ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

H αιώνια γοητεία των ομηρικών επών

Αντώνης Ρεγκάκος: «Το χαμόγελο του Αχιλλέα. Θέματα αφήγησης και ποιητικής στα Ομηρικά έπη». Πρόλογος Gregory Nagy. Εκδόσεις Πατάκη, 2006, σελ. 230.

Ενας ποιητής που κατορθώνει να κρατά το ενδιαφέρον του κοινού και των φιλολόγων για 27 αιώνες είναι δύσκολο πια να πάψει να απασχολεί τους ειδικούς. Κατά κάποιον τρόπο ο ίδιος ο ποιητής έχει φροντίσει να τροφοδοτεί συνεχώς το ενδιαφέρον τους με όλα όσα κατά καιρούς οι ομηριστές ανακαλύπτουν ότι κρύβει ή αφήνει να φανούν μέσα από τους στίχους του. O τρόπος με τον οποίο γράφει, το υλικό που χρησιμοποιεί, ο τρόπος με τον οποίο το χρησιμοποιεί, οι σχέσεις του με το παρελθόν, οι επιδράσεις στο μέλλον, η μορφή και το περιεχόμενο των ποιημάτων, όλα αυτά και άλλα πολλά που συγκροτούν το περίφημο «Ομηρικό ζήτημα» έχουν τοποθετηθεί από παλιά κάτω από το μικροσκόπιο των φιλολόγων. Το αποτέλεσμα είναι ότι κατά καιρούς έχουν προταθεί όχι μία ή δύο ή τρεις λύσεις και μέδοθοι ερμηνείας, αλλά πολύ περισσότερες. O εξαιρετικός συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Αντ. Ρεγκάκος γνωρίζει τις διάφορες μεθόδους και θεωρίες και είναι σαφώς προσανατολισμένος στη χρησιμοποίηση συχρόνων κλειδιών ερμηνείας που δίνουν τη δυνατότητα να κοιτάξουμε τα ομηρικά έπη από διαφορετικές και πολλές φορές γοητευτικές οπτικές γωνίες.

Το βιβλίο αποτελείται από επτά ανεξάρτητα μελετήματα, που δημοσιεύθηκαν στο διάστημα από το 1995 μέχρι και το 2004 και στα οποία εξετάζονται και τα δύο έπη από διάφορες σκοπιές. Εννοιες, όπως αυτοαναφορικότητα, διακειμενικότητα, ενδοκειμενικότητα, κατοπτρισμός, συγχρονισμός, κυκλικόν ποίημα, γίνονται εύκολα κατανοητές ακόμη και από τους μη ειδικούς χάρη στον απλό τρόπο, με τον οποίο τις εξηγεί και τις παρουσιάζει ο συγγραφέας. Ταυτόχρονα, γίνεται αντιληπτό πόσος δρόμος μας μένει ακόμη για να μπορέσουμε να σκεφτούμε ότι ίσως αρχίζουμε να κατανοούμε τις διάφορες όψεις και δυνατότητες ερμηνείας που κρύβει το ομηρικό κείμενο. Ιδιαίτερα ευρηματικός είναι ο τίτλος του βιβλίου, ο οποίος προέρχεται από την πρώτη μελέτη του βιβλίου. Σε αυτήν τη μελέτη ο αναγνώστης θα συναντήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα ματιά στους περίφημους αγώνες προς τιμήν του Πατρόκλου, που διοργάνωσε ο Αχιλλέας για να τιμήσει τον νεκρό σύντροφό του. H διερεύνηση του κειμένου δίνει στον Ρεγκάκο τη δυνατότητα να αναγνωρίσει ένα πυκνό πλέγμα από συνειρμούς που διατρέχει τους αγώνες αυτούς. Κορύφωση αυτού του πλέγματος αποτελεί το χαμόγελο του Αχιλλέα, όταν ο Αντίλοχος που αισθάνεται αδικημένος και αρνείται να δεχθεί την αφαίρεση του δεύτερου βραβείου στο αγώνισμα της αρματοδρομίας (οπότε οι ακροατές πρέπει να θυμηθούν ότι έτσι ακριβώς και ο Αχιλλέας στην πρώτη ραψωδία είχε αρνηθεί να δεχθεί την αφαίρεση του δικού του βραβείου, δηλαδή της Βρισηίδας, πράγμα που οδήγησε στη φιλονικία του με τον Αγαμέμνονα). Με το χαμόγελό του ο Αχιλλέας δείχνει ακριβώς ότι θυμάται γιατί είχε φιλονικήσει με τον Αγαμέμνονα: είναι ένα χαμόγελο που δείχνει αντιφατικά ίσως συναισθήματα: κατανόηση, αποστασιοποίηση αλλά και ταύτιση. Ταυτόχρονα αυτό το χαμόγελο δείχνει ότι ο ποιητής υπενθυμίζοντας στον ακροατή μια προγενέστερη στιγμή του ποιήματός του «κρατάει στο χέρι του όλα τα νήματα». Εξάλλου ισχύει στην τελευταία ραψωδία· ο ποιητής παρουσιάζοντας τον Αχιλλέα να κάνει τη μεγαλόψυχη υπέρβαση και να αποδίδει στον Πρίαμο το σώμα του αγαπημένου γιου του μας υπενθυμίζει την αρχή του κακού: ο Αγαμέμνων στην αρχή του ποιήματος δεν δέχθηκε το αίτημα του Χρύση και να του επιστρέψει την αιχμάλωτη κόρη του.

