ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα «ορφανά» τραγούδια του Τομ Γουέιτς

Εδώ και χρόνια, ο Τομ Γουέιτς έχει εγκαταλείψει την μποέμικη ζωή. Ο βραχνός τροβαδούρος, που μέσα από τα τραγούδια του αναδυόταν δυνατή μυρωδιά καπνού και αλκοόλ, παράτησε τα τσιγάρα τα ποτά και τα ξενύχτια ανταλλάσσοντάς τα με μια ήσυχη ζωή επαρχιώτη οικογενειάρχη. Η στροφή αυτή, πάντως, δεν άμβλυνε την έμπνευση και την καλλιτεχνική του παραγωγικότητα, κάθε άλλο. Τελευταία απόδειξη, η κυκλοφορία του τριπλού CD «Orphans», που περιέχει 56 τραγούδια από τα οποία τα 30 ανέκδοτα.

Ο 58χρονος μουσικός μένει τώρα, μαζί με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά τους, σε ένα μικρό χωριό αμπελουργών στα βόρεια του Σαν Φρανσίσκο. Είναι πλήρως ενταγμένος στη ζωή της κοινότητας και έχει κερδίσει την εκτίμηση των ντόπιων που τα παιδιά τους φοιτούν μαζί με τα δικά του στο σχολείο. Καθώς, μάλιστα, έχει περισσότερο ελεύθερο χρόνο από εκείνους, του αναθέτουν να συνοδεύει τους μαθητές σε εκπαιδευτικές εκδρομές. Του αρέσει να αφηγείται πως όταν τους πήγε μια φορά σε ένα εργαστήριο όπου κατασκευάζουν κιθάρες, κανένας από τους τεχνίτες δεν τον αναγνώρισε. Αντίθετα, όταν τους συνόδεψε στη δημοτική χωματερή, όλοι οι εργάτες εκεί του ζήτησαν αυτόγραφο.

Μαχητικά ανεξάρτητος

Είναι γνωστό ότι ουσιαστικό ρόλο σε αυτήν τη «μεταμόρφωση» έπαιξε η γυναίκα του, η Καθλίν Μπρέναν, η οποία είναι πλέον η μόνιμη συνεργάτις του και υπογράφει μαζί του μουσικές συνθέσεις και θεατρικά. Η οικογενειακή και δημιουργική τους καθημερινότητα σπανίως διαταράσσεται από τις ανάγκες «προώθησης» των δίσκων. Ο Γουέιτς αγνοεί τα «πρέπει» της μουσικής βιομηχανίας, από τις εμφανίσεις στην τηλεόραση μέχρι τις περιοδείες για να ενισχυθούν οι πωλήσεις των νέων προϊόντων. Δεν αρνείται τις συνεντεύξεις, τα ραντεβού, όμως, που κλείνει με δημοσιογράφους είναι συνήθως κοντά στο σπίτι του, σε κάποιο καφέ ή ρεστοράν όπου μπορεί να συζητήσει ήρεμα. Είναι η μόνη παραχώρηση που κάνει στο δισκογραφικό μάρκετινγκ.

Σε σύγκριση με το παρελθόν, όταν περιόδευε ασταμάτητα σε Αμερική και Ευρώπη, οι «ζωντανές» εμφανίσεις του είναι τώρα αρκετά περιορισμένες, προσαρμοσμένες κι αυτές στη φυσιολογική ροή της ζωής του. Αποφεύγει τις μητροπόλεις της σόου-μπίζνες. Το καλοκαίρι έδωσε οκτώ συναυλίες σε πόλεις, όπως το Μέμφις και η Λούισβιλ. «Χρειάστηκε να περάσουμε από το Τενεσί για να αγοράσουμε πυροτεχνήματα και στο Κεντάκι κάποιος μου χρωστούσε λεφτά», έτσι εξήγησε την επιλογή των τόπων για τις συναυλίες. Δεν δελεάζεται ούτε από εκδηλώσεις που διοργανώνονται προς τιμήν του, όπως το Waitstock στην πολιτεία της Νέας Υόρκης και το Waitin’ for Waits στην Πάλμα της Μαγιόρκας. Αντίθετα, οργάνωσε ο ίδιος μια συναυλία για να βοηθήσει ένα φίλο του, που είχε προβλήματα με τη Δικαιοσύνη, να αντιμετωπίσει τα έξοδα της δίκης του.

Περιφρουρώντας με ζήλο την ανεξαρτησία του, απορρίπτει κάθε λογής χορηγίες και διαφημιστικές «συνδέσεις» των τραγουδιών του με αλυσίδες φαστφουντάδικων ή καφετεριών τύπου Στάρμπακς. Οπως έχει πει, «δεν θέλω να ακούει κάποιος ένα τραγούδι μου και να σκέφτεται χάμπουργκερ». Εχει επανειλημμένα κερδίσει αγωγές εναντίον διαφημιστικών εταιρειών που, αγνοώντας το βέτο του, χρησιμοποιούν τραγούδια του ή απομιμήσεις τους.

Με τη στάση του αυτή ο Τομ Γουέιτς αποδεικνύει ότι η αλλαγή στη ζωή του δεν αφορά τον πυρήνα της προσωπικότητάς του. Εξακολουθεί να είναι ένας ασυμβίβαστος δημιουργός, ένας καλλιτέχνης που λειτουργεί αγνοώντας τους κανόνες του συστήματος και που πληρώνει με πείσμα το τίμημα της ελευθερίας του.

