ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

«Η καλοσύνη των ξένων» του Πέτρου Τατσόπουλου (Μεταίχμιο, σελ. 306) δεν ανήκει στο είδος των έργων που κρίνουμε με όρους αισθητικούς. Διότι όπως το επιγράφει στο εξώφυλλο του βιβλίου του, η υπόθεση αφορά «μια αληθινή ιστορία» – την ιστορία της υιοθεσίας του. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, στα δεκαεννιά του χρόνια, ο συγγραφέας κατά τύχη ανακαλύπτει ότι είναι θετός. Ενώ το έδαφος φεύγει κάτω από τα πόδια του, φωτίζεται άξαφνα το αδικαιολόγητο μυστήριο ότι στο πατρικό του δεν αντίκρισε ποτέ φωτογραφία από τα νηπιακά και τα πρώτα παιδικά του χρόνια. Ο δεκαεννιάχρονος επίδοξος πεζογράφος αρχίζει έτσι μια περιπέτεια αναζήτησης η οποία, όπως μαρτυρεί το βιβλίο του θα «ολοκληρωθεί» τριάντα χρόνια αργότερα. Στο μεταξύ, συναντά την πραγματική του μητέρα και ανακαλύπτει τα τέσσερα ετεροθαλή του αδέλφια σκορπισμένα σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, για να διαπιστώσει ότι η μοίρα στάθηκε μαζί του καλή – ποτέ δεν θα άλλαζε, αν υποθέσουμε ότι ήταν στο χέρι του, τους θετούς του γονείς.

Το βιβλίο αποτελείται από είκοσι πέντε κεφάλαια. Αλλα είναι αυτοβιογραφικά αμέσως συνδεδεμένα με το θέμα – η συνάντηση με τη φυσική του μητέρα στην Κρήτη, η ζωή των αδελφών του στο ίδρυμα, η απόφαση να σπουδάσει κοινωνικός λειτουργός. Αλλα πάλι καταπιάνονται με διάφορα ζητήματα – οι χαρτοπαικτικές του επιδόσεις, ένα ταξίδι με τους «γιατρούς χωρίς σύνορα», ο ελληνικός ρατσισμός κατά των μαύρων, η ακατανόητη συγκίνηση που ασκεί πάνω του το φτηνό μελόδραμα. Με μιαν απροσδόκητη, ωστόσο, όσο και αποφασιστική κάθε φορά κίνηση, η αφήγηση ανυπερθέτως καταλήγει στο θέμα της υιοθεσίας – στην προσωπική του ιστορία ή σε γενικότερες κοινωνικές και πολιτικές της πτυχές: τα παιδιά του δρόμου στον Τρίτο Κόσμο, τα παιδομαζώματα του Εμφυλίου, η σχετική ελληνική νομοθεσία.

Ο τόνος των εξιστορήσεων δεν είναι ο αναμενόμενος για ένα ζήτημα εξ ορισμού «καυτό». Ακούγεται ανάλαφρος, διασκεδαστικός, σχεδόν ευθυμογραφικός – το οπισθόφυλλο μιλάει άλλωστε για μια «ξεκαρδιστική όσο και συγκινητική υπόθεση». Τον τελευταίο λόγο για τον τόνο του τον έχει, όπως προανέφερα, ο συγγραφέας. Οχι γιατί προβάλλοντας το χαρτί της υιοθεσίας ο Τατσόπουλος εκβιάζει ψυχολογικά τον αναγνώστη -τακτική που με αφοπλιστική ειλικρίνεια παραδέχεται πως συστηματικά αναπτύσσει απέναντι στις γυναίκες- όσο από σεβασμό στην εντελώς προσωπική υφή του ζητήματος. Για τα δικά του μιλάει κανείς όπως επιλέγει. (Δεν παραβλέπουμε πάντως ότι ο σημερινός τόνος του Τατσόπουλου δεν είναι ριζικά διαφορετικός από το ύφος των υπόλοιπων παλαιότερων γραπτών του. Δεν γράφει κανείς αναγκαστικά όπως θέλει, αλλά και όπως μπορεί.)

Την αίσθηση της βαρύτητας, ο συγγραφέας την υποβάλλει πάντως πολλαπλώς. Κατ’ αρχάς δεν βιάστηκε να αποδώσει γραπτώς την προσωπική ιστορία του. Μη εκβιάζοντας τον ρυθμό της και περιμένοντας υπομονετικά είκοσι πέντε έτη, δίνει σήμερα πάνω σε πολύ κρίσιμα ζητήματα απαντήσεις, όχι δικές του, αλλά τις απαντήσεις που επέβαλε ο χρόνος: Το πώς διαμορφώθηκαν οι σχέσεις με τους φυσικούς και θετούς του γονείς ή το πώς εξελίχθησαν τα αδέλφια του που δεν υπήρξαν εξίσου τυχερά με αυτόν. Ο Τατσόπουλος εμφανίζεται επίσης γενναιόφρονα ειλικρινής, μοιάζει να μην παρακάμπτει ολισθηρά μονοπάτια και απειλητικούς σκοπέλους, παρουσιάζεται κριτικός απέναντι στον εαυτό του έως αυτοσαρκαστικός. Αποτυπώνει, τέλος, με επιτηδειότητα την κρισιμότητα του θέματος πάνω στην ίδια τη δομή της σύνθεσής του – καθώς από όπου και αν ξεκινήσει αναπότρεπτα σκοντάφτει πάνω σε αυτό. Δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς από την πρώτη αρχή που του σημάδεψε τη ζωή· προσπαθεί να συνδιαλαγεί με το ατομικό του πεπρωμένο και τις ιδιαίτερές του πτυχές – με το γεγονός ότι «τα χειρότερα ορφανά είναι εκείνα που έχουν ζωντανούς γονείς», αλλά και με το γεγονός ότι μπόρεσε να απολαύσει χωρίς κανέναν απολύτως όρο το αντίδοτο της απεριόριστης, ανιδιοτελούς «καλοσύνης των ξένων»!

Από το αυτοβιογραφικό αυτό κείμενο προκύπτει η σημασία μιας στάσης. Εχοντας αντλήσει χωρίς όριο την ιδιαίτερη αυτή καλοσύνη, ο αφηγητής εμφανίζεται και ο ίδιος καλός. Αναζητάει, ανακαλύπτει, παρακολουθεί, αγγίζει, αλλά δεν κρίνει. Αποκαλύπτει έτσι μια εύθυμη, γενναιόδωρη διάθεση, την οποία έχουμε άλλωστε διαπιστώσει και στον συγγραφικό του βίο, στην εσωτερική του άνεση απέναντι στη διαφωνία την οποία προϋποθέτει η λογοτεχνική κριτική (κουβέντα κάνουμε, δεν σκοτωνόμαστε!) Ζητάει επομένως να μάθει και να κατανοήσει τα προσωπικά καθέκαστα των ανθρώπων που σφράγισαν τη ζωή του και με απόλυτη ευγένεια φαίνεται να υποδεικνύει στους θετούς, νεκρούς πια, γονείς: Δεν είχαν κανέναν λόγο να φοβούνται και να κρύβονται έτσι ώστε να τον αναγκάσουν να ζήσει στην άγνοια αναφορικά με την ιστορία της προσωπικής του καταγωγής.