ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τέχνη μελαγχολικής υπόμνησης

Λατρεύει το γκροτέσκο ο Μaurizio Cattelan όταν κάνει γλυπτική, όταν αφήνει τις φιγούρες του να καταρρίπτονται από μετεωρίτες, όταν κρεμάει άλογα από ταβάνια παλατιών, όταν πλάθει τον Χίτλερ από παπιέ-μασέ, μινιατούρα με κοντά βαυαρέζικα παντελονάκια. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως, όταν αναλαμβάνει επιμελητής της βερολινέζικης Μπιενάλε 2006 μαζί με την Αμερικανίδα επιμελήτρια Ali Subotnik και τον γνωστό μας από το ολυμπιακό «Monument to Now» στο ΔΕΣΤΕ, Massimiliano Gioni. Μαζί και οι τρεις έχουν από το 2002 τη Wrong Gallery (Η Λάθος Γκαλερί) στο Chelsea της Νέας Υόρκης πάνω στο οποίο χτίσανε το διαφορετικό επικοινωνιακό προφίλ τους. Μαζί ίδρυσαν επίσης τη δική τους Gagosian Gallery στο Βερολίνο πάνω σε κοινωφελή και όχι κερδοσκοπική βάση, σφετεριζόμενοι πάντως το όνομα της αντίστοιχης, σημαντικότερης ίσως γκαλερί σύγχρονης τέχνης στη Νέα Υόρκη. Και αυτό, χωρίς την παραμικρή συνέπεια σε ό,τι αφορά χρήση brand-mark, ονόματος σήματος. Αναγνωρίζονται για το περίσσιο χιούμορ τους, κάτι που γεμίζει ελπίδες για αλλαγή της σοβαροφανούς σκηνής μας.

Γιατί στο Βερολίνο; Μα γιατί εδώ υπάρχει ένα τραγικό ιστορικό προηγούμενο, ανάλογο της Αποκάλυψης, αλλά λέγεται επίσης ότι οι παραγωγοί καλλιτέχνες έχουν εδώ μεγαλύτερη σημασία από τους διακινητές, εμπόρους, καταναλωτές. Η ομάδα φαίνεται πως εισέβαλε ειρηνικά στα παλιά καλά χωράφια της πρωτογενούς δημιουργίας που εντοπίζεται μόνο στο εργαστήρι του καλλιτέχνη, εκεί όπου κάποτε έμπαιναν με απλότητα επιμελητές αλλά και ποντίκια.

Μακριά από κτίρια αξιώσεων

Ξαφνικά o γκροτέσκος Cattelan γίνεται ο ταπεινός προσκυνητής μιας ιδέας για την τέχνη έξω από γκλάμουρ, παγιέτες και σημαιοστολισμούς, σαφέστατα υπηρετούσας τη διάσταση μιας ενδότερης ανθρώπινης σφαίρας. Φανερή είναι η αναζήτηση της μεταμοντέρνας συνθήκης, της «αφήγησης» ως αφετηρίας του παιχνιδιού. Ο χώρος της Μπιενάλε διαφοροποιείται κατ’ αρχήν από τον άλλον, τον κρίσιμο, που αποφέρει τρομερά κέρδη, και δεν επιβάλλεται με πολυφορεμένα μηνύματα.

Η τέχνη που παρουσιάζει η καλογυμνασμένη ομάδα στην Μπιενάλε του Βερολίνου (διαρκεί ώς τις 28 Μαΐου) δεν μπήκε μέσα σε κτίρια αξιώσεων με ακριβά αρχιτεκτονικά φινιρίσματα. Μπήκε με το θάρρος του πρωτόπλαστου μέσα σε μια προτεσταντική εκκλησία, σε ένα παρατημένο παρθεναγωγείο της εβραϊκής φτωχογειτονιάς, γεμάτο graffiti από πρόσφατες καταλήψεις. Μπήκε ακόμα και στο νεκροταφείο όπου βρέθηκαν ομαδικοί τάφοι Εβραίων, σε στάβλους, σε μια ψηλοτάβανη αίθουσα χορού με πολυελαίους και σπασμένους καθρέφτες, σε απλά διαμερίσματα, ακόμη και μέσα σε κοντέινερ, όλα πάνω στην Auguststrasse, στο πρώην Ανατολικό Βερολίνο. Η γεύση δεν μπορεί να είναι ευχάριστη, όταν μια περιήγηση αρχίζει σε μια κενή εκκλησία και τελειώνει σε ένα νεκροταφείο. Για τους καλλιτέχνες ο τίτλος της Μπιενάλε «Για ποντίκια και ανθρώπους» κλεμμένος -κατά δήλωσή τους- από τον John Steinbeck δεν επιβάλλει απαραίτητα νοηματική προσήλωση στο θέμα, αντίθετα παραπέμπει στην ιστορία του φτωχικού δρόμου που θα προσδώσει εχέγγυα αυθεντικότητας -κάτι που είναι αδύνατον να δοθεί πια σήμερα στα γεμάτα σοβαρότητα μουσεία μας – στην τέχνη που διάλεξαν μεταξύ νέων και παλιών καλλιτεχνών. Είναι οι παλιοί Tadeusz Cantor, Bruce Naumann και Paul McCarthy, οι ανερχόμενοι Michael Borremanns και Norbert Schwontkowsi, η νέα γλύπτρια Paloma Varga Weisz, ο Benjamin Cottam με τα θαυμάσια μικροσκοπικά σχέδιά του γύρω από το θέμα «Dead Artists», η Σουηδή Nathalie Djurberg με πρώτης τάξεως κινούμενα σχέδια και άλλοι, όλοι ισότιμα και με το ίδιο δικαίωμα επιλογής του τόπου έκθεσης. Η διάσταση που αυτόματα προστίθεται ως υπεραξία της ιστορίας πάνω στην τέχνη βαραίνει δυσανάλογα: Αντιλαμβάνεται κανείς ότι πρόκειται ίσως για παγίδα και ότι καθοδηγείται να σκεφτεί περισσότερα απ’ ό,τι δείχνουν οι προβολές των βίντεο, οι φωτογραφίες, τα σχέδια, οι κατασκευές, ανάμεσά τους και ένα πιστό αντίγραφο βαγονιού από αυτά που μετέφεραν τους Εβραίους στην εξόντωση: Μόνο που για υλικό του ο Πολωνός γλύπτης Robert Kusmirowski επέλεξε το ολιγοβαρές φελιζόλ, και έτσι ο θεατής συναινεί στο παιχνίδι.

Η τέχνη αναμιμνήσκεται με πολλαπλούς τρόπους, υποστηρίζει η ομάδα. Εγκιβωτισμένη κατά μήκος της Auguststrasse, προσφέρει μια αλγεινή περιπέτεια ανακάλυψης των πανάρχαιων ερωτημάτων σχετικά με τη γέννηση και την απώλεια, το θάνατο και την παραίτηση, τη θλίψη και τη νοσταλγία. Αλλά και μέσα από την επιβαλλόμενη διαδρομή σε δώδεκα προκαθορισμένους σταθμούς, ο επισκέπτης διανύει αντίστοιχα ένα νέο Γολγοθά, για να αναλογιστούμε και το πρόσφατο Πάθος. Ενας κοινότατος δρόμος η Auguststrasse που διαμιάς έγινε ιστορικός με την έννοια ότι συμπυκνώνει κορυφαία συμβάντα της νεότερης γερμανικής ιστορίας. Αυτά συνδέονται όχι λιγότερο με τα αδιανόητα εγκλήματα κατά των Εβραίων αλλά και με τον «αντιστασιακό» Wolf Biermann, και πηγαίνοντας προς τα πίσω με τον Alfred Doeblin και το Berlin-Alexanderplatz του 1929, τον «Γαλάζιο Αγγελο» με την Dietrich του 1930, με τους August Bebel, Karl Liebknecht και Rosa Luxemburg που εκφωνούσαν λόγους στην ίδια γειτονιά το 1917 με τους Σπαρτακιστές.

