ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Νοσταλγία για την πατρίδα της εφηβείας

Κοντά παντελονάκια, εμπριμέ φορέματα, γκαζόζες πάνω σε τσίγκινα τραπέζια, το σήμα του ΕΙΡΤ σε πρωτόγονες συσκευές τηλεόρασης. Για άλλους εφιάλτης, γι’ άλλους παρηγοριά, ένα ανεξάντλητο σύμπαν αναμνήσεων. Ολόκληρη η εικονογραφία των ελληνικών ’60s παρελαύνει από την «Uranya», τη νέα ταινία του Κώστα Καπάκα που βγαίνει στις αίθουσες την Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου. Επτά χρόνια μετά το «Πέπερμιντ» ο Κώστας Καπάκας επιστρέφει στα τέλη της δεκαετίας του ’60 με τη διαφορά, ίσως, ότι αυτή τη φορά ο σκηνοθέτης μοιάζει πιο επικεντρωμένος στην ιστορία του: πέντε αγόρια το καλοκαίρι του 1969 διχάζονται από τις επιθυμίες τους. Να μαζέψουν λεφτά για να αγοράσουν τηλεόραση ή να λοξοδρομήσουν στο σπίτι της Ουρανίας (με την Ιταλίδα Μαρία-Γκράτσια Κουτσινότα του «Il Postino» στον ομώνυμο ρόλο) και να τους μυήσει στα μυστικά του έρωτα; Ο ίδιος περιγράφει την «Uranya» σαν «μία νοσταλγική κωμωδία για την εφηβεία, την ενηλικίωση και τα τέλη της δεκαετίας του ’60». Κι εμείς τον ρωτάμε:

– Γιατί μία ακόμα νοσταλγική ταινία για τα τέλη της δεκαετίας του ’60; Δεν ειπώθηκαν όλα στο «Πέπερμιντ»;

– Υπάρχει κατ’ αρχάς ο προσωπικός παράγοντας. Υστερα από κάποια ηλικία και μετά αισθάνεσαι την ανάγκη να γυρίσεις στο παρελθόν. Το καταλαβαίνω με τα παιδιά μου. Με ρώτησε η κόρη μου τις προάλλες πότε πήρα για πρώτη φορά κινητό τηλέφωνο και η συζήτηση έφτασε στα δικά μου παιδικά χρόνια όταν το σταθερό τηλέφωνο δεν ήταν καθόλου αυτονόητο. Με άκουγε προσεχτικά και κατάλαβα πως την συνεπήρε η αίσθηση μιας τόσο μακρινής εποχής, αν και φαντάζομαι, πως δεν μπορεί να διανοηθεί έναν κόσμο χωρίς τηλέφωνο. Αλλά δεν είναι μόνο η προσωπική σχέση με τα πράγματα. Τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν μία πολύ σημαντική καμπή στην ιστορία. Και σκέφτομαι ότι το παρελθόν είναι το μόνο που έχουμε. Το μέλλον δεν το γνωρίζουμε, το παρόν ρέει, πρέπει να αφήσουμε κάποια χρόνια να περάσουν για να το πιάσουμε στα χέρια μας. Τέλος, πιστεύω ότι τέτοιες ταινίες που αφορούν τόσο πολύ τους Ελληνες μπορούν να έχουν απήχηση στο κοινό. Αναμνήσεις και χιούμορ με αναφορά στην ελληνική πραγματικότητα δεν μπορούν να έχουν οι ξένες παραγωγές. Οση παγκοσμιοποίηση κι αν υπάρχει, κανένας Αμερικανός ή Γάλλος δεν μπορεί να πλησιάσει την ελληνική ψυχοσύνθεση. Εχουν λοιπόν εξ ορισμού μεγαλύτερες πιθανότητες να πάνε καλύτερα στα ταμεία. Δεν είναι τυχαίο ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη τα περισσότερα εισιτήρια τα κάνουν οι εγχώριες παραγωγές.

