ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Προσωπα

Και τώρα τι θα μπορούσα να γράψω για τον Μπομπ Ντύλαν, τον «παππού», όπως λένε οι νεολαίοι στις μεταμεσονύχτιες συγκεντρώσεις. Οταν εκείνος μεσουρανούσε, εγώ πάσχιζα να διαβώ τη δύσκολη εφηβεία, να μαζέψω τα απλωμένα μου όνειρα, να βάλω ένα πρόγραμμα, κάτι τέλος πάντων. Οταν εκείνος πάλευε με τα ναρκωτικά, ζούσε με τις καταχρήσεις και υποθήκευε το μέλλον του, εγώ πάλευα με τον καθωσπρεπισμό του κοινωνικού μου περίγυρου, τα «σεις» και τα «σας», τα ατελείωτα πρέπει των γονιών μου, τα δυνατά θέλω του ατίθασου εαυτού μου. Τότε ο Ντύλαν ήταν ένας άγνωστος για μένα τραγουδοποιός που ακόμη κι αν μου έκαναν πλύση εγκεφάλου δεν θα κατάφερναν να τον σφηνώσουν στο κεφάλι μου. Βολόδερνα, βλέπετε, με τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη.

Αργότερα στα πανεπιστημιακά χρόνια, ο Μάνος και ο Μίκης, ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Βάρναλης, ο Ρίτσος… έγιναν κομμάτια ακριβά μιας καταπιεσμένης νιότης και ο Ντύλαν δεν είχε καταφέρει να βρει κρησφύγετο στα στήθη. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να επιδιώξω κάποια στιγμή να τον ακούσω σοβαρά. Να ακούσω την μπαλάντα, τον απλό, αλλά ουσιαστικό στίχο, να συνειδητοποιήσω τη σημασία της βραχνής φωνής, ιδιαίτερα στο ώριμο πια άλμπουμ Time out if Mind. Είχε προηγηθεί η περίοδος που ο Ντύλαν έβγαινε λυτρωμένος από μια βαριά περικαρδίτιδα που τον βασάνιζε κι ήταν τότε που είπε ότι «Πίστευα πως σε λίγο θα αντάμωνα τον Ελβις στους ουρανούς».

Ετσι, λοιπόν, όταν ένας καλός μου φίλος μέσω e mail με κάλεσε να πάω στο βιβλιοπωλείο Ιανός, στην παρουσίαση του βιβλίου για τον Ντύλαν, σε μετάφραση – επίμετρο Γιώργου – Ικαρου Μπαμπασάκη, ένιωσα εκείνο το τρυφερό τσίμπημα στην καρδιά. Θα πάω, είπα. Στην εφημερίδα έχουμε κάνει αφιερώματα στον Ντύλαν, ο ξένος Τύπος βρίθει δημοσιευμάτων. Τι στην ευχή; Θα μείνω εκτός; Κάπως έτσι βρέθηκα στον ημιώροφο του βιβλιοπωλείου. Βράδυ. Απίστευτα πολύς ο κόσμος. Συνωστισμός. Πού να βρεις καρέκλα να κάτσεις; Νέοι άνθρωποι, πολύ νέοι, μεγάλοι άνθρωποι, άλλοι κοστουμαρισμένοι, άλλοι με φούτερ και τζιν, σαν τον Ντύλαν. Αλλοι κουρεμένοι, κάποιοι με κοτσίδες, αν και ο χρόνος είχε κάνει καλά πάνω τους τη δουλειά του. Συνάδελφοί μου από την κρατική τηλεόραση, η Μιρέλα, η Σόνια. Αγκαλιές, φιλιά. Συστάσεις σε ενδιάμεσους. Μέτρημα του χρόνου πάνω μας. Μια χαρά είσαι. Ναι, ομορφαίνω όσο μεγαλώνω. Πώς τα πας; Από δουλειά; Ε, ξέρεις, είμαι στο ψυγείο τώρα στη ΝΕΤ, αλλά… Α, έχω δώσει κάτι στο περιοδικό. Μπορείς να δεις πώς πάει; Εντάξει… Ανταλλαγή κινητών. Κάνε μου μια αναπάντητη. Οκ. έγινε. Κουβέντες… να βρεθούμε ένα βράδυ, να πούμε τα δικά μας, να δούμε πώς θα προφυλαχτούμε στο μέλλον από το αδηφάγο… σύστημα, να οργανωθούμε λίγο καλύτερα. Σκόρπιες σκέψεις…

