ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Βραβεία – όμηροι 50 «ανωνύμων»

Οταν στην τελετή απονομής των Κρατικών Κινηματογραφικών Βραβείων το σχόλιο που υποδέχεται με θερμά χειροκροτήματα το κοινό αφορά την ίδια τη λειτουργία του θεσμού, τότε το αίτημα για αλλαγή έχει ήδη διατυπωθεί. Η ηθοποιός Γιώτα Φέστα ευχήθηκε την επόμενη χρονιά η «επιτροπή να είναι επώνυμη και όχι ανώνυμη» και οι θεατές… έδωσαν την ψήφο τους. Η ανταπόκριση ήταν τόση ώστε δεν άφηνε καμιά αμφιβολία για την ανυποληψία στην οποία έχουν περιέλθει οι επιτροπές και, κατ’ επέκτασιν, τα βραβεία.

Από την πρώτη κιόλας χρονιά, το 1998, όταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ήταν στην πρώτη θέση με την ήδη βραβευμένη με τον Χρυσό Φοίνικα «Αιωνιότητα και μια μέρα», και ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης στη δεύτερη με την «Απ’ την άκρη της πόλης», το ανασηκωμένο μεσαίο δάχτυλο του χεριού του νεαρού δημιουργού -είχε καταγραφεί ως πράξη προκλητική, άτοπη και άκομψη- έδωσε το αρχικό σήμα μετέπειτα εξελίξεων. Εκτοτε, πολλές ενστάσεις διατυπώθηκαν, πολύ μελάνι χύθηκε, πολλές υποσχέσεις δόθηκαν για αναγκαία αλλαγή του νόμου, αλλά τίποτα δεν έγινε.

Οι 50 εκλέκτορες, σε ευτυχέστερες ή ατυχέστερες συνθέσεις κατά χρονιά, όριζαν το διακεκριμένο προφίλ της ετήσιας ελληνικής παραγωγής. Κάθε έτος μνημονεύεται για μια τουλάχιστον ανεκδοτολογική απόφαση. Οι κριτές καλυμμένοι πίσω από την «ανωνυμία» και, συχνά, την άγνοια, ψηφίζουν στοιχιζόμενοι είτε με συνδικαλιστικά είτε με ετερόκλητα και εντελώς ασυνάρτητα κριτήρια. Οι ταινίες, όπως μας είπε χαρακτηριστικά σκηνοθέτης, «τσουβαλιάζονται», το πρώτο βραβείο συγκεντρώνει συνήθως και τις διακρίσεις σε όλες τις υπόλοιπες βασικές κατηγορίες (σκηνοθεσία, σενάριο, ερμηνείες, κ.ο.κ.), ενώ αγνοούνται διαφορετικές κινηματογραφικές ματιές. Οι βασικές επιλογές στρέφονται σε καλογυρισμένες ταινίες, με κατασκευαστική αρτιότητα, που έχουν όλα τα προσόντα για να διαμορφώσουν και μια καλή σχέση με το ταμείο. Ποιος είναι όμως ο προσανατολισμός της ευπαθούς ελληνικής κινηματογραφίας, όταν κάθε προσπάθεια να ξεφύγει κανείς από τη νόρμα «τιμωρείται» με παραγκωνισμό;

