ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Φθάσαμε σήμερα να αποθεώνουμε το βλακώδες…»

Δύο μουσικοί της τζαζ. O πρώτος, παλιός, στα 68 του χρόνια, ένα από τα μεγάλα ονόματα του παρελθόντος, δραστήριος και δημιουργικός ακόμα. O δεύτερος, νέος, στα 38 του, ένα από τα διαρκώς ανερχόμενα ονόματα αλλά ήδη με πολλές δισκογραφήσεις στο ενεργητικό του. O πρώτος είναι μαύρος, ο δεύτερος λευκός. Και οι δύο δεξιοτέχνες του σαξοφώνου, στο άλτο ο πρώτος, στο τενόρο ο δεύτερος. O λόγος για τον Τσαρλς Μακφέρσον και τον Ερικ Αλεξάντερ. O Μακφέρσον ανήκει στην παλαιά φρουρά της τζαζ: το 1959 ξεκίνησε πολύχρονη συνεργασία με τον μεγάλο Τσαρλς Μίνγκους.

Ακολούθησε δική του καριέρα στη συνέχεια, επηρεασμένος από τον Τσάρλι Πάρκερ, ακολουθώντας μέχρι σήμερα μια μουσική γραμμή που ο ίδιος χαρακτηρίζει «νεο-μπίμποπ». O Αλεξάντερ μεταπήδησε από την κλασική μουσική στην τζαζ, επηρεασμένος και αυτός από την παράδοση του Πάρκερ, των «μπόπερς» με άλλα λόγια της εποχής του Μακφέρσον. Και οι δύο μουσικοί τιμούν φέτος την Αθήνα με την παρουσία τους, συγκεκριμένα στο Half Note. O Μακφέρσον εμφανίζεται στο τζαζ κλαμπ του Μετς από προχθές και θα βρίσκεται εκεί έως τις 7 Δεκεμβρίου. O Αλεξάντερ θα εμφανιστεί από τις 15 έως τις 21 Δεκεμβρίου. Και οι δύο μίλησαν στην «K» με αφορμή τον ερχομό τους στη χώρα μας.

Στην ορχήστρα του Τσαρλς Μίνγκους

Μεγαλωμένος στο Ντιτρόιτ, ο Τσαρλς Μακφέρσον από μικρός ξημεροβραδιαζόταν έξω από τα τζαζ κλαμπ. «Δεν επιτρεπόταν να μπω μέσα γιατί ήμουν μικρός. Επαιζαν μεγάλοι μουσικοί: ο Τσάρλι Πάρκερ, ο Ντίζι Γκιλέσπι, ο Μπαντ Πάουελ. Καθόμουν απ’ έξω και προσπαθούσα να τους ακούσω να παίζουν. Θυμάμαι καλά τον Ελβιν Τζόουνς και τον Τόμι Φλάναγκαν. Οταν έβγαιναν έξω για να πάρουν τον αέρα τους, τους έπιανα την κουβέντα. Μεγάλη υπόθεση για μένα».

Ο Μακφέρσον θυμάται ακόμα την πρώτη φορά που άκουσε ζωντανά τον μεγάλο Τσάρλι Πάρκερ. «Πρέπει να ήταν το 1953 ή το 1954, όχι πολύ καιρό πριν πεθάνει. Μοναδική εμπειρία. Οποιος δεν τον έχει ακούσει ζωντανά δεν ξέρει τι ακριβώς έκανε με το σαξόφωνο, καθώς οι ηχογραφήσεις της εποχής εκείνης ήταν τεχνολογικά φτωχές».

Η χρονιά ορόσημο για τον νεαρό Μακφέρσον ήταν το 1959, όταν ο Τσαρλς Μίνγκους τον έκανε μέλος της μπάντας του. «Ημουν 21 και πήγα στη Νέα Υόρκη για να αντικαταστήσω ένα σπουδαίο σαξοφωνίστα, τον Ερικ Ντόλφι. Εκπληκτική εμπειρία αλλά και πολύ δύσκολη. Επρεπε να ξέρουμε να διαβάζουμε μουσική, να την απομνημονεύουμε. O Μίνγκους ήταν επαγγελματίας. Λάτρευε τον Πάρκερ και τον Ντιουκ (Ελινγκτον). Μέσα από αυτή τη διπλή επιρροή διαμόρφωσε το δικό του ύφος. Και ήταν εκρηκτικός, τόσο ως μουσικός όσο και ως άνθρωπος».

Ο Μακφέρσον έμεινε κοντά του έως το 1972, οπότε και ακολούθησε τον δικό του δρόμο, παραμένοντας ενεργός και δραστήριος έως σήμερα. «H τζαζ που παίζω είναι μια επέκταση του μπίμποπ. Την ονομάζω «νεο-μπίμποπ» (neo-bebop) και μ’ αρέσει να συνεχίζω την παράδοση τόσο μεγάλων μουσικών».

Ο Μακφέρσον έχει γυρίσει τον κόσμο παίζοντας τζαζ και βρίσκει το κοινό έξω από την Αμερική ότι «εκτιμά περισσότερο αυτό που κάνουμε απ’ ό,τι στην Αμερική. Στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία ο κόσμος μάς αγαπάει. Γενικά, οι Ευρωπαίοι αγαπούν τις τέχνες περισσότερο.

Παρότι η ποπ και η ροκ δεν έχει αφήσει χώρο για κανέναν. Σήμερα νομίζω ότι ελάχιστοι ενδιαφέρονται για την ανθρώπινη κατάσταση. O θεός είναι το εύκολο χρήμα. Γι’ αυτό έχουμε φτάσει στο σημείο να αποθεώνουμε τη βλακεία και το βλακώδες να το κάνουμε να δείχνει ρομαντικό».

Ο Μακφέρσον είχε την τύχη να συνεργαστεί με τον Κλιντ Ιστγουντ για την ταινία «Bird». «Μου ζήτησε να παίξω κάποια σόλα όπως θα τα έπαιζε ο Τσάρλι Πάρκερ. Πού να το φανταζόμουν το 1954. O Ιστγουντ αγαπάει τη τζαζ και τη γνωρίζει καλά. Ενδιαφέρουσα εμπειρία».

Για το τέλος, ζητούμε ένα σχόλιο από τον Μακφέρσον για τον νεαρό Ερικ Αλεξάντερ που θα τον διαδεχθεί στο Half Note δεκαπέντε μέρες αργότερα (μετά την εξαιρετική καλλιτέχνιδα του φλαμένκο, την Αλίσια Μαρκέζ): «Είναι ένας από τους καλύτερους νέους μουσικούς. Από τους ελάχιστους που δείχνει να κατανοεί τη γλώσσα της μουσικής. Αυτό με κάνει να ελπίζω για το μέλλον της τζαζ».

Ο Ερικ Αλεξάντερ έμαθε να αγαπά την τζαζ σιγά σιγά. Αρχισε να παίζει σαξόφωνο στα 12 του. «Το αστείο είναι ότι το σαξόφωνο θεωρείται το πιο εύκολο από τα μουσικά όργανα. Γι’ αυτό, όμως, οι απαιτήσεις είναι πολύ υψηλές.

Είναι πράγματι δύσκολο να πρέπει να συνεχίσεις στα χνάρια ενός Τσάρλι Πάρκερ, αλλά είμαι ευγνώμων που βρίσκομαι σε αυτή την παράδοση». O Αλεξάντερ υπογραμμίζει ότι «η γλώσσα που δημιούργησαν οι μπόπερς της εποχής εκείνης παραμένει το θεμέλιο της καθαρής τζαζ ακόμα και σήμερα». O Αλεξάντερ δεν αισθάνεται ανασφάλεια για το ότι το κοινό της τζαζ έχει συρρικνωθεί. «Εχουμε ένα μικρό αλλά πιστό, υγιές κοινό. Αυτό που με προβληματίζει είναι οι επιρροές που δέχεται σήμερα η τζαζ, οι οποίες βρίσκονται μακριά από εκείνα τα στοιχεία που τη διαμόρφωσαν και την έκαναν μεγάλη: το μπλουζ, το σουίνγκ κ.λπ. Υπάρχουν κάποια όρια που πρέπει να τα σεβόμαστε. H τζαζ δεν μπορεί να είναι «τα πάντα στο σακί» (Anything goes, λέει, στα αγγλικά)».

Παιδί της ποπ

Ο Αλεξάντερ, παιδί της εποχής της ποπ (γεννήθηκε το 1968) δηλώνει ότι πολλές φορές αγάπησε ένα ποπ τραγούδι, το οποίο όμως, καθώς το έψαχνε, ανακάλυψε ότι είχε τις ρίζες του στην τζαζ. Αγαπάει πολύ τους ιμπρεσιονιστές του πρώιμου 20ού αιώνα (Ραβέλ, Ντεμπισί κ.ά.), μουσικούς που, όπως λέει, έχουν επηρεάσει τους καλλιτέχνες της τζαζ.

Ο Αλεξάντερ έχει παίξει σε όλη την Ευρώπη, την Ιαπωνία, την Αμερική, την Αυστραλία ως επαγγελματίας μουσικός της τζαζ και δηλώνει ευτυχισμένος. «Συχνά λέω ότι η ζωή μας είναι «πολύ ωραία για να είναι αληθινή». Αν περνούσα από 1.000 μετενσαρκώσεις πιθανότατα να επέστρεφα κάθε φορά ως μουσικός της τζαζ».

Ποιοι είναι

Ο Τσαρλς Μακφέρσον γεννήθηκε το 1938 στο Ντιτρόιτ όπου και μεγάλωσε. Επαιζε σαξόφωνο από 12 χρόνων. Το 1959, σε ηλικία 21 ετών, άρχισε να συνεργάζεται με τον Μίνγκους, στην μπάντα του οποίου παρέμεινε επί 12 χρόνια.

Το 1989 ο Κλιντ Ιστγουντ τον επέλεξε για να παίξει σόλα του Τσ. Πάρκερ στην ταινία «Bird». Δισκογραφία: «Live at Birdland, 1962» (Jazz View), «Con Alma» (1965, Ojc), «McPherson’s Mood» (1969, Ojc), «Charles McPherson with Strings. A Tribute to Charley Parker» (Clarion Jazz), «Charles Mingus in Paris, 1970» (1989, D.I.W.), «Come Play with Me» (1995, Arabesque Rec.), «Manhattan Nocturne» (1998, Arabesque Rec.), «Blue Bird» (with Dave Pike, 2000, Absord), «But Beautiful» (2004, Tokuma) κ.ά.

Ο Ερικ Αλεξάντερ γεννήθηκε το 1968 στην Ιντιάνα. Εννέα ετών ξεκίνησε κλαρινέτο και πιάνο αλλά στα 12 αγάπησε το σαξόφωνο. Σπούδασε τζαζ στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα. Το 1991 τερμάτισε δεύτερος στον διαγωνισμό Thelonious Monk International Jazz Saxophone Competition και την ίδια χρονιά ξεκίνησε τη δισκογραφική του καριέρα. Δισκογραφία: «New York Calling» (1994, Criss Cross), «Man with a Horn» (1999, Milestone), «Live at Smoke» (2001, CrissCross), «Nightlife in Tokyo» (2003, Milestone), «Gentle Ballads» (2005), «It’s All in the Game» (2006, Highnote) κ.ά.