Με εμπορική απήχηση

– Πορεύεστε βάσει οργανωμένου σχεδίου; Τι είδους ταινία μπορεί να αποφέρει τα περισσότερα εισιτήρια;

– Είναι από τα μεγάλα ζητούμενα. Ο κινηματογράφος είναι λαϊκός. Κι όποιος λέει ότι δεν τον ενδιαφέρουν τα εισιτήρια, δεν ξέρω, δεν τον πιστεύω. Ο κινηματογράφος πρέπει να τσιγκλάει τα αρχέγονα συναισθήματα, το γέλιο και τη συγκίνηση. Αν προκύψουν κι άλλα στοιχεία, ακόμα καλύτερα.

– Δεν αισθάνεστε, παρ’ όλα αυτά, ότι σας καταπιέζει το αίτημα της εμπορικής απήχησης;

– Δεν παρασύρομαι. Ο,τι κάνω, μου αρέσει και το υποστηρίζω. Αν το πετυχαίνω, είναι άλλη υπόθεση. Μου αρέσει αυτό που αρέσει σε μένα να αρέσει και σε άλλους ανθρώπους.

– Η επιτυχία του «Πέπερμιντ» δεν επηρέασε το επόμενο βήμα;

– Επηρέασε κι εμένα, επηρέασε και τους παραγωγούς. Ενδιάμεσα στις δύο παραγωγές είχα κι άλλα σενάρια στο συρτάρι που ωστόσο δεν ευδοκίμησαν γιατί οι παραγωγοί ήταν πιο πρόθυμοι να χρηματοδοτήσουν μία ταινία διαφορετικού ύφους. «Επειδή ο Καπάκας το ξέρει αυτό το σινεμά, το κάνει καλά», οι πόρτες άνοιγαν πιο εύκολα.

– Υπάρχει τα τελευταία χρόνια ένα ρεύμα ταινιών με αναμνησιολογικό χαρακτήρα, τοποθετημένο χρονικά στη δεκαετία 1965 – 1975.

– Κατ’ αρχάς, συμπίπτει με τα χρόνια της νεότητας μιας γενιάς κινηματογραφιστών που είναι τώρα στο προσκήνιο και κάνει ταινίες. Διαφέρει η οπτική νομίζω. Υπάρχουν σκηνοθέτες που τονίζουν το πολιτικό φόντο της εποχής και σκηνοθέτες οι οποίοι επιλέγουν να αναπαραστήσουν την ατμόσφαιρα. Προσωπικά προσπαθώ να ανασύρω και τα μεγάλα θέματα της εποχής -ήταν μία εποχή ραγδαίων αλλαγών- και να αναδείξω την αντιφατική αίσθηση εκείνων των χρόνων. Υπενθυμίζω πως μιλάμε για μία εποχή με προβλήματα και καταπίεση που ταυτόχρονα όμως έτρεφε τους ανθρώπους με ελπίδες και προσμονή για ένα καλύτερο αύριο. Το να αγοράσεις αυτοκίνητο ήταν κάποτε μία τεράστια υπόθεση, τόσο τεράστια που νόμιζες ότι θα σου λύσει όλα τα προβλήματα.

Σε νεότερο ακροατήριο

– Αυτό δεν άλλαξε και πολύ! Το παρελθόν είναι πάντα ένα καταφύγιο για τα προβλήματα του σήμερα;

– Ισως, αλλά τις ταινίες δεν τις κάνω μόνο για τους συνομηλίκους μου. Ειδικά με την «Uranya» προσπαθώ να απευθυνθώ και σ’ ένα νεότερο ακροατήριο. Ιδανικά, θα ήθελα να δώ στις αίθουσες ανθρώπους της γενιάς μου με τα παιδιά τους.

– Το «Πέπερμιντ» δεν τα πήγε καλά με τις μικρότερες ηλικίες;

– Οχι ιδιαίτερα. Και είμαστε σε θέση να το ξέρουμε γιατί υπήρχε μειωμένη προσέλευση στα μούλτιπλεξ. Αντίθετα στα αστικά σινεμά είχαμε πάει πολύ καλύτερα. Το καταλαβαίνω, ήταν μία ταινία με άλλες αναφορές. Τώρα, όμως, προσπάθησα συνειδητά να προσελκύσω και αυτήν την κατηγορία θεατών.

