ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Βιωματική γλώσσα εικόνων της μαζικής κουλτούρας

Γεννήθηκε το 1972 στη Νότιο Αφρική με προγόνους Εβραίους, Ολλανδούς και Σκωτσέζους. Μεγάλωσε στο Γιοχάνεσμπουργκ και αποφοίτησε από ελληνικό σχολείο. Στα 21 της έφυγε για σπουδές στη Νέα Υόρκη όπου έζησε 8 χρόνια, ενώ τα τελευταία 4 έχει εγκατασταθεί στο Βερολίνο. H καλλιτέχνις Candice Breitz ανήκει στην κατηγορία των σύγχρονων νομάδων με πλούσιο βιωματικό υλικό. Παρότι έχει συγχρωτισθεί με πολλές και διαφορετικές κουλτούρες, επέλεξε να εστιάσει σε εκείνη που αποτέλεσε τον «πλακούντα» για ολόκληρη τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων: την αμερικανική. Ετσι οι επισκέπτες της έκθεσής της στην Ελληνοαμερικανική Ενωση θα δουν βιντεοεγκαταστάσεις με πλάνα από το MTV και αποσπάσματα από χολιγουντιανές ταινίες. Μια κοινή γλώσσα εικόνων, που αν και «πειραγμένη» στα έργα της γίνεται αντιληπτή απ’ όλους μας.

Ελληνική παιδεία

Οπως οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν ταξιδέψει πολύ, η Breitz διαθέτει το χάρισμα της γρήγορης προσαρμοστικότητας στο περιβάλλον. Προσπαθεί να παραγγείλει τον καπουτσίνο της στα ελληνικά, ανασύροντας λέξεις που έχει να χρησιμοποιήσει από την εφηβεία της. Μέσα στις δύο μέρες που πέρασε στην Ελλάδα, θυμήθηκε ένα σημαντικό μέρος του λεξιλογίου της. Αναπόφευκτα η κουβέντα μας ξεκινά από την ελληνική της παιδεία που φαίνεται να χάθηκε με την πάροδο του χρόνου: «Υπάρχει μεγάλη ελληνική παροικία στο Γιοχάνεσμπουργκ και τα μέλη της αποφάσισαν να ιδρύσουν σχολεία για τα παιδιά τους. Ενα από αυτά ήταν δίπλα στο σπίτι μου και οι γονείς θεωρούσαν ότι έπρεπε να με γράψουν εκεί γιατί είχε υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Διδάχθηκα λοιπόν ελληνικά ως ξένη γλώσσα -αλλά έχω να μιλήσω από τότε- όπως επίσης και ελληνικούς χορούς: σούστα, καλαματιανό, νησιώτικα. Ακόμα και σήμερα που έχω ζήσει σε πολλά μέρη, αισθάνομαι λίγο Ελληνίδα», λέει στην «Κ».

Τα διαφορετικά ερεθίσματα που αφομοίωσε στη ζωή της, λειτουργούν ως δεξαμενή που επηρεάζει άμεσα τη δουλειά της δίνοντάς της δύναμη και αυτοπεποίθηση αντί να την κάνουν να νιώθει άπατρις: «H ταυτότητά μου δεν ήταν ποτέ «καθαρή». Δεν το αντιμετώπισα ως πρόβλημα αλλά ως προτέρημα διότι τα βλέπω όλα σχετικά. Φανταστείτε κάποιον που δεν έχει δει ποτέ μπροστά του μαύρο ή ομοφυλόφιλο. Κινούμενη από το ένα πολιτισμικό πλαίσιο στο άλλο διαπίστωσα ότι δεν υπάρχει ένας «σωστός» τρόπος να τρώμε, να μιλάμε, να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα. Κάτι που θεωρείται «κανονικό» και φυσιολογικό σε μια κουλτούρα ενδεχομένως να προσλαμβάνεται αρνητικά σε μιαν άλλη. Αν κάνω παιδιά θα ήθελα να ζήσουν σε πολλά μέρη και να μην είναι προσκολλημένα στις αλήθειες που ταυτίζονται με ένα έθνος ή μια θρησκεία».

Κοινά στοιχεία

Λίγο πριν κλείσει τα 35 της η Breitz πιστεύει ότι σε ένα μεγάλο μέρος του σημερινού κόσμου η γενιά της έχει αρχίσει να παίρνει σταδιακά τα πράγματα στα χέρια της: «Αν και στην Ελλάδα διαπιστώνω ότι υπάρχει γεροντοκρατία, σε άλλες χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία οι συνομήλικοί μου έχουν ηγετικές θέσεις σε εταιρείες, πολιτικά κόμματα, στην τέχνη. Μην ξεχνάτε ότι έχουμε δει στα 18 μας τον κόσμο να αλλάζει. Επεσε το Τείχος του Βερολίνου, διαμορφώθηκε διαφορετικά ο παγκόσμιος πολιτικός χάρτης. Στη Νότιο Αφρική είμαι μέλος μιας γενιάς που έζησε τις πρώτες ελεύθερες εκλογές και την απελευθέρωση του Μαντέλα έπειτα από πολυετή φυλάκιση. H γενιά της συμφιλίωσης και του εκδημοκρατισμού. Από την άλλη σε όποιο μέρος του κόσμου και αν μεγαλώσαμε, έχουμε έναν κοινό πολιτισμικό παρονομαστή: τη μουσική, την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, την τεχνολογία. Θυμάμαι την πρώτη φορά που χρησιμοποίησα μια συσκευή βίντεο και εντυπωσιάστηκα φοβερά από το γεγονός ότι μπορούσα να «παγώσω» την εικόνα, να ξαναδώ μια σκηνή. Ξαφνικά η τηλεόραση είχε γίνει διαδραστική».

