ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μια ιεροσυλία και η μυστική υπηρεσία των Σπαρτιατών

Παναγιώτης Μπαλτάκος

Ερμοκοπίδες

εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 317

Μετά «Το τέλος του Εφιάλτη» (2004) ο Παναγιώτης Μπαλτάκος επανέρχεται με τη δεύτερη συνέχεια μιας διαφαινόμενης μυθιστορηματικής τριλογίας σχετικά με τους Σπαρτιάτες, την κοινωνία τους, την αντίληψή τους για τη ζωή και τον θάνατο, την αγάπη και τον έρωτα. Αυτή τη φορά όμως το «θέατρο των επιχειρήσεων», ο χώρος όπου εξελίσσονται δύο παράλληλες αλλά αλληλοσυνδεδεμένες ιστορίες, είναι η Αθήνα του 415 π.Χ., η Αθήνα του Πελοποννησιακού πολέμου.

Σε μια πόλη συνεπαρμένη από την προοπτική της σικελικής εκστρατείας και γοητευμένη από τη δημαγωγία του Αλκιβιάδη, πόλη βαθιά διαιρεμένη από την αντιπαράθεση Δημοκρατικών-Ολιγαρχικών, προετοιμάζεται «εν κρυπτώ» ένα ανοσιούργημα: η αποκοπή της κεφαλής του Ερμή που κοσμεί τις εκατοντάδες «Ερμαϊκές στήλες», οι οποίες βρίσκονται διάσπαρτες σε όλη την πόλη. Ποιοι είναι όμως οι Ερμοκοπίδες; Σε τι αποσκοπούν; Γιατί σχεδιάζουν και υλοποιούν τελικά την αποτρόπαιη ιεροσυλία τους;

Σαφείς απαντήσεις

Στο κείμενο υπάρχουν απαντήσεις, πολιτικές και μεταφυσικές, αλλά κυρίως σαφείς. Οι απαντήσεις είναι μεν μυθιστορηματικές αλλά τεκμηριωμένες και στηριγμένες στα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων αλλά και σε σύγχρονες μελέτες αστρολογικές και αριθμοσοφικές, επειδή ακριβώς η συγκεκριμένη ιεροσυλία είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της αρχαιότητας.

Και οι Σπαρτιάτες; Πώς εμπλέκονται οι Σπαρτιάτες σε όλα αυτά; Η πόλη τους είναι σε πόλεμο με την Αθήνα, τον Πελοποννησιακό πόλεμο, και αυτοί έχουν κάθε λόγο να παρακολουθούν τα τεκταινόμενα στην εχθρική πόλη, χρησιμοποιώντας τη μυστική τους υπηρεσία, την Κρυπτεία, την αρχαιότερη μυστική υπηρεσία στον δυτικό κόσμο, σκυτάλες της οποίας εκτίθενται σήμερα σε ειδική προθήκη της περιβόητης και παντοδύναμης αμερικανικής ΝSΑ!

Η Κρυπτεία

Η Κρυπτεία, λοιπόν, παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Αθήνα, χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό δύο Σπαρτιάτες «αποσυνάγωγους», δύο οπλίτες από εκείνους που παραδόθηκαν στους Αθηναίους το 425 π.Χ., μετά τη μάχη στη Σφακτηρία. Ηταν η πρώτη και τελευταία φορά που Σπαρτιάτες παραδόθηκαν στον αντίπαλο και οι δύο καθημαγμένοι ψυχολογικά οπλίτες, χρόνια μετά την απελευθέρωσή τους, το γνωρίζουν αυτό καλά. Αγωνίζονται να ξεπλύνουν τη ντροπή της παράδοσης, αλλά ο ένας από αυτούς, προσπαθώντας να αντλήσει πληροφορίες, πέφτει υποχρεωτικά στην «αγκαλιά» μιας Αθηναίας εταίρας. Η θέρμη της αγκαλιάς αυτής, άγνωστη παντελώς σ’ αυτόν, τον σαστίζει κυριολεκτικά: «Εχω μάθει να αντιστέκομαι στο κακό, αλλά στο καλό πώς να αντισταθώ;», αναρωτιέται.

Το βιβλίο είναι μια μυθιστορηματική προσέγγιση και καταγραφή της σπαρτιατικής αρετής. Είναι μία «μελέτη» αρετής, όπως οι Σπαρτιάτες την αντιλαμβάνονται. Σε κάθε ένα από τα κεφάλαια προτάσσεται, όπως στο «Τέλος του Εφιάλτη», ένα χωρίο από αρχαίο συγγραφέα, έτσι ώστε ο αναγνώστης να έχει τη βεβαιότητα ότι η μυθιστορηματική γραφή δεν απέχει από την ιστορική αλήθεια. Παράλληλα, για τις ανάγκες της αφήγησης αναπτύσσονται διεξοδικά ορισμένα παράπλευρα θέματα, όπως η κοινοβιακή οργάνωση της σπαρτιατικής κοινωνίας, η Πυθαγόρεια αριθμοσοφία στην οποία στηρίχθηκε η κατασκευή του Παρθενώνα και οι αστρολογικές μελέτες που προσδιορίζουν τον επιβεβλημένο χρόνο κοπής των Ερμών κεφαλών.

Πιο σύνθετοι

Ο αναγνώστης δεν μπορεί να διεξέλθει τις σελίδες του βιβλίου κάνοντας ένα συνήθη αναγνωστικό περίπατο. Είναι υποχρεωμένος να σταματήσει, να σκεφθεί, να προσέξει και να ξαναδιαβάσει πιθανώς αποσπάσματα που ξενίζουν και προκαλούν. Οι Σπαρτιάτες, άγνωστοι ουσιαστικά στη νεοελληνική γραμματεία, δεν είναι μόνο «μέλανας ζωμός» και πολεμικές επιχειρήσεις. Είναι, επιμένει ο συγγραφέας, κάτι ευρύτερο και βαθύτερο, πολύ πιο σύνθετο κοινωνικά και φιλοσοφικά από ό,τι μπορεί κανείς να υποψιασθεί, κάτι που πρώτη αντιλαμβάνεται η εταίρα-ηρωίδα του βιβλίου και αμέσως μετά ο ανυποψίαστος αναγνώστης.

* Ο κ. Απόστολος Σ. Γεωργιάδης είναι μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.