ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τ. Πατρίκιος: Η γενιά μου δεν ήταν αθώα

Το διαμέρισμα- γραφείο του Τίτου Πατρίκιου στο κέντρο της Αθήνας έχει για ταπετσαρία βιβλία. Σε ένα από τα ράφια υπάρχουν δεκάδες σημειωματάρια, σε χρονολογική σειρά, όπου σημειώνει, πάντα με το μαρκαδοράκι, δεκάδες περιστατικά, σκέψεις, ιδέες, συναντήσεις, φράσεις. Απ’ αυτό το υλικό γεννήθηκε το τελευταίο βιβλίο του «Περιπέτειες σε τρεις σχεδίες» (εκδ. Κέδρος). Περίπου εξήντα αφηγήματα, μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης, με νοερά ή πραγματικά ταξίδια και αποσκευές το πάθος, τον τρόμο, τον ενθουσιασμό και την περιέργεια μιας ζωής που πλησιάζει τα 80 χρόνια. Ενα βιβλίο στο οποίο κυριαρχεί η γαληνεμένη προσέγγιση στιγμών του παρελθόντος: της πολιτικής του στράτευσης στις μεταπολεμικές περιπέτειες της Αριστεράς, των εκατοντάδων ταξιδιών του, των συγκρούσεων με φίλους και συνεργάτες, των σκέψεων και των προβληματισμών του για τους λογοτέχνες και τη λογοτεχνία.

Ενα βιβλίο που μας μεταφέρει στις πολλές διαδρομές που έχει κάνει ο Τίτος Πατρίκιος, από το 1928 που γεννήθηκε στο κέντρο της Αθήνας, «σε μια κλινική Σόλωνος και Δημοκρίτου». Από τότε δεν σταμάτησε να ταξιδεύει (εκουσίως ή ακουσίως), να γνωρίζει τόπους και ανθρώπους. Δεν σταμάτησε να διαβάζει, να παρεμβαίνει και να ενημερώνεται και δεν σταμάτησε να λέει ανέκδοτα, αφού θεωρείται ένας από τους πλέον ταλαντούχους αφηγητές ανεκδότων. Μερικές από τις ιστορίες που αφηγείται στο «Περιπέτεια σε τρεις σχεδίες» μοιάζουν με ανέκδοτα. Ανατρεπτικές και απρόβλεπτες. Και σκιαγραφούν σημαντικές ή ασήμαντες στιγμές της διαδρομής του στην πολιτική, τη λογοτεχνία, την τέχνη.

Μεθαύριο, στις 8 το βράδυ, το βιβλίο του Τίτου Πατρίκιου παρουσιάζεται στο Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου 14). Θα μιλήσουν οι Δημήτρης Ραυτόπουλος, Πέτρος Τατσόπουλος, Λένα Διβάνη. Θα διαβάσει αποσπάσματα ο ηθοποιός Γρηγόρης Βαλτινός.

Σε πολλούς από εμάς η ζωή μάς χαρίστηκε

– Η πρώτη εύλογη ερώτηση: γιατί πεζογραφήματα από έναν ποιητή;

– Γράφω στα σημειωματάριά μου σχεδόν κάθε μέρα και μετά τα περνάω σε τετράδια. Νόμιζα ότι θα καταλήξουν σε ποιήματα. Ομως είδα ότι αντιστεκόντουσαν. Οτι το γραπτό αποκτούσε τη δική του υπόσταση και μου έλεγε, όταν το έγραφα μία και δύο και τρεις φορές σαν ποίημα: δεν πάω για ποίημα. Κι έτσι επέστρεψα κατά κάποιον τρόπο στην πεζογραφία, γιατί στα πρώτα πρώτα εφηβικά μου χρόνια έγραφα πάρα πολλά πεζά. Εχω ένα ντοσιέ με διηγήματα από τα δεκαπέντε μου χρόνια. Κι ένα μυθιστόρημα που άρχισα στα 16 μου και δεν τελείωσα ποτέ…

– Η γεύση που μένει μετά την ανάγνωση του βιβλίου σας είναι μια απελευθερωτική γαλήνη. Ασφαλώς είναι η απόσταση από αυτά…

– Πολλά από αυτά όταν συνέβαιναν δεν τα αντιμετώπιζα με την ίδια γαλήνη. Σ’ ένα ποίημα λέω: «ήμουν έρμαιο της παραφοράς και των αντιδράσεων». Η γαλήνη τελικά -εγώ δεν την αντιλαμβάνομαι, χαίρομαι που το λέτε- είναι η συνειδητοποίηση του συνόλου των αντιδράσεων. Οταν αυτές συνειδητοποιηθούν συνολικά, καταλαβαίνεις ότι παρά τις συγκρούσεις, επέρχονται κάποιες ισορροπίες.