Ανατροπές και προκλήσεις

Διατρέχοντας τα εννιάχρονα του θεσμού, σκοντάφτουμε διαρκώς πάνω σε παρόμοιες ανατροπές και προκλήσεις: Το 1999, η «Εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων» του Δήμου Αβδελιώδη, από τις καλύτερες στιγμές του νεότερου ελληνικού κινηματογράφου, όπου η ποίηση συναντά την ελευθερία της αφήγησης και τη μαγεία της εικόνας, ήρθε τρίτη στις προτιμήσεις των εκλεκτόρων κάτω από το, καθ’ όλα αξιοπρεπές, αλλά χωρίς την πνοή και δύναμη του προηγούμενου, «Καναρινί ποδήλατο» του Δημήτρη Σταύρακα. Το 2000 είδαμε με έκπληξη μια χοντροκομμένη κωμωδία το «Ενας κι ένας» του Κώστα Ζαπατίνα να παίρνει το πρώτο βραβείο και το «Αυτή η νύχτα μένει» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, το δεύτερο. Το 2001 ο «Δεκαπενταύγουστος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη αγνοείται εντελώς. Το 2003 το «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη και το «Κλαις;» του Αλέξανδρου Βούλγαρη δεν έχουν καμία τύχη. Οπως και φέτος, εξάλλου, με τις δεύτερες μεγάλου μήκους ταινίες τους «Η ψυχή στο στόμα» και «Ροζ», οι ίδιοι σκηνοθέτες εκτοπίστηκαν με γδούπο… Το 2005, βλέπουμε και πάλι τη μαχητική και τολμηρή ματιά του Κων. Γιάνναρη στον «Ομηρο» να περνάει στην τρίτη θέση, ενώ την ίδια χρονιά το «Γαλάζιο φόρεμα» του Γιάννη Διαμαντόπουλου (η σχέση μιας μάνας με τον ομοφυλόφιλο γιο της), βουτηγμένο στο κακόγουστο κλισέ, προικοδοτείται με πέντε βραβεία…

Το φετινό παράδειγμα

Φέτος, ο «Εντουαρτ» της Αγγελικής Αντωνίου απέσπασε εννέα συνολικά διακρίσεις. Μπορεί να πρόκειται για μια, κατά γενική ομολογία, πολύ καλή παραγωγή, «εκτόπισε» όμως, από κάθε πιθανή κατηγορία, άλλες ταινίες που θα μπορούσαν να έχουν μια θέση στα βραβεία. Και μάλιστα σε μια χρονιά που το ελληνικό σινεμά έχει να παρουσιάσει τουλάχιστον πέντε ολοκληρωμένες σε ύφος, αισθητική και σεναριακή δομή, προτάσεις. Η λογική της μονοκρατορίας, βολική για τους εκλέκτορες, βγάζει από τη δυσκολία πιο σύνθετων σκέψεων και συνδυασμών. Και πάλι καλά. Γιατί σε απόσταση αναπνοής από τον Γιώργο Σταμπουλόπουλο και την «Πανδώρα» που πήρε την τρίτη θέση με 79 ψήφους ερχόταν με φόρα 77 ψήφων η ταινία του Πάνου Αγγελόπουλου «Ενας ήρωας στην Ρώμη», κωμωδία που θα έβρισκε τη θέση της στις βιντεοταινίες του ’70 αν δεν είχε την πατίνα του 2006.

Γ. Βουλγαράκης: Ολοκλήρωσαν τον κύκλο ζωής τους

Ο υπουργός Πολιτισμού Γιώργος Βουλγαράκης δηλώνει στην «K» για τα Κρατικά Κινηματογραφικά Βραβεία Ποιότητας: «Ολοι οι θεσμοί δοκιμάζονται στον χρόνο. Το ίδιο συμβαίνει και με τους θεσμούς που αφορούν το χώρο του κινηματογράφου. O τρόπος απονομής των Κρατικών Κινηματογραφικών Βραβείων Ποιότητας καθώς και ο τρόπος παρουσίασης των ελληνικών ταινιών στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης απέδωσαν ασφαλώς, αλλά ολοκλήρωσαν τον κύκλο ζωής τους και σήμερα αμφισβητούνται. Τα θέματα που απασχολούν σήμερα όλους τους ενδιαφερόμενους απασχολούν, όπως είναι φυσικό, και το υπουργείο Πολιτισμού. Το προσεχές Γ΄ Κινηματογραφικό Συνέδριο περιλαμβάνει στη θεματολογία των εργασιών του και αυτά τα θέματα. Ελπίζουμε η κινηματογραφική κοινότητα να καταλήξει σε έναν, κατά τεκμήριο, πιο αντικειμενικά αποδεκτό τρόπο απονομής των κρατικών βραβείων και σε μια καλύτερη παρουσίαση των ελληνικών ταινιών».

