ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

Αρχές Ιουνίου, ένας ώριμης ηλικίας Ουκρανός, επισκέπτης στον ζωολογικό κήπο του Κιέβου, αναρριχήθηκε στα ψηλά κάγκελα που χωρίζουν το κλουβί των λιονταριών από τον κόσμο και όρμησε προς τον κίνδυνο φωνάζοντας: «Αν υπάρχει Θεός, θα με σώσει». Μπορεί ο ανώνυμος Ουκρανός να είχε υπόψη του ότι ο προφήτης Δανιήλ είχε σωθεί όταν τον πέταξαν στον «λάκκο των λεόντων» κατά διαταγήν του Δαρείου, μπορεί και όχι, κι απλώς θέλησε να προχωρήσει σε μια ακραία δοκιμασία όπου η ταπεινή του ύπαρξη θα διασωζόταν, και ίσως αποκτούσε νόημα, μόνο αν επιβεβαιωνόταν η ύπαρξη του Θεού. Οπως και να ‘χει, το θαύμα δεν επανελήφθη. Τούτη τη φορά συντελέστηκε ένα δράμα: τα λιοντάρια, μετά τον αρχικό δισταγμό τους, χύμηξαν καταπάνω στον νέου τύπου δύσπιστο Θωμά και τον κατασπάραξαν. Η φρικτή σκηνή, βιντεοσκοπημένη ποιος ξέρει από ποιον «ψύχραιμο», παρουσιάστηκε από διάφορα κανάλια, κι αυτό μπορεί να φοβίζει, πάντως δεν ξενίζει πια: δεν υπάρχει εκδοχή θανάτου που να μην έχει ήδη «παιχτεί» στο γυαλί, είτε αυθεντική είτε κινηματογραφημένη. Ο επί της οθόνης και διά της οθόνης κανιβαλισμός, είτε με σάρκα διαιτάται είτε με ψυχές, δεν πρόκειται να αναχαιτιστεί εύκολα όσο βρίσκει βουλιμικούς θεατές.

Αγνωστοι, ως γνωστόν, αι βουλαί του Κυρίου, άρα δεν μπορούμε να ξέρουμε αν μερολήπτησε, σώζοντας τον προφήτη του τον Δανιήλ και εγκαταλείποντας τον άτυχο Ουκρανό στη μοίρα του κατασπαραγμού του από τα ημιεξημερωμένα θηρία. Σημαίνει άραγε η απουσία του Θεού από το Κίεβο και την ολική απουσία του; Οχι, θα έλεγε ένας πιστός (οποιουδήποτε θεού): ο θεός (ή οι θεοί) δεν ανέχεται απειλές και διλήμματα, δεν εκβιάζεται, δεν ανταποκρίνεται σε πράξεις και σκέψεις που τον καλούν να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του, έστω κι αν το τίμημα της αδιαφορίας του είναι η απόρριψή του από τους στοιχηματίζοντες. Και πιθανότατα ο ίδιος πιστός θα έλεγε ότι στο ανεκδοτολογικό ερώτημα «μπορεί ο Θεός να δημιουργήσει ένα βουνό που να μην μπορεί να το σηκώσει» (αν δεν μπορεί να το δημιουργήσει, δεν είναι παντοδύναμος, κι αν μπορεί να το δημιουργήσει και δεν μπορεί να το σηκώσει, δεν είναι, και πάλι, παντοδύναμος), η απάντηση είναι ότι ο Θεός δεν ασχολείται με ζητήματα ιλιγγιωδώς χαμηλότερα της ασύλληπτης πνευματικότητάς του.

