ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οψεις

Ηέκθεση στο Βρετανικό Μουσείο με τα σχέδια του Μιχαήλ Αγγελου απευθύνει την προειδοποίηση (ή την προτροπή) προς τους επισκέπτες ότι πρόκειται για έργα που «ο καλλιτέχνης δεν ήθελε να δει κανένας». Το ερώτημά μου είναι: έχουμε το δικαίωμα να αγνοήσουμε τις επιθυμίες του; Ο Χιούγκο Τσάπμαν, ο επιμελητής του μουσείου στον τομέα των ιταλικών σχεδίων, μας λέει ότι «ο Μιχαήλ Αγγελος ήθελε να κοιτάζετε τα ολοκληρωμένα έργα του και να μένετε έκθαμβοι, να μην μπορείτε να αντιληφθείτε ότι είναι αποτέλεσμα χιλιάδων δοκιμών και αποφάσεων». Υπάρχει και μια άλλη ερμηνεία της συνήθειας του Μιχαήλ Αγγελου να καταστρέφει τα σκίτσα του – επιδίωκε να εμποδίσει άλλους καλλιτέχνες να τον αντιγράψουν. Κανείς δεν ξέρει στα σίγουρα.

Βρίσκω την εξήγηση του Τσάπμαν πιο πειστική, παρ’ όλο που θα τη διατύπωνα με κάπως διαφορετικό τρόπο. Δεν είναι τόσο ότι ο καλλιτέχνης προσπαθούσε να μας ξεγελάσει ώστε να πιστέψουμε ότι μπορούσε να δημιουργήσει όλα εκείνα τα αριστουργήματα με μιας, αλλά ότι απλώς δεν θεωρούσε τα μικρά πρόχειρα σχέδια ως μέρος της τέχνης του. Τα προκαταρκτικά σκίτσα και τα σχέδια ενός ζωγράφου είναι η διεργασία στον δρόμο προς το τελικό δημιούργημα. Δεν είναι ούτε καν ισοδύναμα ενός πρώτου συνολικού προσχεδίου – είναι μάλλον δοκιμές για μέρη του πίνακα, ατελή αποσπάσματα που κάποτε θα οδηγήσουν σε ένα ολόκληρωμένο έργο τέχνης, μικρές πρόβες για την τελική παράσταση. Δεν είχαν άλλο λόγο ύπαρξης παρά να υπηρετήσουν ένα μείζον αγαθό, το τελικό έργο. Από τη στιγμή που πραγματοποιούνταν, η αποστολή τους είχε τελειώσει και δεν είχαν άλλο ρόλο να παίξουν.

Ο Μιχαήλ Αγγελος είχε δίκιο που αρνιόταν να δείξει αυτά τα δοκιμαστικά σχέδια στον δρόμο προς τα αριστουργήματά του, και ομολογώ ότι ένιωσα σαν ηδονοβλεψίας καθώς κοίταζα τα εκθέματα που ο καλλιτέχνης δεν ήθελε να δω. Ηταν μια μικρή προδοσία προς τον ίδιο, αλλά και προς την τέχνη του· ο κύριος λόγος της δυσφορίας μου δεν ήταν ότι είχα αγνοήσει τις εντολές ενός νεκρού από καιρό καλλιτέχνη, αλλά το ότι κοίταζα κάτι που δεν έπρεπε ποτέ να βρίσκεται εκεί.

Μπορούν τα πρόχειρα σκίτσα να θεωρηθούν, αυτά καθεαυτά, έργα τέχνης; Ο Μιχαήλ Αγγελος θα έφριττε στην ιδέα, και πράγματι δεν μπορώ να τα δω κάτω από αυτό το φως, να τα ξεχωρίσω από την ανάγκη που υπηρέτησαν. Πολλά από τα σκίτσα στο Βρετανικό Μουσείο είναι μικρές σπουδές ανδρικών κορμών, βραχιόνων και ποδιών. Βρίσκουν τελικά τον δρόμο τους προς το ολοκληρωμένο δημιούργημα, με πιο θεαματική περίπτωση τη Δημιουργία του Αδάμ στην Καπέλα Σιστίνα. Η έκθεση περιλαμβάνει μερικές εξαιρετικά έξυπνες κινούμενες ψηφιακές σειρές που δείχνουν, για παράδειγμα, πώς ακριβώς εκείνη η μικρή γραμμή στο απλωμένο χέρι του Θεού έγινε μέρος του κεντρικού θέματος στην οροφή της Καπέλα Σιστίνα. Ολα οδηγούν στην πεποίθησή μου ότι ο δημιουργικός καλλιτέχνης ή συγγραφέας -ζωγράφος, ποιητής, συνθέτης, οτιδήποτε- παρουσιάζει στο κοινό ένα ολοκληρωμένο έργο, για να κριθεί ως τέτοιο. Πώς φτάνει σε αυτή την τελείωση -με πολλά προσχέδια ή με κανένα, με πολλά πρόχειρα γραπτά ή με λίγα, αναθεωρώντας ριζικά μια συμφωνία ή αφήνοντάς την όπως την είχε συνθέσει αρχικά- μπορεί να είναι ενδιαφέρον αλλά δεν έχει ουσιαστική σημασία.

Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στη μουσική και τα βιβλία από τη μια και τις εικαστικές τέχνες από την άλλη. Μπορεί να κρατάμε σαν θησαυρούς τα προσχέδια ενός μεγάλου μυθιστορήματος ή μιας συμφωνίας, γραμμένα ή σημειωμένα από το χέρι του ίδιου του δημιουργού. Δεν δημοσιεύουμε, όμως, ως χωριστό βιβλίο εκείνη την αρχική και κατώτερη εκδοχή της Μαντάμ Μποβαρί, ούτε πάμε σε μια συναυλία για να ακούσουμε τις πρώτες διστακτικές απόπειρες του Μπετόβεν οι οποίες, έπειτα από πολλές αλλαγές, έγιναν η 9η Συμφωνία του. Κι όμως, μας ζητούν να κοιτάξουμε τα προκαταρκτικά σχέδια ενός έργου ζωγραφικής και να τα αντιμετωπίσουμε σαν αυτόνομα έργα τέχνης.

Το πιο σημαντικό, ίσως, είναι ότι γνωρίζοντας περισσότερα για τη διαδικασία με την οποία πραγματοποιείται ένα μεγαλοφυές έργο, καταλήγεις να μειώσεις τη λάμψη του, να υπονομεύσεις τη μαγεία του, να λιγοστέψεις τον συναισθηματικό και πνευματικό αντίκτυπο του μεγάλου έργου εκθέτοντας τους μηχανισμούς πίσω από τη σκηνή.