ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα λόμπι στην Ευρώπη

Δημήτρης Κιούκιας

Ευρωπαϊκά Πολιτικά Συστήματα και Ομάδες Συμφερόντων

εκδ. Ι. Σιδέρης, σελ. 422

Την περασμένη άνοιξη δύο επιφανείς πολιτικοί επιστήμονες, ο Στίβεν Ουόλτ από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και ο Τζον Μίρσαϊμερ από το Πανεπιστήμιο του Σικάγο, προκάλεσαν σάλο με μια μελέτη τους για την επίδραση του ισραηλινού λόμπι στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Μια από τις σκληρότερες κριτικές προς τους δύο ερευνητές προήλθε από μια συνάδελφό τους, που τους κατηγόρησε ότι επιτελούσαν τον ρόλο «κλασικών συνωμοσιολόγων» επιχειρώντας να εμφανίσουν τη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής ως αποτέλεσμα «ανίερων συμμαχιών». Μολαταύτα, οι ίδιοι είχαν ήδη τονίσει κατηγορηματικά ότι οι δραστηριότητες του ισραηλινού λόμπι δεν ήταν έκνομες ή συνωμοτικές: «Δεν κάνουν τίποτε διαφορετικό από άλλες ομάδες ειδικών συμφερόντων, απλά το κάνουν με πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα».

Οι αντιδράσεις που προκάλεσε η συγκεκριμένη μελέτη αντανακλούν την ευρύτερη άγνοια για τον θεσμικό ρόλο των ομάδων συμφερόντων στα πολιτικά συστήματα, για τις στρατηγικές επιρροής που υιοθετούν, προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στις δομές των κέντρων λήψης αποφάσεων, αλλά και για τους δομικούς περιορισμούς που υφίστανται κατ’ αναλογία προς τις ιδιαιτερότητες του πολιτικού συστήματος στο οποίο δρουν. Με αυτά τα ζητήματα καταπιάνεται ο Δημήτρης Κιούκιας στην επισταμένη μελέτη του πάνω στις ομάδες συμφερόντων, επικεντρώνοντας στον ευρωπαϊκό χώρο και συγκεκριμένα στις θεσμικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες που τον διακρίνουν. Ο συγγραφέας αναπτύσσει το επιχείρημα ότι οι κανονιστικές ρήτρες που προτάσσουν οι οπαδοί του πλουραλισμού μπορεί μεν να συνθέτουν τον ιδεολογικό πυρήνα του φιλελεύθερου-δημοκρατικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δεν ανταποκρίνονται ωστόσο στις εμπειρικές πραγματικότητες γύρω από τον τρόπο λειτουργίας των δυτικών δημοκρατιών.

Ολιγοπωλιακές δομές

Αντιθέτως, η εξέταση της φιλολογίας περί κορπορατισμού συντείνει στον σχηματισμό μιας ευκρινέστερης εικόνας για τις ισχύουσες πολιτικές πρακτικές, αφού αναδεικνύει τον αμιγώς ολιγοπωλιακό χαρακτήρα των δομών πρόσβασης στα κέντρα λήψης αποφάσεων των Βρυξελλών. Συνηθέστερα οι πλουραλιστικές δομές συνυπάρχουν με κορπορατιστικά σύστηματα συντονισμού συμφερόντων, δεδομένου ότι οι κεντρικές εξουσίες συχνά εναλλάσσονται ανάμεσα σε κορπορατιστικές διαπραγματεύσεις με προνομιακές ομάδες-σωματεία, και στην υιοθέτηση ενός προτύπου «δημοκρατίας διαβούλευσης» με τη συμμετοχή όλου του φάσματος της κοινωνίας των πολιτών. Πάνω σε αυτές τις γραμμές αναπτύχθηκε το πολιτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ενωσης γύρω από το πρόταγμα του νεολειτουργισμού, που αποβλέπει πρωτίστως στη νομιμοποίηση του υπερεθνικού κέντρου μέσω της τομεακής-κλαδικής οικονομικής συνεργασίας με μη-κρατικούς φορείς.