– Υπάρχουν ακόμα πτυχές που σας εξοργίζουν, σας θυμώνουν, σας πικραίνουν;

– Τέτοιες πτυχές υπάρχουν, είναι πολλές και πολύ έντονες. Αλλά από την ώρα που προσπαθώ να καταλάβω τι έχει συμβεί και ποιος είμαι κι εγώ μέσα σε αυτά, προσπαθώ να τις τιθασεύσω για να μη μου συσκοτίσουν τη ματιά. Από την άλλη μεριά, σε άλλα σημειωματάρια, είδα ότι είχα γράψει ότι «η χειρότερη αμαρτία είναι να αντιδικεί κανείς με τους πεθαμένους φίλους του». Προκειμένου να αντιδικώ με όσους έχουν φύγει από τη ζωή προτιμώ να καταλάβω τι έχει συμβεί. Είμαστε μια γενιά που δεν είμαστε αθώα παιδάκια. Περάσαμε πολλές συγκρούσεις, και όχι μόνο πολιτικές ή ιδεολογικές, αλλά και προσωπικές. Τις οποίες όμως μας άρεσε να τις συγκαλύπτουμε και να τις εμφανίζουμε ως μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις. Ηταν εντελώς εμπαθείς ατομικές συγκρούσεις, καθημερινότητας, χαρακτήρων, παθών, επιθυμιών, αντιζηλιών, και ό,τι άλλο υπάρχει μέσα στη ζωή. Ηταν συγκρούσεις με ισχυρή αίσθηση επιβίωσης, γιατί ξέραμε ότι σε πολλούς από μας η ζωή μάς χαρίστηκε. Θα μπορούσαμε να μη ζούμε, όπως δεν ζουν πολλοί από εκείνους που ξεκινήσαμε μαζί.

– Αυτό το αίσθημα σας έκανε πιο τολμηρούς με τη ζωή ή πιο διστακτικούς;

– Ισως γενικεύω, αλλά ας μιλήσω στο α΄ πληθυντικό. Πιστεύω ότι μας έκανε πιο τολμηρούς, μέχρι θρασύτητας, σε ό,τι αφορούσε τα πολιτικοκοινωνικά πράγματα· και συνεσταλμένους, φοβισμένους σε ό,τι αφορούσε τις προσωπικές μας επιδιώξεις. Εκεί γινόμασταν περίπου καρπαζοεισπράκτορες. Βεβαίως αυτό δεν είναι γενικό. Υπήρξαν κι άνθρωποι της γενιάς μας που στη διεκδίκηση της προσωπικής ανόδου, για να μην πω αναρρίχησης, υπήρξαν αδίστακτοι και αδυσώπητοι.

Είμαι πλέον κατά της βίας, ιμπεριαλιστικής ή επαναστατικής

– Θα ήθελα να πείτε κάτι παραπάνω για κάποιους από τους πεθαμένους φίλους σας.

– Δύο πολύ μεγαλύτερους από μένα, με τους οποίους συνδέθηκα αλλά και συγκρούστηκα, αλλά που τους φέρνω στη μνήμη μου με πάρα πολύ μεγάλο σεβασμό, αγάπη και οφειλή, είναι ο Ρίτσος και ο Τσίρκας. Ο Τσίρκας -όπως και ο Κουλουφάκος- έφυγαν νωρίς. Το ίδιο και ο Δεσποτίδης. Θα μπορούσαν να έχουν ζήσει περισσότερο. Οπως και ένας άλλος φίλος, ο Λειβαδίτης. Φύγανε νωρίς και έχω την αίσθηση ότι το θέλανε. Ολοι αυτοί αποτελούν πολύ σημαντικά κεφάλαια της ζωής μου. Κι όχι πάντα χαρούμενα. Πολλές φορές και συγκρουσιακά, αλλά πάντα εμπλουτιστικά. Αυτοί και αρκετοί άλλοι με πλούτισαν, όπως και αρκετές γυναίκες.

