ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα Βλεμμα

Απόψε η πόλη, η χώρα, η Ευρώπη, βλέπει μπάλα. Ενωμένοι, ομογενοποιημένοι, έχουν κανονίσει από μέρες τη σύνθεση της κερκίδας στο λίβινγκ-ρουμ. Πιτσαδόροι, ντελίβερι, σουβλατζήδες, βαρδιούχοι, παρακολουθούν λοξά, πεταχτά, σε μικρή τηλεόραση στο ράφι. Οι ταξιτζήδες αποσύρονται. Τα φωτισμένα παράθυρα στις πολυκατοικίες πάλλουν στον ίδιο ρυθμό. Τσάμπιονς Λιγκ, Euro, Μουντιάλ, η κατάνυξη αλλάζει πρόσημα, μα είναι πάντα παλλαϊκή.

Απόψε όλος ο πληθυσμός λατρεύει την ίδια θεά. Αλλά σε κάθε οικιακή κερκίδα, σε κάθε καφενείο, η προσευχή συλλαβίζεται σε άλλη γλώσσα, με άλλες προσδοκίες.

Στο δυάρι της Κυψέλης, η Κάτια από την Τιφλίδα κοιτάει και δεν βλέπει· σκέφτεται ότι ο σύντροφός της δεν τη θέλει πια· αυτός είναι 25, αυτή είναι 35, πέρασε ο καιρός του πρώτου έρωτα, όταν την είχε ανάγκη και τον φρόντιζε, τώρα κοιτάει μικρές. Αυτή εξακολουθεί να τον φροντίζει, είναι άδικο, σκέφτεται, πέρσι κοντεύαμε να παντρευτούμε· τώρα πήρε αυτοκίνητο, και με τα δικά μου λεφτά· τώρα δεν έχω σταθερή δουλειά, δεν μ’ έχει ανάγκη. Και πρέπει να στείλω λεφτά του παιδιού στην Τιφλίδα για το ωδείο.

Εχουν παραγγείλει πίτσες. Ο Αλεξ έχει καλέσει φίλους του από τη δουλειά. Η Κάτια σερβίρει μπίρες, περιποιείται την αντροπαρέα, αυτοί δεν τη βλέπουν, είναι μέρος του σπιτιού. Ο Αλεξ βλέπει το ματς σκυθρωπός. Δεν του αρέσει που μαζεύτηκαν εδώ, στο επόμενο ματς θα τους πει να πάνε στο καφενείο.

Στον Χολαργό, μαζεύτηκαν στον θείο πέντε ανίψια γυμνασίου-λυκείου. Ο θείος φτιάχνει σάντουιτς στην αγοροσύναξη και ενοποιεί τις διαφορετικές προτιμήσεις. Κοιτάει περισσότερο τους άτσαλους έφηβους και λιγότερο τις ντρίμπλες. Ανάβει μια πίπα, «μας ντουμάνιασες, ρε θείο…». Βγαίνει στο μπαλκόνι, με το μάτι στην οθόνη, το αεράκι φέρνει ήχους εκφωνητή από κάθε μπαλκόνι.

Στα Εξάρχεια, τα αγόρια είναι ανάκατα δημοτικού και γυμνασίου, οι έφηβοι επιτιμούν τους μικρούς που φωνάζουν σε λάθος φάσεις. Η μαμά φέρνει πατάτες και ποπ κορν, δεν την ενδιαφέρει το ματς, βλέπει το τσούρμο να διασκεδάζει, απορεί και λίγο, ποτέ δεν της άρεσε το ποδόσφαιρο, αλλά τ’ αγόρια… Κι ο μπαμπάς είναι στη δουλειά.

Στους Αμπελοκήπους η γιαγιά έχει κρατήσει μόνο το πορτατίφ αναμμένο και βλέπει ένα ντοκιμαντέρ για τα δελφίνια. Απόψε έδωσε έξτρα ρεπό στην Κάτια, δεν κατάλαβε τι της έλεγε ακριβώς, ματς, Αλεξ, τη συμπαθεί όμως, είναι πολύ ευγενική και πρόθυμη, νιώθει άνετα μαζί της, κι ας είναι μόλις τεσσάρων εβδομάδων η συμβίωση. Μακάρι να της μείνει, γιατί αυτές τις μέρες τη βλέπει λίγο μελαγχολική, φευγάτη. Να ‘ναι το παιδί της; Κάτι άλλο;

Στα Εξάρχεια ο Μάκης βλέπει μόνος του. Χυμένος στον καναπέ, στα σκοτεινά, τσαλακώνει τα κουτάκια της μπίρας ένα ένα, γεμίζει τασάκια, από τα μισάνοιχτα ρολά ακούει γέλια και φωνές, οι απέναντι έχουν μαζέψει πάλι παιδομάνι, ανεβοκατεβαίνουν τα ντελίβερι, χαλασμός. Του δίνουν στα νεύρα. Του βαραίνουν τη μονοχνοτιά, του θυμίζουν την πρώην και το παιδί της, το παιδί τού λείπει περισσότερο, αυτή όχι τόσο, το παιδί όμως τον έκανε άλλο άνθρωπο. Και του λείπει. Οι πιτσιρικάδες απέναντι μιλάνε όλοι μαζί, βραχνοέφηβοι και άλλοι μικρότεροι σαν τον δικό του, σαν να ‘ναι κι αυτό μαζί τους, ο νους είναι εκεί, απέναντι, κι όχι στην μπάλα μπρος του. Ανοίγει κι άλλη Αρτουά, βγαίνει στο μπαλκόνι.

Κι απόψε οι δυο τους, μόνοι, ως συνήθως. Πειθαρχημένοι βλέπουν ματς, καθείς στην πολυθρόνα του. Στον ακάλυπτο ακούγεται το μικροπανηγύρι που ‘χουν στήσει οι ξένοι της πολυκατοικίας, ήσυχοι άνθρωποι, σπανίως ακούγονται, απόψε έβγαλαν την τηλεόραση στην αυλή, ανακατεύτηκαν λαλιές. Οι φωνές από κάτω ανεβαίνουν μέχρι τον πέμπτο και τους κρατούν ενωμένους, συντροφιά. Απ’ τον καιρό που τους άφησε η κόρη, δεν αισθάνονται τίποτε έντονα, κανένα πάθος δεν ταράζει την αδράνεια των συγκάτοικων βίων. Καμιά βραδιά δεν ξεχωρίζει. Ούτε αυτή.

Στο ημίχρονο ανέβηκε τη Συγγρού. Περιέργως, είχε κάποια κίνηση. Ποιοι έμεναν έξω, ασκεπείς, ξεμείνηδες και μόνοι; Παράξενα ζώα… Κι εσύ; Τι ράτσα ζώο είσαι; Ποιος; Αλλού, άλλοι, αλλιώς…