Φωνάζουν και κλαίνε

Στα «Orphans» ο Γουέιτς ξετυλίγει όλη την εκπληκτικά πολύχρωμη γκάμα του: Τζαζ και παραδοσιακό ροκ εν’ ρολ, μπλουζ και σπιρίτσουαλ, μεξικάνικοι και κουβανέζικοι ρυθμοί, ρομαντικές κάντρι μπαλάντες και παράδοξα υβρίδια που δεν κατατάσσονται πουθενά. Στα 3 CD των «ορφανών» -που φέρουν τους τίτλους «Brawlers» («φωνακλάδικα»), Bawlers («κλαψιάρικα») και «Bastards»- συναντάει κανείς αναφορές στον Κουρτ Βάιλ και στον Σινάτρα, στον Τζακ Κέρουακ και στη «Χιονάτη».

Υπάρχει ένα τραγούδι σε στίχους Τσαρλς Μπουκόφσκι, αλλά και ο «Κινγκ Κονγκ», παιδικό τραγούδι του Ντάνιελ Τζόνστον εμπνευσμένο από την ταινία, το οποίο ο Γουέιτς καταφέρνει να μετατρέψει σε πικρό ύμνο για τους περιθωριακούς. Και όταν κάποτε εξαντλούνται οι ιδέες, ανοίγει την εγκυκλοπαίδεια και περιγράφει με τζαζ υπόκρουση το αλογάκι της Παναγίας και τις σεξουαλικές του συνήθειες. Αλλοτε πάλι εμπνέεται από ειδήσεις των εφημερίδων: στο Road to Peace μιλάει για έναν Παλαιστίνιο βομβιστή αυτοκτονίας και για τα ισραηλινά αντίποινα: «Βρήκαν ένα μπιμπερό / κι ένα ζευγάρι μικροσκοπικά παπουτσάκια / και τα έδειχναν στις κάμερες, αλλά οι Ισραηλινοί / είπαν πως δεν ήξεραν / ότι υπήρχε μια γυναίκα κι ένα μωρό μέσα στο αυτοκίνητο».

Είναι ένα ταξίδι σε σκοτεινά και ηλιόλουστα μέρη, όπου θλιμμένες μπαλάντες συναντιούνται με τραγούδια ελπίδας και αθωότητας, μπλουζ γεμάτα οργή και ειρωνεία με κέλτικα βαλς και παρλάτες του καμπαρέ. Ενα πολύχρωμο μωσαϊκό που συνοψίζει τις μαγικές ικανότητες του Τομ Γουέιτς στο τραγούδι, τον στίχο, τη μελωδική φαντασία, την ενορχήστρωση και την εξερεύνηση μουσικών τοπίων.

«Γράφτηκαν μέσα σε πανδαιμόνιο»

«Η Καθλίν κι εγώ θέλαμε αυτός ο δίσκος να είναι σα να αδειάζουμε τις τσέπες μας έπειτα από μια βραδιά τζόγου, διαρρήξεων και ζωοκλοπών. Αγαπάμε τα παράξενα ζευγαρώματα, γι’ αυτό σμίξαμε οι δυο μας. Θέλαμε τα «Ορφανά» να είναι σαν μια ραδιοφωνική εκπομπή στα βραχέα όπου το παρελθόν σμίγει με το μέλλον, γεμάτη πράγματα που βρίσκεις πεταμένα στον δρόμο, σε τούτο τον κόσμο ή σε κανέναν κόσμο ή ίσως και στον άλλο (…) Μια χειροποίητη κούκλα με κοχύλια για αυτιά, παραγεμισμένη με καραμέλες και λεφτά. Ή σαν την τσάντα μιας καλής γυναίκας, που μέσα βρίσκεις ένα σουγιά και αντίδοτο για δάγκωμα φιδιού.

Μερικά από τα τραγούδια γράφτηκαν μέσα σε πανδαιμόνιο και ηχογραφήθηκαν πάνω σε κινούμενο αυτοκίνητο. Αλλα γράφτηκαν σε δωμάτια ξενοδοχείων και ηχογραφήθηκαν πανηγυρικά στο Χόλιγουντ. Σε κάθε περίπτωση, είναι τα τραγούδια που γλιτώσανε από την πλημμύρα και που τα μαζέψαμε από τα κλαριά των δέντρων όταν έφυγαν τα νερά..

Στα «Ορφανά» υπάρχει ένα μάμπο για έναν κατάδικο που δραπετεύει από τη φυλακή με τη βοήθεια ενός ψαροκόκαλου, ένα μπλουζ του Δέλτα του Μισισιπή για έναν ενοχλητικό γείτονα, ένα κομμάτι «α καπέλα» για μια γυναίκα που τη χτύπησε κεραυνός, ένα σκωτσέζικο μαδριγάλι για τη φονική αντιπαλότητα δύο αδελφών, ακόμα κι ένα τραγούδι του Τζακ Κέρουακ και ένα σπιρίτσουαλ με την προσωπική μου έκκληση στον Θεό…

Πιστεύω ότι θα βρείτε εδώ περισσότερο τραγούδι και χορό από συνήθως. Αλλά ελπίζω ότι κι εκείνοι που τους αρέσουν τα γρυλίσματα, τα γαυγίσματα, τα κελαηδήματα και τα κρωξίματα δεν θα απογοητευτούν».