ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα Βλεμμα

Οποιος υπήρξε έστω και ελάχιστα χεβιμεταλάς στην εφηβεία του, ασφαλώς θα γελούσε με τον θόρυβο που ξεσήκωσαν οι τερατοκιτσάτοι Φινλανδοί Λόρντι στον τελικό του Eurovision League. Και λογαριάζω ότι από τη δεκαετία του ’70 έως σήμερα πολλοί, πάρα πολλοί Ελληνόπαιδες άκουσαν μέταλλο στο οικιακό πικάπ, στο κασετόφωνο, στο στέρεο, στο γουόκμαν ή στο iΡod.

Ας μην αναλύσουμε τώρα τι είναι ακριβώς χέβι μέταλ – είμαι βέβαιος ότι έχουν γραφτεί δεκάδες διατριβές, με πολύ χέβι μεθοδολογία. Ας αναγνωρίσουμε όμως ότι από τα πολλά είδη της ποπ, είναι ίσως το πιο ανθεκτικό και το πιο αναλλοίωτο: σαν κατσαρίδα ζωντανεύει στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, γεμίζει ηλεκτρική φασαρία τα πρωτοεφηβικά δωμάτια, τρελαίνει τους γονείς και τους γείτονες, εγκαθίσταται ζωγραφικά σε φανελάκια και σακίδια, φορτώνει δαχτυλίδια και χαϊμαλιά, και ύστερα αποσύρεται… Για να φωλιάσει στους επόμενους 13άρηδες και 14άρηδες.

Ανθεκτικό και αναλλοίωτο. Από τους πρωτεϊκούς Black Sabbath του ’70, με τα τραγούδια τους για Μαύρα Σκυλιά και Ματοβαμμένα Σάββατα, έως τον φαιδρό βρυχηθμό Ροκ Αλληλούια των μασκοφόρων Λόρντι ενώπιον της Eurovision, το μέταλλο αντέχει. Χωρίς καν μεταλλάξεις. Ιδια βροντόφωνη ρητορική, ίδιες αναφορές στο γκόθικ και έναν λάιτ σατανισμό, παρόμοιες τσιρίδες ή ουρλιαχτά από τους τραγουδιστές, ίδιοι ξυλοκόποι στα ντραμς, ίδια φλύαρα σόλα στις κιθάρες… Θυμάμαι έναν φίλο, μυημένο ροκά, στα 30 του, μετά έναν μαραθώνιο εκλεκτικισμού στα πικάπ, ήθελε να τελειώσει το σετ με βρυχηθμούς των Motorhead. «Ακου, ο τραγουδιστής βάζει ψηλά το μικρόφωνο για να σηκώνει τεντωμένο τον λαιμό και να επιμηκύνει το ηχείο του, για να φωνάζει δυνατότερα…». Αυτό είναι το μέταλ: πιο δυνατά απ’ όλους. Και πιο γρήγορα.

Σαν παιδική ασθένεια. Το μέταλ είναι, εν πολλοίς, ο μυητικός προθάλαμος για το ροκ. Σε αδρή μορφή, σχεδόν καρικατούρας, φέρει τα βασικά στοιχεία του ροκ: ενέργεια, ηλεκτρισμό, ταχύτητα. Αυτά βεβαίως είναι τα στοιχεία γοητείας του ροκ, πάνω στα οποία αναγνωρίζουν εαυτούς οι νέοι εδώ και μισόν αιώνα.

Ταυτόχρονα, αυτό το πρώιμο ροκ, υπό μορφήν ακατέργαστου μετάλλου, προσφέρει στους πρωτάρηδες την είσοδο σε μια φυλή: στη φυλή των μαυροφόρων μακρυμάλληδων, με δαχτυλίδια και βραχιόλια, με δράκοντες και άλιεν, με μικροσατανάδες. Είναι μια άκακη λατρεία του Κακού.

Κι είναι μια συμβολική συμπύκνωση της μικροεξέγερσης του εφήβου, είναι η χαρούμενη ανακάλυψη του κακού παιδιού μέσα του, είναι η αποδοχή του κακού και βρώμικου εαυτού, που συμβαδίζει με την ορμονική έκρηξη και το ερωτικό ξύπνημα, με την ανάδυση του πατροκτόνου εαυτού και την ψηλάφηση του εαυτού έξω από το οικογενειακό κουκούλι.

Το σκοτεινούλι, θορυβώδες, μυθολογικό μέταλ, με την γκόθικ αρματωσιά, ταιριάζει απολύτως, αισθητικά και συμβολικά, με τα σύγχρονα βίντεοπαιχνίδια. Role playing games, όπως το περίφημο Warcraft λ.χ., ανασυνθέτουν έναν μυθικό κόσμο τεράτων και ηρώων, μοιράζονται ίδιους κώδικες με το μέταλ, παρόμοια αίσθηση φυγής και περιπλάνησης, έναν μοναχικό καβαλάρη που τα βάζει με όλους και ξεθάβει μυστικά. Υπό κλίμακα, με αβαρίες, είναι ο σύνθετος μυθικός κόσμος του Αρχοντα των Δαχτυλιδιών. Είναι το πέρασμα από το άμορφο της παιδικής ηλικίας στη μαγεμένη τρικυμία της εφηβείας.

Μόλις μεγαλώσει λίγο ο μεταλάς, φυσιολογικά γίνεται ροκάς. Αντιλαμβάνεται ότι οι, τόσο δημοφιλείς ακόμη σήμερα, Led Zeppelin δεν είναι απλώς «μέταλοι»· είναι χαρντ ροκ, είναι και μπλουζ, είναι κάτι πέραν της ετικέτας. Ο μεταλάς μεταβαίνει από τους Iron Maiden, Scorpion, Metallica κ.ά., στους Blue Oyster Cult, J. Geils Band, Cream, Jimi Hendrix, σε αναβαθμούς: από το ακατέργαστο στο πιο σοφιστικέ και γνησίως δυνατό. Από τους θορυβοποιούς ξυλοκόπους, στους μουσικούς, στο ροκ. Από την προσποίηση, στην ουσία. Από την ταραχή των ωμών ντεσιμπέλ, στην ταραχή της τέχνης. It’s only rock ‘n’ roll.

Αυτή ήταν η πορεία τις ροκ δεκαετίες ’70 και ’80. Σήμερα θα πρόσθετα στους ροκ και τους Red Hot Chili Pepper, ήδη «παλιούς» κι αυτούς.

Ηδη όμως ακούω το νέο σάουντρακ της νιότης: hip hop, trip hop, dub, drums ‘n’ bass, jungle κ.λπ. Και κάτω από τα ποικίλα ονόματα του στυλ, ακούω την ίδια αναζήτηση ενήλικου εαυτού, ακούω την αγωνία της ταυτότητας.