Πράγματι, οι ευρω-ομάδες πολλαπλασιάζονται με ταχύτατους ρυθμούς, αξιοποιώντας μια σειρά από δίαυλους πρόσβασης στο κοινοτικό σύστημα λήψης αποφάσεων, όπως η Επιτροπή και το Συμβούλιο, το Ευρωκοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και ο Συνήγορος του Πολίτη. Περιλαμβάνουν πανευρωπαϊκές και κλαδικές ομοσπονδίες, ομίλους ηγετικών επιχειρήσεων, περιφερειακές και τοπικές αρχές, εθνικές ομάδες πίεσης (κυρίως βιομηχανικά επιμελητήρια), εταιρείες αμερικανικών και ιαπωνικών συμφερόντων, ενδοκοινοβουλευτικά λόμπι, και άλλες άτυπες ομάδες. Με πρακτικές όπως η αναζήτηση συμμαχιών στις πολυ-επίπεδες δομές διαμόρφωσης και εκτέλεσης κοινοτικής πολιτικής, η αξιοποίηση των δικτύων άτυπης διπλωματίας του κοινοτικού κόσμου, η ανάπτυξη ορθολογικών και τεχνικά τεκμηριωμένων επιχειρημάτων, η επιστράτευση πρώην αξιωματούχων της Επιτροπής με διασυνδέσεις στο σχετικό τομέα-δράσης και η προώθηση συνεργασιών ανάμεσα σε αλλοεθνείς κοινωνικούς εταίρους, οι ομάδες συμφερόντων καταφέρνουν συχνά να διεισδύουν στην καρδιά των ευρωπαϊκών κέντρων λήψης αποφάσεων και να επιδρούν καταλυτικά στη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής.

Η ελληνική περίπτωση

Αυτά σε ό,τι αφορά στο πλέγμα που διέπει το κοινοτικό σύστημα συνεργασίας με τις ομάδες συμφερόντων. Δύο καθοριστικοί παράμετροι στο δίπολο ενσωμάτωσης / αποκλεισμού από αυτό το πλέγμα συναρτώνται αφενός με τη διαβρωτική επίδραση της πολιτικής διαφθοράς και των εθνοτικών διαιρέσεων, και αφετέρου με την πολυμορφία των ευρωπαϊκών κοινωνικών παραδόσεων. Πέραν των νέων κοινωνικών κινημάτων που ανθίστανται στον νεολειτουργικό προσανατολισμό της Ε.Ε., ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τρόποι πρόσληψης του εξευρωπαϊσμού και της κοινοτικής θεσμοθέτησης των οργανωτικών αιτημάτων στο πλαίσιο των εθνικής πολιτικής κουλτούρας. Στην περίπτωση της Ελλάδας, που μπορεί να ιδωθεί υπό το πρίσμα μιας ευρύτερης νοτιοευρωπαϊκής παράδοσης, παρατηρείται η ύπαρξη μιας βαθιάς κουλτούρας συγκεντρωτισμού και κρατικού κορπορατισμού που θρέφει τη συμβίωση της πολυνομίας με την ανομία, των αντιπροσωπευτικών θεσμών με τις πελατειακές σχέσεις, της πανσπερμίας μη-κυβερνητικών οργανώσεων με την απουσία ισχυρών σωματειακών δεσμών, και οδηγεί εν τέλει στην καθυπόταξη της οικονομικής και αναπτυξιακής διπλωματίας στις επιταγές των εγχώριων εξωθεσμικών δομών.

Συμπερασματικά, το βιβλίο του Δ. Κιούκια μπορεί να εκτιμηθεί ως μια σοβαρή ανάλυση του διαρκώς εξελισσόμενου ρόλου των ομάδων συμφερόντων στην Ευρώπη, αποτελώντας ταυτόχρονα μια ισορροπημένη και εύληπτη εισαγωγή στη συγκριτική μελέτη των ευρωπαϊκών πολιτικών συστημάτων.

* Ο κ. Γιώργος Καλπαδάκης είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Πολιτικό Τμήμα της Νομικής Σχολής Αθηνών.