ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αντηχησεις

Διάβαζα ένα νεοελληνικό διήγημα τις προάλλες, στο οποίο ο συγγραφέας κατηγορεί ευθέως την ηρωίδα του επειδή είναι νευρωτική – τουλάχιστον πιο νευρωτική από τη γιαγιά της. Στην αντιπαράθεση εποχών και ηθών και στην όλο και πιο συνηθισμένη και απλουστευτική κατάταξη των ηρώων στις τάξεις των νευρωτικών από τους ίδιους τους συγγραφείς, θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε το απλούστατο επιχείρημα: μόνο ένας νευρωτικός συγγραφέας θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νευρωτικό ήρωα. Ή μάλλον ένας συγγραφέας που παραδέχεται τις νευρώσεις του και δεν ζει αδιαλείπτως στο ναρκισιστικό του σύμπαν εκτοξεύοντας «δίκαιες» κατηγορίες και παράπονα εναντίον άλλων συγγραφέων, κριτικών, ακόμη και ηρώων.

Ολο και πιο συχνά οι συγγραφείς της νέας ηθογραφίας δεν πλάθουν ήρωες, απλώς τους κρίνουν. Χρειάζεται ασφαλώς ένας βαθμός συμπάθειας ή έστω επιείκειας για να δημιουργείς ήρωες χωρίς να τους κρίνεις. Ή τουλάχιστον να μην τους κρίνεις διαρκώς. Θα επιμείνω στη λέξη συμπάθεια επειδή μπορεί να μας πάει αρκετά μακριά. Ενας από τους πιο ανθεκτικούς μύθους που συνοδεύει τους συγγραφείς είναι ο μύθος της μισανθρωπίας. Συνήθως οι συγγραφείς δεν είναι κοινωνικά τέρατα. Χρειάζονται μοναξιά. Στις τηλεοπτικές εκπομπές δεν κοιτάνε τον φακό· ξύνουν με μανία κάποια περιοχή του κεφαλιού τους. Εν ολίγοις δεν τα πάνε πολύ καλά με το μοντέλο του σύγχρονου άνετου ανθρώπου που χαριεντίζεται διαρκώς και με όλους.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα συγγραφέα-ανθρωποδιώχτη είναι ο Μισέλ Ουελμπέκ. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα γράφει: «Σε ηθικό επίπεδο ήμουν όπως οποιοσδήποτε άλλος: λίγο συναισθηματικός, λίγο κυνικός, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Ημουν απλώς πολύ ειλικρινής κι εκεί έγκειται η διαφορά μου». Μέσω του ήρωα θα μπορούσε να μιλάει ο ίδιος ο συγγραφέας που νιώθει ότι η ειλικρίνεια, όπως την ονομάζει, είναι το όπλο του σ’ έναν διεφθαρμένο κόσμο. O τρόπος που χειρίζεται την ειλικρίνεια ο συγκεκριμένος συγγραφέας δικαιολογεί κυρίως τον πολύ χαρακτηριστικό κυνισμό του. H λέξη συμπάθεια μοιάζει να έχει σβηστεί για πάντα από το λεξιλόγιό του. Ωστόσο η όψη, η φυσιογνωμία του, δείχνει άνθρωπο που μετανιώνει διαρκώς για την ισχυρή του τάση προς την ειλικρίνεια. Ανέκαθεν με προβλημάτιζε πώς ένας άνθρωπος με τόσο θλιμμένο, σχεδόν τρυφερό βλέμμα μπορεί να εμπαίζει τόσο πολύ τα συναισθήματα όταν γράφει.

Στο μυαλό μου τριγυρνάει συνεχώς η λέξη συμπάθεια. Πιθανότατα η έλλειψή της στη ζωή μας να την αποδυναμώνει τελικά και στη μυθοπλασία. Από την πωλήτρια που σου ρίχνει δολοφονικά βλέμματα στο κατάστημα ρούχων, ώς τον συγγραφέα που δεν βρίσκει τίποτα αξιοθαύμαστο στην ηρωίδα του δεν υπάρχει μεγάλη απόσταση. H συναισθηματική μας κατήφεια δημιούργησε ακόμη και κλαμπ φιλίας: «Life and friends» είναι η κωδική ονομασία μιας αθηναϊκής παρέας στο Διαδίκτυο που αναλαμβάνει να μας βρει καινούργιους φίλους όταν χάσουμε τους παλιούς. Δεν μιλάμε για εξεύρεση συντρόφου εδώ, αλλά για εξεύρεση φίλων. Ισως είναι ένα καινούργιο χόμπι;

Η αγοραστική αξία της φιλίας έχει διεισδύσει και στη διαφήμιση. Ενα αυτοκίνητο με έξι αερόσακους κατασκευάστηκε έτσι επειδή «υποθέτουμε πως δεν έχετε μόνο έναν δυο φίλους». H φιλία λοιπόν έγινε ένα είδος επένδυσης που διέπεται από ορθολογικά κριτήρια.

Οσοι συμμετέχουν στα κλαμπ φιλίας δηλώνουν ότι θεωρούν ψυχική δοκιμασία τη διαδικασία εξόδου με φίλους που συνεχώς ακυρώνουν τα ραντεβού ή δεν είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμοι. Προτιμούν νέους, ετοιμοπαράδοτους φίλους, ενθουσιώδεις και διασκεδαστικούς.

Η αντίσταση στα συναισθήματα δημιουργεί παρόμοιους νεωτερισμούς. Ευνοεί την πώληση αναγκών ως προϊόντων. Είναι λύσεις που θεωρούνται λογικές και ευκταίες επειδή βασίζονται στον τρόπο που ζούμε, και αντικατοπτρίζονται στον τρόπο που γράφουμε. H πλήρης δυσπιστία απέναντι στους λογοτεχνικούς ήρωες τρέφεται από τη δυσπιστία απέναντι στους ανθρώπους. H λογοτεχνία που γράφεται υπό αυτό το πρίσμα οσμίζεται την πραγματικότητα, την παρακολουθεί δημοσιογραφικά, την καταγράφει. Αλλά αρνείται να καταλάβει, ή να συμπονέσει. Διατηρεί την απόσταση ασφαλείας που πρεσβεύουν τα κλαμπ φιλίας και οι έξι αερόσακοι.