Ανδρέας Τύρος Οι κριτές πρέπει να κρίνονται…

Ο κριτικός κινηματογράφου και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) Ανδρέας Τύρος πιστεύει ότι «ο θεσμός βλάπτει σοβαρά την καλλιτεχνική δημιουργία» και ζητάει την κατάργησή του:

«Διαφώνησα από την πρώτη κιόλας στιγμή με την «Επιτροπή Αγγελόπουλου» και το πνεύμα του μεγαλοϊδεατισμού που εκπορεύεται από μιαν ορισμένη μερίδα του ελληνικού κινηματογράφου. Σαν τη διπλή τελετή λήξης του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ο θεσμός αποτελεί μιαν ακόμα παγκόσμια πρωτοτυπία με την «ενδιάμεση» λογική του. Ούτε οι 5.000 επαγγελματίες που ψηφίζουν στα Οσκαρ ούτε τα επτά ή εννιά μέλη μιας κριτικής επιτροπής. Στο μικρομέγαλο σχήμα των Πεντήκοντα, την κρίσιμη μάζα τη διορίζουν το ΥΠΠΟ και τα σωματεία, που συνήθως δεν εκπροσωπούνται από τους αξιότερους αλλ’ από τους διαθέσιμους.

Αντί διαλόγου, διαφάνειας και επιχειρημάτων, υπόγειες συσπειρώσεις και απρόσωπες ομαδοποιήσεις δεν εξασφαλίζουν τόσο το αδιάβλητο της ψηφοφορίας όσο μάλλον τον θρίαμβο της ομοιομορφίας με κυρίαρχο δήθεν κριτήριο τους νόμους της αγοράς και την περίφημη κατασκευαστική αρτιότητα. Σε ποιαν «ποιότητα» αναφερόμαστε, με ελεγχόμενα αποτελέσματα και αποκλεισμούς κάθε νεωτερικής πρότασης ή τόλμης εκφραστικής; Την ώρα που οι κριτικοί δέχονται προσωπικές επιθέσεις για προσωπικές απόψεις, οι 50 κριτές απολαμβάνουν την ασυλία της ανωνυμίας. Ομως, οι κριτές πρέπει να κρίνονται – δεν πρόκειται για εκλογές, αλλά για επιλογές, όπως δεν πρόκειται για πολιτικές, αλλά για αισθητικές πεποιθήσεις. Αν οι τελευταίες δεν έχουν θέση στο ελληνικό σινεμά, πάλι να δηλωθεί επισήμως. Μέχρι τότε, ο γράφων και η ΠΕΚΚ ζητούμε την κατάργηση του θεσμού ως έχει, καθώς βλάπτει σοβαρά την καλλιτεχνική δημιουργία».

Τρεις σκηνοθέτες, τρεις απόψεις

Πώς υποδέχτηκε ο χώρος του κινηματογράφου τα φετινά Κρατικά Βραβεία Ποιότητας και τι σκέφτεται για τον, σε κρίση και υπό κρίση, θεσμό;

– Θ. Αγγελόπουλος: Επιτροπή 8-9 ατόμων. Ο ίδιος ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, πρόεδρος της επιτροπής που εισηγήθηκε την αναμόρφωση των βραβείων (ο νόμος ψηφίστηκε το 1997), δηλώνει στην «Κ» ότι «στον χρόνο η πρόταση δεν αποδείχθηκε σωστή». «Η πείρα έδειξε ότι η επιλογή είναι λαθεμένη και δεν θα πρέπει να αποφασίζουν 50, αλλά μια κριτική επιτροπή που να αριθμεί το πολύ 8-9 άτομα. Βγαίνουν περίεργα αποτελέσματα που αποτυπώνουν την κρίση ανθρώπων οι οποίοι δεν έχουν επαφή με το αντικείμενο».

