ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αμήχανη συναυλία της «Καμεράτα»

Φ αίνεται πως η Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής ζήλωσε την επιτυχία των συναυλιών της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών τον περασμένο Φεβρουάριο, όταν σολίστ και αρχιμουσικός ήταν ο Αυστριακός τσελίστας Χάινριχ Σιφ. Ετσι, αποφάσισε να τον προσκαλέσει και αυτή στις 25 Νοεμβρίου στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής, για συναυλία μέρος της οποίας, μάλιστα, ηχογραφήθηκε επαγγελματικά. Ατυχώς, το αποτέλεσμα δεν ήταν συνολικά θετικό.

Ιδιαίτερα προβληματική ήταν η αρχή, καθώς στο 2ο Κοντσέρτο για τσέλο και ορχήστρα του Χάιντν ο Σιφ απέκλινε διαρκώς από τον ορθό τόνο, ειδικά στα γοργά μέρη. Τα πράγματα βελτιώθηκαν στη «Μουσική για τρομπόνι και έγχορδα» του Φρίντριχ Τσέρχα, όπου σολίστ ήταν ο πολύ καλός Κρίστιαν Μούτσπιλ. Το έργο, που ηχογραφήθηκε παρόντος του συνθέτη, δόθηκε στη β΄ γραφή του, παραγγελία του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Ο Τσέρχα δεν είναι μόνον ο άνθρωπος που ολοκλήρωσε την όπερα «Λούλου» του Μπεργκ, αλλά ένας από τους πιο ενδιαφέροντες Αυστριακούς συνθέτες της μεταπολεμικής «μουσικής πρωτοπορίας». Γραμμένη σε ελεύθερη ατονική γλώσσα, η σύνθεση μαρτυρούσε τις καταβολές της αλλά και τα αδιέξοδα της συγκεκριμένης εποχής.

Ο ολότελα παράδοξος σχεδιασμός του προγράμματος της συναυλίας συνεχίστηκε στο δεύτερο μέρος με δύο έργα: τις «Μεταμορφώσεις» του Ρίχαρντ Στράους και τη σερενάτα «Μια μικρή νυχτερινή μουσική» του Μότσαρτ. Και οι δύο συνθέσεις είναι οικείες στην Καμεράτα. Η πρώτη δόθηκε με ομοιογενή ήχο αλλά χωρίς δόμηση. Στα θετικά στοιχεία της ερμηνείας συγκαταλέγεται η συνεισφορά της Λέσιας Πονομάροβα, που απέδωσε με καθαρότητα τις σολιστικές παρεμβάσεις του α΄ βιολιού.

Ξέφρενες ταχύτητες υιοθέτησε ο Σιφ στη σερενάτα του Μότσαρτ, που όμως δεν κέρδισε τίποτε σε ενέργεια, αλλά αντίθετα έχασε από την κομψότητα και τη γλυκύτητά της.

«Κάρμινα Μπουράνα» από την ΕΡΤ

Δύο μέρες νωρίτερα, στις 23 Νοεμβρίου στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ παρουσίασε τα δημοφιλέστατα «Κάρμινα Μπουράνα» του Καρλ Ορφ. Από τη συναυλία αυτή κρατά κανείς μόνο την αρκετά επιτυχημένη μουσική διεύθυνση του Βλαδίμηρου Συμεωνίδη, νέου της αρχιμουσικού της ορχήστρας από τη φετινή καλλιτεχνική περίοδο. Παρά τα κολοσσιαία σύνολα (μεγάλη ορχήστρα και τρεις χορωδίες), γενικώς κατόρθωσε να ελέγξει τον ήχο και να προσδώσει πλαστικότητα κυρίως στα καθαρώς ενόργανα μέρη («Στο Λιβάδι», «χορός»), αυξομειώνοντας με επιτυχία ταχύτητες και δυναμική. Από τις χορωδίες (ΕΡΤ, Μακεδονίας, παιδική Γ΄ Προγράμματος) και τους σολίστες (Μητσοπούλου, Σπανός, Γιαννίσης) απουσίαζε το στοιχείο της θεατρικότητας και προπάντων η σατιρική διάθεση και το χιούμορ, χωρίς τα οποία το συγκεκριμένο έργο είναι περίπου αδιανόητο.