Την ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η στιγμιαία (πλην αρκετή για να συντελεστεί το δράμα) απουσία του Θεού από την ουκρανική πρωτεύουσα δεν συνιστά απόδειξη της πλήρους απουσίας του, ο αγνωστικιστής ή δύσπιστος θα μπορούσε να τη θεωρήσει ισχυρή, αν οι πιστοί δέχονταν το σενάριο σύμφωνα με το οποίο η ενδεχόμενη διάσωση του Ουκρανού από τον νέο λάκκο των λεόντων δεν θα συνιστούσε απόδειξη της θεϊκής ύπαρξης, και προπάντων της πρόνοιας και της αγάπης του ουρανίου δεσπότη για όλα του τα πλάσματα, των σαλών συμπεριλαμβανομένων: αν τα λιοντάρια ήταν χορτασμένα ή φαρμακολογικώς υπνωμένα, ίσως θα αδιαφορούσαν για το (σχεδόν εθελούσιο) θήραμά τους και δεν θα το καταβρόχθιζαν, χωρίς όμως αυτό να συνιστά αναμφίλεκτη απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Εδώ, θέλοντας-μη θέλοντας, καταλήγει να ξανασκεφτεί κανείς πόσο ώριμο πνευματικά ή πόσο σόφισμα είναι το επιχείρημα των υπερασπιστών της ύπαρξης νοήμονος εξωγήινης ζωής, ότι δηλαδή «η απουσία αποδείξεων δεν συνιστά απόδειξη απουσίας». Κι όχι απλώς να το ξανασκεφτεί, μεταφέροντάς το πλέον στο πεδίο της ύπαρξης ή μη θεού, αλλά και να συνυπολογίσει ότι η μείζων απόδειξη, για όλες τις θρησκείες, της ύπαρξης θεού (ή Θεού) είναι η λιγότερο ή περισσότερο μαζική πίστη στην ύπαρξή του: «υπάρχεις επειδή πιστεύω ότι υπάρχεις», και όχι «σε πιστεύω επειδή υπάρχεις». Ο Οσιρις, ο Δίας και η Ηρα (για τον Διόνυσο και την Αφροδίτη μάλλον δεν επιτρέπεται η βεβαιότητα), η Λαϊμά (λεττονική θεά, αντίστοιχη της ελληνικής Μοίρας), ο Κούμους (θεός των αυτοχθόνων της Βόρειας Καλιφόρνιας) ή ο Κουόθ (υπέρτατος θεός στη λατρεία μιας από τις φυλές του Σουδάν) έπαψαν να υπάρχουν (περνώντας έτσι από τον τόμο «Θρησκειολογία» των εγκυκλοπαιδειών στον τόμο «Μυθολογία») όταν οι άνθρωποι, οι πολλοί άνθρωποι, έπαψαν να πιστεύουν στην ύπαρξή τους, κι όχι επειδή ηττήθηκαν σε κάποια τελεσίδικη ουράνια σύγκρουση, σαν εκείνες που αφηγήθηκε με συναρπαστικά αντιθεϊκή αθωότητα η αρχαιοελληνική μυθολογία και ποίηση (ας θυμηθούμε τον Τρωικό πόλεμο και τη μοιρασιά των Ολυμπίων) καθώς και η ινδική «Μαχαμπαράτα».

Για να επανέλθουμε στο ουκρανικό δράμα, το ατομικό, είναι υποχρεωτικός ο συσχετισμός του με ένα συλλογικό δράμα, τη μαζική εξόντωση Εβραίων, τσιγγάνων, πολιτικών αντιπάλων, «πνευματικώς αναπήρων» και ομοφυλοφίλων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Και είναι υποχρεωτικός διότι μόλις προ δεκαημέρου, δηλαδή περίπου όταν ο Ουκρανός (εν)καλούσε τον Θεό να αποδείξει και να αποδειχθεί, ο γερμανικής καταγωγής πάπας Βενέδικτος, επισκεπτόμενος την Πολωνία, αναρωτήθηκε δημοσίως ό,τι εκατομμύρια άνθρωποι έχουν αναρωτηθεί σιωπηρά και κατά μόνας, και ορισμένοι εξ αυτών και διά των γραπτών τους: «Πού ήταν ο Θεός στο Αουσβιτς;» Καθόλου περιττή ιδέα δεν θα ήταν πάντως να αναρωτηθεί πρώτα ο ποντίφικας πού ήταν η Αγία Εδρα στο Αουσβιτς, ποια η στάση του καθολικισμού και των λοιπών δογμάτων έναντι του Χίτλερ αλλά και του Μουσολίνι. Αρκούν εδώ λίγες λέξεις από τον 6ο τόμο της «Γενικής Ιστορίας της Ευρώπης» του F.-G. Dreyfus, του Roland Marx και του Raymond Poidevin (εκδ. Παπαζήση, 1990): «Αναμφίβολα, η μεγαλύτερη πλειοψηφία των διαμαρτυρομένων δέχτηκε χωρίς μεγάλη δυσκολία το Γ΄ Ράιχ. Στις 20 Ιουλίου του 1933 υπογράφεται συνθήκη μεταξύ Αγίας Εδρας και Ράιχ που δίνει στην Εκκλησία σημαντικά προνόμια και επιτρέπει στον Χίτλερ να υπολογίζει στην υποστήριξη των καθολικών. Από τις αρχές του 1934 όμως οι σχέσεις τους εντείνονται. […] Ο καρδινάλιος αρχιεπίσκοπος του Μονάχου επιτίθεται θαρραλέα κατά του ναζισμού αλλά δεν πρόκειται παρά για μειοψηφία. […] Οι γερμανικές εκκλησίες, εγκαταλελειμμένες ως επί το πλείστον από τις αδελφές τους της Ευρώπης, δεν αντιστάθηκαν ιδιαίτερα. Καμία δεν αγωνίστηκε έντονα κατά του ναζισμού». Οσο για τη σχέση με το μουσολινικό καθεστώς, μετά την εγκύκλιο του πάπα Πίου του 11ου, «δεν έμειναν παρά μόνο σποραδικές συγκρούσεις μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και φασισμού».

