Με τον καιρό, ο Σάιμον έχει προσαρμόσει τις εμπορικές του προσδοκίες. Αφού επί 20 χρόνια δοκίμασε ευρύτατη απήχηση στο κοινό με τραγούδια που έγιναν επιτυχίες (πρώτα με τον Αρτ Γκαρφάνκελ και μετά ως σόλο καλλιτέχνης), πέρασε τα επόμενα 20 χρόνια ακολουθώντας λιγότερο δημοφιλείς κατευθύνσεις. Το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’90 ασχολήθηκε με το μιούζικαλ «The Capeman» που παρουσιάστηκε στο Μπρόντγουεϊ χωρίς μεγάλη επιτυχία, ενώ χλιαρή ήταν και η υποδοχή στο άλμπουμ του 2000 «Youre the Οne».

Λέει ότι παρ’ όλο που το «Surprise» αντιπροσωπεύει μια επιστροφή σε δυτικούς ρυθμούς και αρμονίες, η αντισυμβατική δομή των τραγουδιών δεν ταιριάζει και πολύ σ’ αυτό που ακούγεται σήμερα από τα ραδιόφωνα. «Μπορεί να είναι υπερβολικά αφαιρετικό για πολλούς ανθρώπους», λέει. «Μπορεί, όπως συμβαίνει με τη δουλειά του Μπράιαν, να απευθύνεται σε μια ειδική ομάδα ανθρώπων που να μην αριθμούν εκατομμύρια αλλά χιλιάδες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έπρεπε να το κάνουμε, απλώς σημαίνει ότι θα μιλήσουμε σε μια μικρότερη ομάδα ανθρώπων».

Η ανθεκτικότητα των Ρόλινγκ Στόουνς

Ο Πολ Σάιμον, που είναι παντρεμένος και έχει τρία παιδιά με την τραγουδίστρια Εντι Μπρίκελ (η οποία, μαζί με τους New Bohemians, έχει ετοιμάσει ένα άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο), εκφράζει την απογοήτευσή του που οι περισσότεροι καλλιτέχνες της γενιάς του δεν έχουν διατηρήσει τη δημιουργική τους ανταγωνιστικότητα και το μουσικό τους πάθος. Λέει ότι ενώ σέβεται τον Νιλ Γιανγκ, για παράδειγμα, δεν ενθουσιάστηκε με την τελευταία δουλειά του. Θαυμάζει, ωστόσο, τη φοβερή ανθεκτικότητα των Ρόλινγκ Στόουνς. «Δεν πιστεύω ότι ο Μικ και ο Κιθ συμπαθούσαν ο ένας τον άλλο περισσότερο απ’ όσο εγώ και ο Αρτι. Δείχνουν όμως στα άλλα συγκροτήματα ότι μπορούν να μείνουν ενωμένοι, ότι είναι εφικτό. Αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από το να βλέπεις τον Πολ Μακάρτνεϊ να βγαίνει και να παίζει τραγούδια των Μπιτλς».

Τα ρίσκα που έχει πάρει στο «Surprise» επιβεβαιώνουν τα λόγια του. «Καταλαβαίνω ότι αυτό που κάνω μπορεί να μην ενδιαφέρει πολύ κόσμο», λέει. «Πιστεύω ότι το κλειδί είναι να μην παραιτείσαι – να ακολουθείς τον δρόμο σου».