Υστερα, είδα τους φίλους που με είχαν καλέσει. Ο Γιώργος με την Ασπα ήταν εκεί. Εγκάρδιοι, όπως πάντα, Φιλικοί, οικείοι. Η άλλη όψη της ημέρας, για να μην πω της ζωής. Αρχισε η κουβέντα για τον Ντύλαν, για τον στίχο του. Ο Γιώργος πήγε πίσω στις νοτισμένες δεκαετίες, τότε που η αθηναϊκή νεολαία, η δήθεν επαναστατημένη νεολαία της εποχής τρελαινόταν με οτιδήποτε αμερικανικό και ευρωπαϊκό. Οταν ο Ουίλιαμ Μπαρόουζ μετεξελισσόταν σε icon και από κοντά ο Εζρα Πάουντ, ο Τ.Σ. Ελιοτ, ο Ρεμπώ, ο Μποντλέρ ή ο Μπλέικ. Μεγάλη υπόθεση τότε να προφέρεις τα ονόματά τους, να ‘χεις διαβάσει κάτι γι’ αυτούς. Θυμήθηκε ο Γιώργος -σπουδαίος ποιητής ο ίδιος- τις φιλολογικές συγκεντρώσεις εκείνης της περιόδου, με τους διαπληκτισμούς, με τις αναμετρήσεις για το αν το ελληνικό είναι πιο σπουδαίο από το αμερικανικό. Αν ο στίχος του Σεφέρη είναι πιο δυνατός από το στίχο του Ντύλαν. Μύλος! Ισως γιατί όταν είσαι τόσο νέος, τόσο μπερδεμένος, τόσο εύθραυστος, αποκτάς με μεγάλη ευκολία ιδεοληψίες, ιδεοληψίες όμως που σε κάνουν να συνάδεις με την εποχή που μεγαλώνεις, που σε βοηθούν να αποτελείς κομμάτι της, που δεν είσαι και δεν μπορείς να είσαι δακτυλοδειχτούμενος, γιατί αυτό σημαίνει περιθωριοποίηση…

Λαβυρινθώδεις συλλογισμοί, θα πείτε. Αλλά αυτές οι συναντήσεις έχουν και κάτι από… κλίμα μνημοσύνου… με την καλή έννοια. Παρ’ ότι ο Μπομπ Ντύλαν είναι ζωντανός και ακμαίος από κάθε άποψη -σωματικά, ψυχικά και δημιουργικά- δεν παύει να συνδέεται με το απομακρυσμένο παρελθόν. Κάπως έτσι αισθάνθηκα από τη στιγμή που ο Ικαρος μας έκανε κοινωνούς του προλογικού του σημειώματος για τον Ντύλαν. Μας μετέφερε τότε που ο γητευτής της μουσικής κατέγραφε τα σημάδια της ζωής της αμερικανικής κοινωνίας, πότε αφτιασίδωτη και πότε φτιασιδωμένη, σαν τις γυναίκες μιας κάποιας ηλικίας που παστώνονται, νομίζοντας ότι κρύβουν έτσι τα σημάδια του χρόνου. Ως αφηγηματικά τραγούδια περιγράφει ο Μπαμπασάκης τις μουσικές κραυγές του Ντύλαν. Αλλοτε θυμίζουν ατόφια μπλουζ, άλλοτε απόλυτη ποίηση και άλλοτε ταινίες μικρού μήκους, σκηνοθετημένες από τον Ορσον Ουέλλες και τον Μπέλα Ταρ από κοινού.

Είναι αλήθεια πως έχει δυσκολίες μεγάλες η μετάφραση στίχων. Αλλιώς αποδίδουν στη μια γλώσσα, αλλιώς στην άλλη. Ενα ποίημα που στη δική μας γλώσσα είναι εύηχο από κάθε άποψη, όταν προέρχεται από μετάφραση αγγλικού στίχου, για παράδειγμα, γίνεται κάτι σαν πεζό κείμενο, με «ποιητική» διάταξη.

Ανοιξα το βιβλίο τυχαία στο «Μπλουζ του Βορρά». Ο στίχος μιλάει για τα ορυχεία της Αμερικής, για τη ζωή και το θάνατο των ανθρακωρύχων, για τον πόνο, τη χαρά, το εφήμερο του κόσμου κάτω από τη γη, την αγωνία της οικογένειας, το κλείσιμο των ορυχείων, την αναζήτηση αλλού φτηνών εργατικών χεριών. Κι ύστερα γύρισα πίσω στην εποχή που ο Ντύλαν αποφασίζει να κατακτήσει -γυμνός σχεδόν- τη Νέα Υόρκη. Εικοσάχρονος, που όπως λέει δεν ζήταγε χρήματα, δεν ζήταγε αγάπη, αλλά όντας πεισματάρης και οραματιστής πίστευε ότι ήταν ζήτημα χρόνου να κάνει τη μυστηριώδη και παγωμένη μητρόπολη δική του… Κακόφημα στέκια, βρωμερά καπηλειά, παρίες και μισότρελοι… κι ύστερα η αναγνώριση και το διάγραμμα του μύθου… «Μπορώ να σου γράψω ποιήματα που κάνουν ακομη κι έναν άνθρωπο δυνατό να χάσει το μυαλό του».

Εφυγα φορτισμένη και θυμωμένη για τα τεράστια κενά που κάθε φορά διαπιστώνω μέσα μου. Δεν θα προλάβω τίποτα να καλύψω, σκέφτηκα… Στη γιγαντοοθόνη του βιβλιοπωλείου, ο Πασχάλης μοίραζε απλόχερα μουσικές νότες στους καλεσμένους της βραδιάς. Απέναντι στους κινηματογράφους ο κόσμος σχημάτιζε τεράστιες ουρές. Η νυχτερινή παράσταση άρχιζε. Μεγάλη υπόθεση να δηλώνεις «παρών».