Στο «βλάσφημο» ερώτημα που μας απασχολεί, το Αουσβιτς, παρότι μοναδικό, ως ένας όρος που συμβολίζει τη συστηματικότερη και επιστημονικότερα διεκπεραιωμένη γενοκτονία στην ιστορία της ανθρωπότητας, μπορεί να αντικατασταθεί, αφού η ίδια παραλυτική και συγχρόνως ελευθερωτική απορία («πού ήταν ο Θεός όταν…») κατακτά το νου των ανθρώπων όχι μόνο όταν σεισμοί και καταποντισμοί, φυσικά φαινόμενα δηλαδή, πληγώνουν βαρύτατα τον κόσμο, αλλά και όταν η «ελεύθερη βούληση» του ανθρώπου απεργάζεται αφόρητα δεινά για τον διπλανό και όμοιό του. Πού ήταν ο Θεός, λόγου χάρη, στο τσουνάμι, αλλά και πού στον πόλεμο του Ιράκ, όπου μάλιστα τον έχουν σύρει σαν υψηλό εμπνευστή και συμπρωταγωνιστή οι θεόπληκτοι πολέμαρχοι; Ή, χονδροειδώς απλούστερα: υπάρχει άλλη εκδοχή Θεού, πραγματωμένη, εκτός από τον Θεό της αδιαφορίας και τον Θεό της τιμωρίας, αν βέβαια δεν λάβουμε σοβαρά υπόψη μας, όπως οφείλουμε, τις θρυλούμενες θεϊκές επεμβάσεις κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικών αγώνων;

Εν πάση περιπτώσει, το ερώτημα «πού ήταν ο Θεός στο Αουσβιτς» δεν τίθεται τώρα πρώτη φορά από τον πάπα Βενέδικτο τον 16ο. Το έχει θέσει, αυστηρότερα και μάλλον θεολογικότερα από οποιονδήποτε εκκλησιαστικό αξιωματούχο, ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας. Νωρίτερα ένας άλλος Γερμανός φιλόσοφος, ο Τέοντορ Αντόρνο, είχε υποστηρίξει πως «η συγγραφή ποιημάτων μετά το Αουσβιτς είναι βάρβαρη», ίσως επειδή στα κρεματόρια αφανίστηκε και ο Λόγος. Η θέση αυτή, ως ερώτηση πια («είναι νοητή η ποίηση μετά το Αουσβιτς;»), ακόμα στοιχειώνει τη φιλολογία – όπως στοιχειώνει την ψυχή των ανθρώπων ο φόβος πως είναι ορφανοί από θεούς, φόβος που γίνεται πεποίθηση (έστω προσωρινή) με κάθε τραγωδία, προσωπική ή συλλογική.