Η ίδια ενωτική ματιά υπάρχει και στις υπόλοιπες μελέτες. Στη δεύτερη εξετάζεται η στρατηγική της αγωνίας, όπου ο αναγνώστης θα μάθει πως ο Ομηρος επιτυγχάνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του ακροατή του χρησιμοποιώντας ορισμένους τρόπους δημιουργίας αγωνίας (suspense), όπως είναι η επιβράδυνση, η διακοπή της πλοκής, ο σταδιακός προσδιορισμός της πλοκής, η δραματική ειρωνεία, η παραπλάνηση. Πρόκειται για αφηγηματικούς τρόπους που επηρέασαν και τη μεταγενέστερη αρχαία ελληνική ποίηση. Ειδικά η παραπλάνηση, ο «αφηγηματικός δόλος» των ποιητών, είναι μια πρακτική που τη συναντάμε και κατόπιν στους τραγικούς ποιητές και δεν πρέπει να ξεχνάμε την ανεκδοτολογική παράδοση που λέει ότι ο Αισχύλος πίστευε πως τα έργα του ήταν απλώς ψίχουλα από το τραπέζι του Ομήρου.

Ο Αντ. Ρεγκάκος εξετάζει επίσης και το σημαντικό για την αφηγηματολογία θέμα του χρόνου που ταυτόχρονα είναι και εξαιρετικά ενδιαφέρον. Στη μελέτη του «Χρόνος και συγχρονισμός» αναλύεται με πολύ εύληπτο τρόπο το πρόβλημα της αφηγήσεως περισσοτέρων γεγονότων που συμβαίνουν την ίδια στιγμή. Είναι ένα πρόβλημα που υπάρχει ακόμη και στη σημερινή λογοτεχνία και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να δει κανείς ποιες λύσεις έδωσαν π.χ. οι τραγικοί ποιητές όταν ήθελαν να κάνουν γνωστά στους θεατές και στα σκηνικά πρόσωπα γεγονότα που συνέβησαν λίγο πριν ή συμβαίνουν την ίδια στιγμή εκτός σκηνής. Είναι φυσικό ότι για ένα τέτοιο πρόβλημα έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις ήδη από την αρχαιότητα. O συγγραφέας διατρέχει όλες τις διαδρομές της ομηρικής κριτικής στο θέμα αυτό μέχρι σήμερα και πολύ πειστικά αποδεικνύει ότι για πολλά πράγματα ισχύουν ακόμη και σήμερα ερευνητικές προκαταλήψεις παλαιοτέρων εποχών που πρέπει πια να εγκαταλειφθούν. Το βιβλίο ενδιαφέρεται επίσης και για το μεταγενέστερο έπος και για τη σχέση του με το αρχαϊκό έπος και σε αυτή τη σχέση είναι αφιερωμένη η τελευταία μελέτη του βιβλίου. Μολονότι αυστηρά επιστημονικό, το βιβλίο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ακόμη και για μη ειδικούς. Διαβάζοντας το βιβλίο αντιλαμβάνεται κανείς πόσο γοητευτική εμπειρία εξακολουθεί να είναι η ερμηνεία των ομηρικών επών.

* O κ. Νικ. Π. Μπεζαντάκος είναι καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας.