ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο βίος και η φιλοσοφία του Πυθαγόρα

Charles H. Kahn: «Ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι». Μετάφραση: Μαριάννα Σταυροπούλου. Εκδόσεις «Ενάλιος», 2005, σελ. 250.

Οσο απροσδόκητα χαρμόσυνο είναι το γεγονός ότι ο πολύς Βιλαμόβιτς στα στερνά του γειώθηκε ευλαβικά να μελετήσει την «Πίστη των Ελλήνων» («Der Glaube der Hellenen» (2 τόμοι, 1931-32) και ο διαπρεπής Α. Ε. Τaylor στην «Αριθμολογία του Πλάτωνα», άλλο τόσο είναι και το ότι ο διάσημος καθηγητής (ομότιμος τώρα) της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνιας Τσαρλς Χ. Καν, μετά τις θριαμβευτικές πτήσεις της ωριμότητάς του στους Προσωκρατικούς (Αναξίμανδρο, Ηράκλειο κ. ά.), τον Πλάτωνα και τον Σωκρατικό Διάλογο, ενέκυψε τελικά με «γηροτρόφον ελπίδα» στο μέγα θέμα του Πυθαγόρα και των Πυθαγορείων.

Η γοητεία, αλλά και η δυσκολία στην αναζήτηση του προσώπου του Πυθαγόρα και της ουσίας του Πυθαγορισμού οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους: πρώτον ότι πιθανότατα δεν υπήρξε ποτέ κανένα βιβλίο αποδεδειγμένα δικό του και δεύτερον ότι τόσο ο βίος και η πολιτεία του όσο και η πραγματική διδασκαλία του κινούνται περισσότερο στην αχλύ του μύθου παρά στο φως της ιστορίας. Η ιστορία της αρχαίας επιστήμης δέχεται ότι ακόμη και το φερώνυμο γεωμετρικό του θεώρημα ήταν γνωστό πριν από αυτόν και η «κοινή αίσθηση» των αρχαιογνωστών διαβλέπει έμμετρο σκώμμα στο αστείο του Ξενοφάνη για την Πυθαγόρεια αμφίδρομη μετεμψύχωση και πεζή μικροκακία στο δηκτικό απόσπασμα του Ηράκλειτου για τη δήθεν άχρηστη πολυμάθειά του. Το πρώτο λέει («Vors». 21 B 7) ότι τάχα ο Πυθαγόρας, ακούγοντας ένα πετροβολημένο σκυλί να γαβγίζει παραπονιάρικα, αναγνώρισε την ψυχή ενός νεκρού φίλου του και το δεύτερο («με ένα σμπάρο τέσσερα τρυγόνια», «Vors.» B 40): «H πολυμάθια δεν διδάσκει τον νου· αλλιώς θα ήταν σοφοί και ο Ησίοδος, ο Ξενοφάνης, ο Πυθαγόρας και ο Εκαταίος (ο Μιλήσιος)»!

Και ακόμη πιο ζηλόφθονα, ο ίδιος ο Ηράκλειτος (ibid., απόσπ. 129): «Ο Πυθαγόρας […] δημιούργησε μια δική του σοφία, πολυμάθεια και κακοτεχνία»!

Αλλο τόσο φθονεροί όμως στάθηκαν απέναντι του ίδιου αργότερα ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Ο ποιητής Ιων ο Χίος όμως, λίγο μεταγενέστερος του φιλοσόφου, μαρτυρεί (Vors. 36 B 4) ότι ο μέγας Σάμιος δίδασκε ότι μια ζωή γεμάτη ανδρεία και αρετή όχι μόνο κάνει τον άνθρωπο ευδαίμονα, αλλά του επιφυλάσσει καλή τύχη και μετά θάνατον. Επίσης τον θαυμάζουν ο Εμπεδοκλής, ο Ηρόδοτος, ο Ισοκράτης κ. ά.

Το θέμα, από την αρχαιότητα ήδη, όχι μόνο έχει εξονυχιστικά ερευνηθεί, αλλά μέχρι την εποχή μας έχει κορεσθεί, αν όχι υπερκορεσθεί. Τότε, από πού αντλεί την «αιτία της ύπαρξής του» αυτό το μικρό το δέμας, αλλά τεράστιο σε αξία βιβλίο; Στο ότι ο Kahn αντιστάθηκε στη γοητεία του Πυθαγόρα (και των Πυθαγορείων) από άποψη θρησκευτική, μεταφυσική και μυστικιστική [«Πλάτων και Πυθαγόρας προπάτορες πάσης (Γνώσεως)»] και στάθηκε περισσότερο στον πατέρα και ιδρυτή των Μαθηματικών, της Μουσικής, της Αστρονομίας και της Φιλοσοφίας. Δεν τον κράτησε, δηλαδή, η αρχαία παράδοση, που θέλει πρωτίστως τον Πυθαγόρα ως πνευματικό και ηθικό σχολάρχη και ηγέτη, ένα είδος σαμάνα ή γκουρού (βάσει των Βίων του Πυθαγόρα των νεοπλατωνικών Πορφύριου και Ιάμβλιχου) και στα νεώτερα χρόνια το ρηξικέλευθο έργο του Λ. Ε. Σενιέ «Ο Πυθαγόρας και η Πυθαγόρεια φιλοσοφία» (στα γαλλικά, 1873), αλλά ανοίχτηκε σε μια επισκόπηση της συνολικής παράδοσης, περίοδο προς περίοδο, εκφράζοντας κυρίως τη σύγχρονη επιστημονική έρευνα.

