ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αντηχησεις

Στα τέλη Οκτωβρίου η αγγλική εφημερίδα «Γκάρντιαν» δημοσίευσε τρισέλιδο ρεπορτάζ για το εκτόπισμα των βρετανικών λογοτεχνικών βραβείων στις πωλήσεις και στο προφίλ ενός συγγραφέα: Βραβεία όπως το Οραντζ, ή το Μπούκερ που συνήθως εκτοξεύουν στα ύψη τις πωλήσεις ενός βιβλίου και δημιουργούν αντίστοιχη έκρηξη στην ευρωπαϊκή, αν όχι στην παγκόσμια βιβλιοαγορά. Στη μικρή μας χώρα τα βραβεία αυξάνονται επίσης χωρίς αντίστοιχο εκτόπισμα. Ωστόσο, ο αριθμός τους δηλώνει κάτι. Την υποκίνηση του ενδιαφέροντος για τη λογοτεχνία που δεν είναι θεσμική, ούτε βασίζεται σε μεγάλους χορηγούς. Κι επίσης την υποκίνηση ενός διαλόγου.

Στην Αγγλία, τη Γερμανία και τις υπόλοιπες μεγάλες αγορές τα βραβεία έχουν εχθρούς και φίλους. Φίλοι των λογοτεχνικών βραβείων είναι συνήθως οι βραβευμένοι ή όσοι διακατέχονται από την ψυχολογία του πρώτου μαθητή. Εχθροί είναι όσοι δεν βραβεύτηκαν ποτέ (όπως ο Μάρτιν Εϊμις για παράδειγμα) και όσοι πιστεύουν ότι η λογοτεχνία βραβεύει ενδογενώς, άρα δεν έχει ανάγκη από συστήματα επιλογής.

Καθώς ανήκω στους συγγραφείς που έχουν βραβευτεί από περιοδικά, μπορώ να μιλήσω προσωπικά. Το βραβείο του περιοδικού Ρεύματα είχε διευκολύνει τη διαδικασία έκδοσης του πρώτου μου βιβλίου, πριν από δώδεκα χρόνια. Αποκόμισα επίσης μια πένα με ένα περιελισσόμενο φίδι με πολύ αστραφτερά μάτια (κάποιος πολύτιμος λίθος) και ένα χρόνιο αίσθημα δυσπιστίας. Κάποιοι είχαν ισχυριστεί τότε ότι οι διαγωνισμοί τέτοιου είδους είναι λίγο πολύ στημένοι. Δεν είχαμε ακόμη σχετική πείρα και κάθε ιδιωτική πρωτοβουλία φάνταζε ύποπτη. Το βραβείο του Διαβάζω, αργότερα, ικανοποίησε το απωθημένο μου για τα βιβλία που κυκλοφορούν με μια κόκκινη ταινία με τις λεπτομέρειες της βράβευσης – κάτι που θύμιζε σημειολογικά το βραβείο Γκονκούρ με το οποίο εμείς, οι γαλλόπληκτοι, μεγαλώσαμε. Στη συνέχεια πράγματι μεγαλώσαμε. Δεν είχαμε ανάγκη τα βραβεία κι έτσι, ως γενιά, βρεθήκαμε στη θέση της κριτικής επιτροπής. Οσες φορές έκτοτε έφτασαν στα χέρια μου χειρόγραφα νέων συγγραφέων ένιωθα ότι ψαχουλεύω αδιάκριτα τον ιδιωτικό και κάπως ασυνάρτητο ακόμη κόσμο νέων που είχαν περισσότερες φιλοδοξίες από εμπειρίες. Ενιωθα ότι παρατηρώ τον μετεφηβικό εαυτό μου.

Σήμερα τα βραβεία δεν επιβραβεύουν μόνο πρωτοεμφανιζόμενους. Απονέμονται σε βιβλία που έχουν ήδη κυκλοφορήσει. Ορισμένα μάλιστα προτείνονται από τους ίδιους τους εκδότες (όπως εκείνο του περιοδικού (Δε)κατα») που ξανακερδίζουν έτσι κάτι από την υπόληψη του παλιού εκδότη, ο οποίος υπερασπιζόταν τις επιλογές του πληρώνοντας κυριολεκτικά και συμβολικά γι’ αυτές. Ο Ντίνος Σιώτης υποχρέωσε τους εκδότες να πληρώνουν τριάντα ευρώ για κάθε πρόταση που υποβάλλουν στην κριτική επιτροπή. Βρήκε κι έναν έξυπνο τρόπο να πληρώσει με το ποσό που θα συγκεντρώσει τους κριτές του βραβείου που συνήθως στην Ελλάδα κάνουν αυτή την τόσο κοπιαστική δουλειά για την τιμή των όπλων και της λογοτεχνίας του μέλλοντος.

Η σημειολογία των βραβείων έχει λοιπόν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τα ίδια τα βραβεία. Το «Να ένα μήλο» προκρίνοντας μια αβάσταχτη δημοκρατία ζητάει σε όλους εμάς τους ευκαιριακούς ή συστηματικούς συνεργάτες του να επιλέξουν ένα βιβλίο από την παραγωγή του 2006. Το «Διαβάζω» ανανεώνει τα μέλη της κριτικής του επιτροπής. Το βραβείο αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ και του ΣΚΑΪ ουσιαστικά επισημοποιεί τη σχέση αναγνωστών και (κυρίως) μπεστ σέλερ, αναγορεύοντας τους αναγνώστες σε ερασιτέχνες κριτικούς. Ολες οι ιδέες είναι καλές και πρωτότυπες και όλα τα βραβεία, αν το προσέξουμε, ενσαρκώνουν μια επιθυμία δημοκρατικής ζωής. Από αυτή την άποψη εναντιώνονται στα κρατικά βραβεία που δεν βραβεύουν πρωτοεμφανιζόμενους, για παράδειγμα. Το κύρος σχετίζεται με την ηλικία – κατά τη γνώμη του υπουργείου Πολιτισμού.

Ακόμη κι αν τα βραβεία είναι μια ουτοπία έχουμε ανάγκη από την ανύψωση ηθικού που προσφέρουν, από τη συζήτηση που ανοίγουν. Κι επειδή όπως φαίνεται τα περιοδικά θα είναι οι κύριοι μέτοχοι σε αυτό το παιχνίδι για αρκετά ακόμη χρόνια καλό θα ήταν να μη μιμηθούν τις μεγάλες αγορές βραβεύοντας τα βιβλία που σοκάρουν ή ανοίγουν απλώς ένα θεματολογικό ορίζοντα που προσφέρεται για ψιλοκουβέντα. Οπως είπε ο Παμούκ, ανοίγοντας την 18η Ευρωπαϊκή Συνάντηση Πολιτιστικών Περιοδικών, μιλώντας εκ μέρους της Τουρκίας: «Ας αγαπάμε τους γείτονές μας, την Ελλάδα, το Ιράν, τη Συρία. Αλλά ας μην εγκαταλείψουμε τους δικούς μας προβληματισμούς ανησυχώντας για το τι θα σκεφτούν οι γείτονες». Το γράφω αυτό επειδή είμαστε ιδιαίτερα επιρρεπείς στα σχόλια κάθε γείτονα, και κυρίως κάθε αγοράς που μας ξεπερνά.