ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

Παρότι η παρουσία του Πλάτωνα είναι αισθητή στον Καβάφη, και μολονότι διαθέτουμε μια ανεπτυγμένη σε όγκο, αξιόπιστη βιβλιογραφία για τις σχέσεις τού καβαφικού έργου με το ελληνικό παρελθόν, ο Πλάτων είχε μείνει ώς τώρα εκτός του πεδίου των καβαφικών ερευνών. Με αφετηρία τη διαπίστωση αυτή, η μελέτη της Ρένας Ζαμάρου «Καβάφης και Πλάτων» (Κέδρος, σελ. 154) αναζητεί τα πλατωνικά στοιχεία στο καβαφικό έργο – για να καταλήξει ότι τόσο ο αρχαίος φιλόσοφος όσο και ο νεότερος ποιητής επιδίωξαν να οργανώσουν μια δική τους «πολιτεία». Τα κριτήρια όμως που χρησιμοποίησαν για τη δημιουργία της ιδανικής τους πολιτείας υπήρξαν διαφορετικά, παρά το ταυτόσημο στοιχείο που διακρίνει και τις δύο και το οποίο συνίσταται στο γεγονός ότι τόσο στην πολιτεία της ποίησης όσο και στην πολιτεία της φιλοσοφίας συναντούμε σπέρματα φθοράς και διάλυσης. Τα πλατωνικά ίχνη άρχισαν, σύμφωνα με τη μελετήτρια, να εμφανίζονται στο έργο του Καβάφη στην πρώιμη περίοδό του (γύρω στα 1886) και έγιναν συχνότερα και κρισιμότερα στα χρόνια 1892-1903. Οι μεταγενέστερες πλατωνικές αναφορές ώς και το 1930 είναι λίγες και όχι ιδιαιτέρως κρίσιμες, καθώς η Δεύτερη Σοφιστική κυριάρχησε στην ποιητική του Καβάφη περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Οι απόψεις του ποιητή για τον Πλάτωνα σχετίστηκαν κυρίως με το ζήτημα της αλήθειας και του ψεύδους στην τέχνη, της ειλικρίνειας και της ανειλικρίνειας, με το απατηλό ή μη απατηλό της τέχνης και κατά συνέπεια με την ίδια τη σημασία της ποίησης.

Α νάμεσα στα χρόνια 1892-1897 ο Καβάφης συντάσσει δύο πεζά κείμενα για τους Σοφιστές όπου σε προφανή αντίθεση με τις κρίσεις τις οποίες διατυπώνει ο Πλάτωνας μέσω του Σωκράτη, ο ποιητής εκδηλώνει, σύμφωνα με την Ζαμάρου, «συμπάθεια» προς τις ιδέες τους. Σχολιάζοντας στην ίδια περίοδο τις απόψεις του Αγγλου φιλοσόφου John Ruskin (1819-1900) και διαφωνώντας με τις θέσεις του για την τέχνη, ο Καβάφης υιοθετεί αντιθέτως το πλατωνικό «καλώς ψεύδεσθαι», θεωρώντας το «απατάν» ως απαραίτητη λειτουργία της τέχνης. Στο ποίημα του 1886 «Ο Ποιητής και η Μούσα» έχει επίσης υιοθετήσει την πλατωνική άποψη για το ένθεο της ποιητικής δημιουργίας, θεωρώντας ότι ο ποιητής αποτελεί παθητικό δέκτη της θείας δωρεάς χωρίς προσωπική συνείδηση. Στο κείμενό του «Ποιητική» (1903), ο Καβάφης εκθέτει ακόμα την πλατωνική θέση για την έλλειψη της αυτοσυνειδησίας του ποιητή, χωρίς όμως να τοποθετείται, όπως ο Πλάτων, αρνητικά απέναντί της. Με εξαίρεση δηλαδή το θέμα των Σοφιστών όπου ο Καβάφης διαφωνεί ρητά με τον Πλάτωνα, στα υπόλοιπα κείμενα «συμφωνεί» μαζί του, με την έννοια ότι μοιάζει να θεωρεί ακριβείς ορισμένες απόψεις του σχετικά με το τι είναι η ποίηση και το τι κάνουν οι ποιητές, αποφεύγοντας όμως παράλληλα να τοποθετηθεί πάνω στο γεγονός ότι ο φιλόσοφος δεν θεωρεί τις λειτουργίες αυτές ηθικώς αποδεκτές.

Π οιήματα με ρητές πλατωνικές αναφορές αποτελούν η «Σαλώμη» (1896), η «Απιστία» (1903), το «Εν Πόλει της Οσροηνής» (1916), το σχεδίασμα «[Την ψυχήν επί χείλεσιν έσχον]» και το «Ας φρόντιζαν» (1930). Στα δύο πρώτα ο ποιητής δείχνει να έχει τις σχετικές πηγές ενώπιόν του, ενώ στα ποιήματα της δεύτερης κατηγορίας φαίνεται να «επιστρέφει» στον φιλόσοφο από μνήμης, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους. Ως το πλέον αμιγές «πλατωνικό» ποίημα, η «Απιστία» καταλαμβάνει κεντρική θέση στη μελέτη της Ζαμάρου. Στα τριάντα τέσσερα χρόνια πάντως που μεσολαβούν ανάμεσα στα καβαφικά «Σαλώμη» και «Ας φρόντιζαν», το βάρος και η σημασία του Πλάτωνα και των πλατωνικών «σπουδών» μοιάζουν, κατά την άποψή της μελετήτριας, να έχουν μεταβληθεί δραματικά. Διότι η «Σαλώμη» προβάλλει την προτεραιότητα του «ιδεαλισμού» και του φιλοσοφικού στοχασμού τον οποίο αντιπροσωπεύουν οι πλατωνικοί διάλογοι, έναντι του «ρεαλισμού» τον οποίο υποδηλώνει το κομμένο κεφάλι της Σαλώμης. Στο «Ας φρόντιζαν» αντιθέτως, η κατοχή των γνώσεων της ελληνικής αρχαιότητας αποδεικνύεται τελικώς άχρηστη: πρόκειται για την παρακμή ενός λαμπρού και ελπιδοφόρου πολιτισμού, αλλά και για την παρακμή της λαμπρής και ελπιδοφόρας μελέτης αυτού του πολιτισμού. Μια κρίσιμη εξάλλου διαφορά ανάμεσα στην αρχαία και στη νεότερη «πολιτεία» αποτελεί, σύμφωνα με την Ζαμάρου, το ότι ενώ η πλατωνική Πολιτεία συνιστά έναν φιλοσοφικό και πολιτικό οργανισμό που τελειώνει μέσα στον νου του δημιουργού του, η ιδανική καβαφική Πόλη της ποίησης και της πολιτικής σβήνει μέσα στην ίδια την Ιστορία.