Η Νοτιοαφρικανή καλλιτέχνις αποφάσισε λοιπόν να «πατήσει» σε αυτήν την κοινή, βιωματική γλώσσα εικόνων της μαζικής κουλτούρας και να την επεξεργαστεί ως προσωπικό ιδίωμα. Στην πρώτη της βιντεοεγκατάσταση στην Ελληνοαμερικανική Ενωση με τίτλο «Babel Series» έχει επτά οθόνες όπου απομονώνει και προβάλλει ένα μικρό απόσπασμα από γνωστά μουσικά βίντεο της δεκαετίας του ’80 με τη Madonna, τον Prince, τον Freddie Mercury, την Grace Jones κ.ά. Στη δεύτερη εγκατάσταση με τιτλο «Mother» & «Father» που κέρδισε τις εντυπώσεις στην πρόσφατη μπιενάλε της Βενετίας, έχει βάλει σταρ του Χόλιγουντ από διάσημες ταινίες -όπως ο Ντάστιν Χόφμαν στο Κράμερ εναντίον Κράμερ- να συνδιαλέγονται μεταξύ τους. H οκταετής παραμονή της Breitz στις ΗΠΑ την εξοικείωσε με τον τρόπο ζωής, τον σύγχρονο πολιτισμό και τις νευρώσεις τους. Αποφάσισε λοιπόν ότι αυτό που την ενδιαφέρει είναι να τοποθετήσει «φίλτρα» μέσα από τη δουλειά της στους ηθικούς κώδικες που διαποτίζουν συχνά τις ταινίες ή τα τραγούδια της αμερικανικής ποπ κουλτούρας, της κυρίαρχης κουλτούρας στον κόσμο. «Οταν βλέπει κανείς μια χολιγουντιανή παραγωγή, όλα είναι προαποφασισμένα. Τι είναι καλό, τι είναι κακό, τι είναι η ευτυχία, η αγάπη και ο έρωτας. Ποια είναι η ιδανική εμφάνιση για μια γυναίκα, πώς πρέπει να φέρονται οι γονείς στα παιδιά. Οι αξίες και οι ιδέες είναι προκαθορισμένες. Απομονώνοντας αποσπάσματα από ταινίες ή βίντεο, δίνω στον θεατή τον απαραίτητο χώρο και χρόνο να σκεφτεί, να συνειδητοποιήσει τι βλέπει. Να αποστασιοποιηθεί και να πάρει τις αποφάσεις για τον εαυτό του. Δεν έχω τίποτα εναντίον της αμερικανικής κουλτούρας per se αλλά με τον τρόπο με τον οποίο μας επιβάλλεται και περνά στο υποσυνείδητό μας. Αν η Ελλάδα ήταν στη θέση της Αμερικής σήμερα, δηλαδή είχε τη δυνατότητα να παίξει το παιχνίδι του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, δεν θα χορεύαμε ροκ στα μπαρ αλλά καλαματιανά. Με τη δουλειά μου δεν θέλω να μειώσω ή να κατακρίνω την αμερικανική μουσική ή την κινηματογραφική βιομηχανία, αλλά να βοηθήσω τους ανθρώπους να τη δουν από μια κριτική σκοπιά».

Πολλοί καλλιτέχνες προσπαθούν να το επιτύχουν αυτό, σοκάροντας τους θεατές των έργων τους όμως η Breitz διαφωνεί με αυτήν την τακτική: «Κανένα καλλιτεχνικό έργο δεν μπορεί να σοκάρει τους θεατές από τη στιγμή που έχουν δει στην τηλεόραση τα αεροπλάνα να πέφτουν στους Δίδυμους Πύργους ή τους αποκεφαλισμούς ομήρων στο Ιράκ. Δεν νομίζω ότι μπορεί να λειτουργεί αυτός ο τρόπος. O μέσος άνθρωπος είναι εκτεθειμένος καθημερινά σε εκατομμύρια εικόνες. Παράλληλα, θεωρώ ότι όταν ένας δημιουργός προσπαθεί να σοκάρει είναι σαν να θέλει να έχει τον έλεγχο στο κοινό. Σημασία έχει να βοηθάς τον θεατή να σκέφτεται όχι να του επιβάλλεις τον τρόπο που θα το κάνει. H δική μου μέθοδος είναι να αφαιρώ από τα αμερικανικά πολιτιστικά προϊόντα τη συνοχή του νοήματος. Να μην είναι εύπεπτα και να σε συμπαρασύρουν. Ετσι ο θεατής μπορεί να σχηματίσει τη δική του άποψη και όχι να καταπιεί αμάσητα τα μηνύματα που του περνά η ταινία ή τα τραγούδια».

Η έκθεση της Candice Breitz θα λειτουργήσει μέχρι και τις 29 Ιουλίου στην Ελληνοαμερικανική Ενωση (Μασσαλίας 22, Κολωνάκι).