Αποστασιοποίηση

– Σήμερα εμπλουτιζόμαστε από την ανθρώπινη παρουσία και συναναστροφή, μέσα από τις συλλογικότητες ή έχει υποκατασταθεί από τα ΜΜΕ;

– Οι συλλογικότητες στις οποίες αναφέρεστε είχαν πάντα ένα πολιτικό ανατρεπτικό χαρακτήρα, που έτειναν στη δημιουργία ενός καινούργιου κόσμου. Σήμερα, εγώ δεν συμμετέχω σε τέτοιες συλλογικότητες. Αυτό έχει πολλά αρνητικά, γιατί σε οδηγεί σε μια μοναξιά. Από την άλλη, σου επιτρέπει να δεις τα πράγματα απερίσπαστος και αποστασιοποιημένος. Από κάποιες αποστάσεις, όχι μόνιμες. Οι νεότεροι άνθρωποι, αναλογίζομαι, έχουν ή δεν έχουν τέτοιες συλλογικότητες; Μερικές τις αναγνωρίζω ως συλλογικότητες, αλλά μου είναι από ξένες μέχρι εχθρικές. Παράδειγμα, οι συλλογικότητες των παιδιών με τις κουκούλες. Πρέπει να ζουν τη νεότητά τους μέσα σε μια επαναστατική ατμόσφαιρα. Αλλά αυτή η συλλογικότητα για μένα είναι εχθρική. Εγώ δεν δέχομαι τις συλλογικότητες που πάνε να καταστρέψουν το δικό μου μοντέλο ζωής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θέλω να το επιβάλω διά της βίας. Είμαι όμως πλέον κατά της βίας. Είμαι εναντίον κάθε είδους βίας, και της ιμπεριαλιστικής και της επαναστατικής, όπως είμαι εναντίον κάθε δικτατορίας, και των στρατιωτικών και των προλεταριακών.

– Εχετε μεγάλη διαδρομή, πολλές επιλογές, κριθήκατε γι’ αυτές…

-. ..και επικρίθηκα.

– Τι από αυτή τη διαδρομή αφήσατε εντελώς πίσω και τι εξακολουθείτε να κρατάτε πολύ ακριβά σαν σκευή προσωπική;

– Αυτό που κρατάω είναι οι μεγάλες στιγμές της φιλίας, η οποία παραμένει για μένα το πιο πολύτιμο αγαθό, αλλά για να είμαι ειλικρινής και το πιο μεταβαλλόμενο. Δηλαδή κι εγώ ο ίδιος δεν υπήρξα πιστός στις φιλίες μου. Και εγκαταλείπω παλαιούς φίλους και κάνω καινούργιους. Ακόμα και τα συνεχή ταξίδια που κάνω, μέχρις εξαντλήσεως, μου δίνουν την ευκαιρία ή να γνωρίζω καινούργιους ανθρώπους ή να ξανασυναντώ παλιούς. Ετσι και οι φιλίες με τους τόπους. Εχω μια απληστία να γνωρίζω τόπους, είτε άγνωστους είτε γνωστούς, στους οποίους ανακαλύπτω κάτι καινούργιο. Η γνωριμία και η αναγνώριση μιας πόλης είναι για μένα κάτι το ηδονικό. Και μ’ αρέσει να αναδιφώ στο παρελθόν, όχι όμως από νοσταλγία ούτε από φιλέρευνη διάθεση. Απλώς για να καταλάβω τι συμβαίνει τώρα. Το παρελθόν για μένα είναι για να βρω τα στοιχεία, για να δω τώρα πού είμαστε, τι κάνουμε, τι γράφουμε, τι λέμε.