– Με την επιλογή των παιδιών δυσκολευτήκατε;

– Εψαχνα περισσότερο για «φάτσες» και όχι για καλούς ηθοποιούς. Ναι, δεν ήταν εύκολο γιατί σήμερα στην Ελλάδα τα παιδιά τείνουν όλα να μοιάζουν με το μοντέλο των παιδιών των βορείων προαστίων. Θυμάμαι τους δικούς μου συμμαθητές που δεν ήταν τόσο «καθαροί» στα χαρακτηριστικά τους.

Θα έχουν αναμνήσεις τα παιδιά του 2006;

– Δεν σας φοβίζει ο κίνδυνος να χαρακτηριστείτε σκηνοθέτης αναμνήσεων;

– Οχι, καθόλου. Αρκεί να κάνω αυτό που μου αρέσει κι αυτό που κάνω να αρέσει στον κόσμο. Ποτέ δεν κατάλαβα την μομφή που αποδίδεται κατά καιρούς στους ηθοποιούς, για παράδειγμα, ότι παίζουν συγκεκριμένα πράγματα. Κάνουν τα ίδια γιατί κουβαλάνε τον εαυτό τους. Το κάνουν καλά; Αν το κάνουν καλά, δεν βλέπω πού υπάρχει το πρόβλημα.

– Είναι πάντα η παιδική ηλικία ένας αυτονόητος παράδεισος ή παίζει ρόλο και η εποχή στην οποία μεγαλώνουμε;

– Η μόνη μας πατρίδα είναι η παιδική ηλικία, έτσι δεν είναι; Ελπίζω τα σημερινά παιδιά να έχουν, μεγαλώνοντας, αναμνήσεις και πράγματα να θυμούνται. Συχνά ρέπω σε μελαγχολικές διαπιστώσεις για τα σημερινά παιδιά, τον τρόπο που μεγαλώνουν, κλεισμένα στο σπίτι και μπροστά από μία οθόνη υπολογιστή. Αλλά, πραγματικά, καλό είναι να μην παρασυρόμαστε. Μπορεί τα παιδιά του 2006 να θυμούνται με την ίδια νοσταλγία τα Game Boy όπως εμείς το view master, ποιος μπορεί να το ξέρει;

Ταινίες για τα χρόνια ’60-’70

Ο «παράδεισος» της παιδικής ηλικίας και οι ωδίνες της ενηλικίωσης είναι ένα σχετικά νέο «γήπεδο» για τον ελληνικό κινηματογράφο. Η πρώτη ταινία που εγκαινιάζει τον κύκλο γυρίζεται το 1994 και είναι το «Τέλος εποχής» του Αντώνη Κόκκινου. Είναι η πρώτη ελληνική ταινία που, ύστερα από μακρά περίοδο ξηρασίας, κάνει σπουδαία καριέρα στο εγχώριο box office. Είχε προηγηθεί (1993) ο «Λευτέρης Δημακόπουλος», η πρώτη, επίσης, ταινία του Περικλή Χούρσογλου, που παρακολουθεί την μελαγχολική συνθηκολόγηση ενός «λαμπρού νέου» των αρχών της δεκαετίας του ’70 με την πραγματικότητα. Το «Peppermint» (1999) του Κώστα Καπάκα τα πηγαίνει αναπάντεχα καλά και στη Θεσσαλονίκη και στις αίθουσες. Στους «Ακροβάτες» (2001) ο Χρήστος Δήμας μας γυρίζει στην Ελευσίνα του 1974 για να αφηγηθεί το τελευταίο καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας μιας παρέας ενδεκάχρονων αγοριών. Εντυπωσιακό ντεμπούτο για την Πέννυ Παναγιωτοπούλου με τους «Δύσκολους αποχαιρετισμούς: ο μπαμπάς μου» (2002). Αν και η εικονογραφία της εποχής περνάει σε δεύτερο πλάνο, η αναπαράσταση της ατμόσφαιρας στο γύρισμα της δεκαετίας του ’60, δεν περνάει καθόλου απαρατήρητη.