ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενας «Πυρήνας» διαχρονικός

Η πραμάτεια που ανήκει στο τρίπτυχο: κέντρα, τηλεόραση και περιοδικά λάιφ στάιλ, με τις φωτεινές κακόγουστες ταμπέλες και τους παρκαδόρους της νυχτερινής αναρχίας στη ροή της Ιεράς Οδού, εξαφανίζεται όταν πλησιάζεις την οδό Βουτάδων. Εκεί, στο Gazarte, δίπλα στο θέατρο «Σχεδία», που επέλεξε φέτος να τραγουδήσει ο Διονύσης Σαββόπουλος, όλα αλλάζουν.

Το μπαρ είναι η προνομιούχα θέση σε απόσταση αναπνοής από τη σκηνή, με μια διάθεση οικειότητας που ενισχύουν οι στρωμένες στο χαλί μαξιλάρες (σαν το σπίτι μας), περιζήτητες στο νεαρόκοσμο με τα ευλύγιστα κορμιά. Ομως και πιο πίσω, ίδια είναι η διάθεση. Καναπέδες και καρέκλες στα επίπεδα ώστε να βλέπουν όλοι, ακόμα και οι τελευταίοι.

Ούτε σκηνικά ούτε υπερβολές γιορτής. Μετά την κατραπακιά με τα λαμπερά γενέθλια, την τούρτα και τα μπαλέτα στο Ηρώδειο, το αδιέξοδο του Κεραμεικού με τον Πορτοκάλογλου και τον Μαργαρίτη, ο Σαββόπουλος επέστρεψε φέτος σε αυτό που πάνω απ’ όλα τον αγαπήσαμε. Στα τραγούδια του μόνο. Με δυο μόνο μουσικούς, αλλά τι μουσικούς!

Τον Σταύρο Λάντσια, πιανίστα και ενορχηστρωτή που έχει επανειλημμένα συνεργαστεί μαζί του, αλλά και με άλλους, έχει εκδώσει συνθέσεις του και παραμένει ένας πολυτάλαντος μουσικός που μπορεί να παίζει από πιάνο μέχρι ντραμς. Από τους πιο ευφάνταστους Ελληνες δεξιοτέχνες είναι και ο Γιώτης Κιουρτσόγλου, ο οποίος δεν παίζει μόνο με το μπάσο αλλά και με τα χείλη του που ξέρει να μεταμορφώνει σε ντραμς του… πιο θορυβώδους ράπερ.

Δύο σολίστες ικανοί να δημιουργήσουν την πιο λεπταίσθητη μουσικότητα αλλά και να απογειώσουν ένα τραγούδι με ηλεκτρικές λάμψεις. Ηδη από τη δεκαετία του ’60, ο Σαββόπουλος ήξερε να αξιοποιεί τους συνεργάτες του και τις πιο ετερόκλητες μουσικές επιρροές του από τον Μπάλο ώς τη φρι τζαζ. Ετσι και τώρα τα τραγούδια του, ακούγονται για άλλη μια φορά καινούρια. Ομως, όχι μόνο για λίγους μουσικούς αλλά και γιατί σ’ ένα χώρο που είναι όλα πιο οικεία, προσέχεις καλύτερα κι αυτούς τους στίχους που τα ‘χουν πει όλα.

Μήπως δεν ταιριάζει το «Είμαι 16άρης σας γαμώ τα Λύκεια» στις καταλήψεις; Μήπως τα ευάλωτα «Κορίτσια» δεν φέρνουν στον νου την υπόθεση της Αμαρύνθου και «Εμείς του ’60 οι εκδρομείς» την πτώση και το βόλεμα της Αριστεράς; Τα χει πει όλα πριν καν γίνουν. Αλλά σ’ αυτόν τον χώρο της «διακτινισμένης μπουάτ», κάθε στίχος αποκτά το βάρος που περιέχει. Και ο Σαββόπουλος είναι στα νερά του. Ακούς καλύτερα τη φωνή του με την απαράμιλλη θεατρικότητά της και την τρυφερή βραχνάδα της, όσο για τον ήχο είναι άριστος, χωρίς «μπασαδούρα» και βοή από τα μαχαιροπίρουνα.

Ο κόσμος στο Gazarte είναι άνθρωποι που τον εκτιμούν και ξέρουν τη δουλειά του. Οχι, δεν μιλάμε μόνο για 50άρηδες αλλά και για 20άρηδες, ακόμη και 17άρηδες που -πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε- ήξεραν ακόμη και τους στίχους από τα «Πουλιά της δυστυχίας». Ο Σαββόπουλος μιλάει για τον «Πυρήνα», εννοώντας τα τραγούδια του κι εμείς απολαύσαμε τον πυρήνα του Σαββόπουλου. Τετρακόσια άτομα, στις μαξιλάρες, στους καναπέδες, στις καρέκλες, άλλοι όρθιοι απολαμβάνουν τα τραγούδια, γνωστά και λιγότερο παιγμένα, κι ας μας δηλώνει ότι δεν λέει τα σουξέ. Οι πρόζες του δεν είναι πολλές, όμως αυτά τα μικρά σύντομα σχόλια για «τα Ευαγγελάτα και τα Τριανταφυλλάτα», για την τηλεόραση που «την έκανε λαχείο» με τη βία, το σεξ και τον ρατσισμό που κρύβει η υπόθεση της Αμαρύνθου, όλοι τα αντιλαμβάνονται. Με τη δόση που τους πρέπει. Οπως το τραγούδι «Κωλοέλληνες», που έμοιαζε σαν τη συνωμοτική υπενθύμιση ενός λάθους που μοιραστήκαμε όλοι.