– Λ. Παπαστάθης: Να αναθεωρήσουμε. Για τον σκηνοθέτη Λάκη Παπαστάθη δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία: «Πρέπει να τελειώσει αυτή η ιστορία». Ο δημιουργός, αν και ανήκει στους ευνοημένους των Κρατικών Βραβείων (επτά, απέσπασε το «Μόνον της ζωής του ταξείδιον», 2001), και συμμετείχε κάποιες χρονιές στην κριτική επιτροπή ως προσωπικότητα αναγνωρισμένου κύρους, πιστεύει ακράδαντα ότι ο θεσμός «κατασυκοφαντεί τον ελληνικό κινηματογράφο». «Είναι ένα πογκρόμ ισοπέδωσης από ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει σύγχρονο σινεμά, που δεν μπόρεσαν να δουν τα χρώματα της φετινής παρουσίας, τις επιμέρους επιτεύξεις, οι οποίες πρέπει κάθε φορά να επισημαίνονται από μια επαρκή κριτική επιτροπή. Οι συνδικαλιστές μπορεί να είναι ωφέλιμοι για τη λειτουργία των θεσμών, το κριτήριο της τέχνης όμως το διαθέτουν πολύ λίγοι άνθρωποι και αυτοί θα πρέπει να κρίνουν τις ταινίες. Προτείνω το Φεστιβάλ να γίνει διαγωνιστικό με επιτροπή υψηλοτάτου κύρους. Ο διευθυντής του θα επιλέγει 7 ή 10 ταινίες και θα δίνονται λίγα και ουσιώδη βραβεία όπως σε όλα τα Φεστιβάλ του κόσμου. Εάν το ΥΠΠΟ δεν δέχεται αυτά τα βραβεία ως τη βάση των δικών του επιδοτήσεων, ας συνθέσει μια επιτροπή, επίσης υψηλοτάτου κύρους, που θα δώσει τις οικονομικές ενισχύσεις που προβλέπονται. Και αυτό το γεγονός δεν χρειάζεται φανφάρες και απονομές. Ολος ο κινηματογραφικός κόσμος πίστεψε εδώ και 10 χρόνια πως θα ήταν δημοκρατικό να παίζονται όλες οι ελληνικές ταινίες στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και να μην υπάρχει διαγωνισμός. Στην πράξη, η διαδικασία των κρατικών βραβείων υποκαθιστά τον φεστιβαλικό διαγωνισμό με έναν ψευδή τρόπο. Δέκα χρόνια μετά, πρέπει να αναθεωρήσουμε».

– Κ. Ευαγγελάκου: Συμπαγείς ομάδες. Η σκηνοθέτις Κατερίνα Ευαγγελάκου υπήρξε ευνοημένη του θεσμού. Το 2002 η αισθηματική κομεντί «Θα το μετανιώσεις» απέσπασε έξι βραβεία, ανάμεσά τους και το 1ο ταινίας μυθοπλασίας. Φέτος, αποκλείστηκε με τις «Ωρες κοινής ησυχίας», την πιο ώριμη, μεστή, περιεκτική, υψηλού δείκτη ευαισθησίας, δουλειά της. «Το γεγονός ότι δεν ευνοήθηκα φέτος είναι μέσα στο παιχνίδι των βραβεύσεων και γι’ αυτό ήμουν εκεί, ενώ ήξερα από πριν τα αποτελέσματα. Το πρόβλημα είναι πως αν μια χρονιά υπάρχουν παραπάνω από μια δυο καλές ταινίες, όπως συνέβη φέτος, το σύστημα αυτό δεν επιτρέπει να φανούν οι διαφορές, τα ημιτόνια, οι αποχρώσεις του ελληνικού κινηματογράφου. Δεν το επιτρέπει ο συμπαγής τρόπος που αντιδρούν οι ομάδες των πολλών, όταν μάλιστα αυτοί δεν είναι ειδικοί. Θεωρώ πάντως πολύ καλή παρέα τον Βούλγαρη και τον Οικονομίδη… Ετσι, δεν αισθάνομαι μοναξιά!»