Ο Κahn αναγνωρίζει με ευγνωμοσύνη τις οφειλές του στον Walter Burkert, που ήθελε τον Πυθαγόρα πρωτίστως με την αρχαία εκδοχή του θρησκευτικού και πνευματικού ηγέτη, και στον Καρλ Χάφμαν για τις σχετικές με τον Πυθαγόρα μελέτες για τον Αρχύτα και τον Φιλόλαο, αλλά τελικά συγκλίνει περισσότερο με τις «επιστημονικότερες» απόψεις του Leonid Zhmud, «Winssenschaft, Philosophie und Religion im fr­hen Pythagorismus» (Βερολίνο, 1997).

Από τα εννέα κεφάλαια του έργου (1. Το Πυθαγόρειο ζήτημα, 2. Ο Πυθαγόρας και ο τρόπος ζωής, 3. Η πυθαγόρεια φιλοσοφία πριν από τον Πλάτωνα, 4. Η πυθαγόρεια φιλοσοφία την εποχή του Αρχύτα και του Πλάτωνα, 5. Η Νεοπυθαγόρεια φιλοσοφία στην Πρώτη Ακαδημία, 6. Η επιβίωση του Πυθαγορισμού στην Ελληνιστική εποχή, 7. Η πυθαγόρεια παράδοση στη Ρώμη, 8. Οι Νεοπυθαγόρειοι φιλόσοφοι και 9. Η πυθαγόρεια κληρονομιά) το ένατο και τελευταίο παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και για άλλους, ευνόητους, λόγους και για το ότι αποκαλύπτει την αιτία διαφοροποίησης του Kahn έναντι των άλλων αρχαίων και νέων ερευνητών. Ετσι μαθαίνουμε, μεταξύ άλλων, ότι από την άποψη των θετικών επιστημών, η νέα φυσική είναι εμμέσως συμβατή με την πυθαγόρεια και έκτοτε παραδοσιακή αντίληψη του θεού-δημιουργού ως γεωμέτρη («θεός αεί γεωμετρεί»), ότι ο Κέπλερ ήταν ο τελευταίος επιστήμονας που μπόρεσε να είναι γνήσια πυθαγόρειος στην αυστηρή παράδοσή του (πλατωνικού) «Τίμαιου», ανακαλύπτοντας την ταξη της φύσης στα κανονικά στερεά και στις μουσικές αναλογίες, αφού η μαθηματική κοσμολογία του «Τίμαιου» οφείλεται σε πυθαγόρεια διδασκαλία (σελ. 240).

Το βιβλίο κλείνει με μια ειλικρινή «ομολογία πίστεως» (ερευνητικής εννοείται). Οτι αν ο A. N. Whitehead, που έγραψε το 1925 το βιβλίο «Επιστήμη και Μοντέρνος Κόσμος» (εδώ το «Modern» δεν σημαίνει σύγχρονος, γιατί αναφέρεται στο κίνημα του Μοντερνισμού των αρχών του 20ού αιώνα) υπέθετε τότε ότι ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι είχαν μαντέψει αόριστα «την πιθανή σημασία των μαθηματικών στη διαμόρφωση της επιστήμης, τότε είναι προφανές ότι ένας σύγχρονος επιστήμονας, όπως ο Αϊνστάιν, ακολουθεί την καθαρή πυθαγόρεια παράδοση» (σελ. 241-2). Από το 1925, όμως «κύλησε πολύ νερό στον Τίβερη» και ο Αϊνστάιν άλλαξε θέση αργότερα.

Ενα γερό βιβλίο από έναν τίμιο εργάτη της ελληνικής φιλοσοφικής αρχαιογνωσίας. Δεν οδηγεί βέβαια σε ασφαλή συμπεράσματα, όχι γιατί δεν μπορεί, αλλά γιατί δεν υπάρχουν. H αλήθεια για τον Πυθαγόρα οδηγεί «από τα μικροφανέρωτα στα μεγαλοκρυμμένα». Κραυγαλέα η έλλειψη ευρετηρίων στο τέλος!

* Ο κ. Ανδρέας Παναγόπουλος είναι καθηγητής της Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.