Οι μυλόπετρες

– Αυτό το βιβλίο τι τωρινά πράγματα σάς φώτισε;

– Οτι κάθε φορά βρισκόμαστε ανάμεσα σε κάποιες μυλόπετρες, των οποίων την κίνηση συνήθως δεν καθορίζουμε. Αυτό που μου φωτίζει κάθε φορά είναι το πώς μπορούμε να μη συντριβούμε από τις μυλόπετρες. Είτε οι μυλόπετρες είναι δύο αντιμαχόμενες αυτοκρατορίες είτε είναι μονοκρατορία που προσπαθεί να επιβληθεί είτε είναι μια ιδεολογία που προσπαθεί να υπερκαλύψει τα πάντα. Αυτό που μου επιβεβαιώνει το βιβλίο είναι ότι είμαστε πολλαπλοί οι ίδιοι μέσα μας. Και αυτή η πολλαπλότητα μπορεί να μας κρατήσει σε μια εποχή που όλα τείνουν από πολλαπλούς να μας κάνουν μονόσημους.

– Εχει επίδραση η λογοτεχνία σε όλα αυτά;

– Οχι, δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία, και δη η ποίηση, έχει άμεση επίδραση στα γεγονότα. Μπορεί να έχει όμως επίδραση στις συνειδήσεις.

Τα πνευματικά δικαιώματα

– Πώς σχολιάζετε το θέμα που προέκυψε με τις επιστολές Ελύτη, με αφορμή μια έκδοση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λέσβου;

– Υπάρχει μια γνωμάτευση νομική ή ρύθμιση, η οποία λέει ότι το υλικό αντικείμενο ανήκει στον παραλήπτη, αλλά το περιεχόμενο της επιστολής ανήκει στον αποστολέα ή τους κληρονόμους. Οπότε εκείνοι μόνο έχουν δικαίωμα ως προς τη δημοσίευση. Εμένα προσωπικά, σε ό,τι αφορά τις επιστολές, αυτό μου φαίνεται παράλογο. Θα μπορούσε να ισχύει για ένα λογοτεχνικό κείμενο που βρέθηκε στα χέρια τρίτου. Αλλά για μια επιστολή, στην οποία ο αποστολέας εκμυστηρεύεται πράγματα σ’ έναν παραλήπτη, τα οποία όμως θέλει να παραμείνουν γραπτά, δεν νομίζω ότι κανείς μπορεί να εμποδίσει τη δημοσίευσή τους, πολύ περισσότερο όταν η δημοσίευση αυτή αποδώσει τα οικονομικά δικαιώματα. Αλλιώς μπορεί να οδηγηθούμε σε μια παγκόσμια λογοκρισία. Να μη μάθουμε τίποτα για κανένα. Και κυρίως να παρεμποδιστεί από ανθρώπους, οι οποίοι όταν γράφονταν οι επιστολές δεν υπήρχαν καν στη ζωή. Δεν είχαν δηλαδή καμιά ανάμειξη με τα γεγονότα που αναφέρονται στις επιστολές.

Από αυτήν την άποψη δεν θα συμφωνήσω καθόλου με όσους προσπαθούν να διατηρήσουν όχι το δικαίωμα το οικονομικό, αλλά το δικαίωμα τελικά της σιωπής, διότι αυτό οδηγεί στην αποσιώπηση μιας σημαντικής πλευράς ενός ανθρώπου που εκφράζεται μέσω επιστολών. Είναι εύκολο, μ’ αυτόν τον τρόπο, να οδηγηθούμε σε λαθροχειρίες. Από ‘κει και πέρα πιστεύω ότι κάθε συγγραφέας δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που γράφει. Παρεμβαίνει στο σύνολο της ζωής και η ίδια η ζωή θέλει να μάθει το σύνολο της δικής του ζωής. Γι’ αυτό και πιστεύω πως όποιο χειρόγραφο ένας συγγραφέας δεν το καταστρέφει, το αφήνει γιατί θέλησε ν’ αφήσει όλα τα ίχνη της διαδρομής του. Ετσι, πιστεύω ότι έκανε άριστα και η Μαρώ Σεφέρη όσο ζούσε και οι κληρονόμοι της, οι οποίοι δημοσιεύουν τα πάντα που αφορούν τον Σεφέρη, ακόμα και τα δευτερότερα. Αλλά ένας συγγραφέας δεν γράφει μόνο αριστουργήματα. Τα δευτερότερά του κείμενα, όμως, μας επιτρέπουν να καταλάβουμε τις πτυχές της προσωπικότητας και τις λειτουργίες της γραφής και της δημιουργίας του.