Ενας νέος, αισθητικός ρομαντισμός με νοσταλγικά και υπαρξιακά άγχη σε μια πολλαπλά τραυματισμένη από θηριωδίες εργατική συνοικία του Βερολίνου και μόνο; Μέσα από τα έργα προσφέρονται διακριτικά και τα δύο: και οι παλιοί εξπρεσιονιστικοί βιασμοί του Αυστριακού Otto Muehl (1965) αλλά και οι 163 μοναδικές σιωπηλές φωτογραφίες του Michael Schmidt με τίτλο «Ein-heit» («Εν-ωση») που παραπέμπουν στη διπλή ζωή της Γερμανίας ώς το 1989. Το ίδιο και τα τρία κυρτωμένα σαν όρνεα ανθρωπόμορφα γλυπτά του Thomas Sch­tte από ατσάλι, σιλικόνη και πανιά.

Η ελληνική συμμετοχή

Ανάμεσα στους «σιωπηλούς» και η δική μας Χριστιάνα Σούλου, η μοναδική ελληνική συμμετοχή στην Μπιενάλε, που γνωρίσαμε στην Γκαλερί 3 το 2003 και στου Samy Kinge στο Παρίσι το 2004, με έντεκα σχέδια με μολύβι, από τη συλλογή του Δάκη Ιωάννου και άλλων. Ταιριάζει η επιγραφή σε ένα πρώιμο (1982) σχέδιό της με πρωταγωνιστές έναν τρυφερά χρωματισμένο σκελετό και πλήθος από υπολογισμένους νερολεκέδες που συμμετέχουν ευφυώς στις συνθέσεις πάνω στο παλιό χαρτί: «δέχομαι, αν μπορείς να με υποστείς, σιωπηλά».

Αξίζει ιδιαίτερη αναφορά στη Σούλου και τις αναζητήσεις της γύρω από το απαιτητικό, όσο και περιφρονημένο αυτό είδος, το σχέδιο, που δυστυχώς πολύ λίγο εκτιμάται ως μορφή έκφρασης από το θερμό ταμπεραμέντο μας. Αλλά και το θέμα της, ο σκελετός, είναι άγνωστο πεδίο για Ελληνα καλλιτέχνη. Την περίκλειστη σιωπή και γοητεία του σχεδίου, ωστόσο, τίμησαν δεόντως κλείνοντας το μάτι συνωμοτικά οι επιμελητές της Μπιενάλε. Ισως εισάγεται ένα νέο δεδομένο στα μελλοντικά ενδιαφέροντα συλλεκτών που φαίνεται να εκορέσθησαν από τη φωτογραφία.

Δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς ότι οι τρεις επιμελητές έκαναν αυτό που συνήθως κάνουν οι καλλιτέχνες: άνοιξαν πόρτες στο αλλότριο, έδειξαν τον κόσμο, τον άνθρωπο μέσα από νέους δεσμούς μελαγχολίας που παραπέμπουν, έξω από κάθε πολιτική-κοινωνική κριτική, στην ατομική, ανθρώπινη κατάσταση. Η Μπιενάλε θα μπορούσε να είναι και παράρτημα της άλλης μεγάλης έκθεσης στο Βερολίνο: της «Μελαγχολίας». Μήπως τελικά ο Catellan δεν εγκατέλειψε και τόσο το γκροτέσκο ως μια μορφή απόγνωσης, παντού άστεγης, αλλά ενδεχομένως λιγότερο άστεγης στο Βερολίνο;

* Η κ. Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη είναι επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης.