ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κάννες: όλα είναι ανοιχτά

Οι δώδεκα μέρες του φετινού φεστιβάλ των Καννών δεν κατάφεραν να συγκλονίσουν τον κόσμο του κινηματογράφου, ούτε να δώσουν ένα στίγμα θεματολογικό ή σε καλλιτεχνικό ύφος. Λίγες, ελάχιστες, ταινίες είχαν τη γενική αποδοχή στην 59η διοργάνωση, όμως αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα βραβευτούν. Ο τρόπος με τον οποίο αποφασίζουν οι επιτροπές είναι ένα μυστήριο, που κανείς δεν έχει καταφέρει να λύσει. Ενα μυστήριο πιο μπερδεμένο και από αυτό του «Κώδικα Da Vinci», που άνοιξε τη διοργάνωση με προσδοκίες να σαρώσει κάθε προηγούμενο εισπρακτικό ρεκόρ, αλλά αρκέστηκε απλώς σε μια μεγάλη (ταμειακή και μόνο) επιτυχία.

Ολα είναι ανοιχτά, σε ό,τι αφορά την αυριανή απονομή του κορυφαίου βραβείου των Καννών από τον Γουόνγκ Καρ Γουάι. Από τις είκοσι ταινίες του επίσημου διαγωνιστικού προγράμματος, μόνο δύο θα μπορούσαν να φέρουν το κλαδί του «Χρυσού Φοίνικα», χωρίς να πει κανείς ότι έγινε κάποιου είδους διάκριση ή αποτυχημένη επιλογή. Το «Volver» του Πέδρο Αλμοδόβαρ και η «Βαβέλ» του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου, εκτός από ολοκληρωμένες και πλήρεις, είναι δύο ταινίες που άγγιξαν το κοινό σε περισσότερα του ενός επίπεδα και καταφέρνουν να έχουν τον χρυσό συνδυασμό της καλής καλλιτεχνικής ταινίας και του φιλμ που ενδιαφέρει τον κόσμο και δεν αρκείται στο αυτιστικό του περιβάλλον.

Στη χρονιά της απογοήτευσης και των αποτυχημένων φιλόδοξων σχεδίων, τέσσερις ακόμη ταινίες φαίνονται συνεπείς με τον σκοπό τους και με τον θεατή. Τα «Κλίματα» του Νουρί Μπίλγκε Τζεϊλάν, τα «Φώτα στο σούρουπο» του Ακι Καουρισμάκι, ο «Ανεμος που σηκώνει το κριθάρι» του Κεν Λόουτς και το «Μπουένος Αϊρες, το χρονικό μιας απόδρασης» του Ισραελ Αντριάν Καετάνο, που αναφέρεται στα θύματα βασανιστηρίων της χούντας της Αργεντινής. Θα προτιμήσει, όμως, ο Γουόνγκ Καρ Γουάι μια ταινία για το πόσο ολοκληρωμένη είναι ως συνολικό αποτέλεσμα ή, ως λάτρης των εικόνων, θα δώσει αλλού το προβάδισμα; Σε αυτή την περίπτωση μπορούν να προωθηθούν άλλες συμμετοχές όπως η ταινία-περιοδικό-σαντιγί «Μαρία Αντουανέτα» της Σοφίας Κόπολα, που έτσι κι αλλιώς ξεσήκωσε τον περισσότερο θόρυβο στο φεστιβάλ, αλλά και ο «Κόκκινος δρόμος» της Αντρέα Αρνολντ. Η επιμονή της Αρνολντ να παρακολουθεί την πρωταγωνίστριά της σε υποφωτισμένους διαδρόμους ίσως κάνει τον Γουόνγκ Καρ Γουάι να βρει κάτι κοινό με το δικό του σινεμά.

Αυτή, πάντως, η «εικαστική» κατεύθυνση, είναι η μοναδική που φαίνεται να πριμοδοτείται, καθώς άλλες τάσεις, όπως το πολιτικών αναφορών φιλμ, εκφράστηκαν με επιπολαιότητα και αστοχίες. Οι αμερικανικές συμμετοχές, «Fast food nation» και «Southland tales» ήταν λίγο – πολύ εκτός τόπου και χρόνου, το «Il Caimano» του Νάνι Μορέτι αντιμετώπισε καιροσκοπικά την περίπτωση Μπερλουσκόνι, ενώ το «Θερινό ανάκτορο» του Λου Γε τοποθέτησε σποραδικές σκηνές επικαίρων από τα γεγονότα της Τιενανμέν, χωρίς να αναπτύσσει περισσότερο τη σκοπιμότητά τους. Το φετινό φεστιβάλ υπήρξε μία από τις πιο αμήχανες διοργανώσεις των τελευταίων ετών και παρά την τεχνολογική εξέλιξη του μέσου, για την οποία έγινε πολύς λόγος, η έμπνευση δεν κατάφερε να συμβαδίσει. Το βάρος τώρα πέφτει στα επόμενα μεγάλα φεστιβάλ (Βενετία, Τορόντο), ώστε να παρουσιάσουν την τάση και τις ταινίες που θα συζητηθούν και θα τραβήξουν το κοινό μέσα στην επόμενη κινηματογραφική σεζόν.

«Κολοσσιαία νιότη», απέραντη πλήξη

Την παλιότερη εποχή των φεστιβάλ, που ευτυχώς φαίνεται να περνάει, με τις ταινίες δημιουργών που αδυνατούν να απλώσουν ένα νήμα επικοινωνίας με τον θεατή, θύμισε η «Κολοσσιαία νιότη» του Πορτογάλου Πέδρο Κόστα. Πρόκειται για μια ταινία δύο ωρών και 34 λεπτών, όπου οι έννοιες της πλοκής και της συνοχής μοιάζουν για τον θεατή όνειρο τρελό και απατηλό. Το στόρι που περιγράφεται στην περίληψη, δηλαδή ότι ο Βεντούρα, ένας εργάτης από το Πράσινο Ακρωτήρι, εγκαταλείπεται από τη γυναίκα του και από την ερειπωμένη γειτονιά του, μετακομίζει σε ένα μαζικό συγκρότημα κατοικιών, μπορεί να εντοπιστεί κάπου στην ταινία. Ωστόσο, το μόνο που μένει είναι η επιτηδευμένη και δήθεν καλλιτεχνική γραφή. Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει τη σκηνή που παρακολουθούμε επί δέκα λεπτά δύο ανθρώπους να βλέπουν στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ για το πώς τρέφεται η ανακόντα, λέγοντας κατά διαστήματα «Ντοντότι, Ντοντότι». Τι στο διάολο είναι τα Ντοντότι; Την απορία είχε και ο ένας από τους ήρωες. «Μωρομάντιλα», του απάντησε η συνομιλήτριά του, και αν σημαίνει κάτι αυτό, μπορεί να το εξηγήσει μόνο ο Πέδρο Κόστα. Πιο μαζική αποχώρηση θεατών δεν έχει σημειωθεί στο φετινό φεστιβάλ. Σε κάποιο σημείο της προβολής οι θεατές έφευγαν κατά κύματα, χωρίς πάντως να ενοχλήσουν τους λιγότερους που αποφάσισαν να μείνουν, αφού στην οθόνη δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα…