ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το τεράστιο κουκλόσπιτο της οδού Ριβολί

Αν δεχθεί κανείς την άποψη του Νίκολα Σερότα, διευθυντή της Τέιτ Γκάλερι, ότι στην επίσκεψη σ’ ένα μουσείο προέχει η «εμπειρία» και όχι η «ερμηνεία», τότε μαζί με την πολυτιμότητα των εκθεμάτων εξίσου σημαντικός γίνεται και ο τρόπος έκθεσής τους, η «σκηνοθεσία» τους δηλαδή σ’ ένα ελκυστικό για τον επισκέπτη περιβάλλον. Στο μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών στο Παρίσι (Musee des Arts decoratifs), που άνοιξε φέτος το φθινόπωρο στην οδό Ριβολί, κάνοντας για πρώτη φορά προσβάσιμη στο κοινό τη μόνιμή του συλλογή, το περιβάλλον αυτό θυμίζει ένα τεράστιο κουκλόσπιτο, γεμάτο φυσικό φως, διαύγεια και μια παραμυθένια αίσθηση. Το κυρίως τμήμα του μουσείου αποτελείται από ένα τεράστιο, τριώροφο εσωτερικό αίθριο, στην κάθε πλευρά του οποίου εκτείνονται οι εκθεσιακοί χώροι. Οπως ο παρατηρητής ενός παιχνιδιού-σπιτιού βλέπει όλους τους ορόφους και τα δωμάτια ταυτόχρονα, έτσι και ο επισκέπτης του μουσείου έχει (τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του μουσείου) οπτική επαφή όχι μόνο με τη συγκεκριμένη αίθουσα στην οποία βρίσκεται αλλά, χάρη στα γυάλινα χωρίσματα, και σε όλες τις άλλες αίθουσες που εκτείνονται στην απέναντι πλευρά. Το φως διαπερνά το εσωτερικό από τη μία άκρη στην άλλη, ενώ η ανοικτή θέα του κήπου του Κεραμεικού από τη μία, της οδού Ριβολί από την αντίθετη πλευρά και την περιοχή των Ηλυσίων Πεδίων να εκτείνεται στο βάθος, συμβάλλουν σε μια αίσθηση «εξωστρέφειας», σαν η πόλη, ο αέρας και οι άνθρωποί της να αποτελούν, μαζί με το μουσείο, ένα σύνολο.

Τα 6.000 εκθέματα που περιλαμβάνονται στο μουσείο (150.000 είναι ο συνολικός αριθμός των αντικειμένων της μόνιμης συλλογής) υφαίνουν κατά χρονολογική και θεματική δομή μια διαδρομή στην ιστορία των διακοσμητικών τεχνών και της «κουλτούρας της καθημερινότητας» από την εποχή του Μεσαίωνα μέχρι σήμερα. O τρόπος έκθεσής τους ακολουθεί την εναλλαγή, την ποικιλία και ακουμπάει σε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον κλασικό και έναν τολμηρό, σύγχρονο τρόπο έκθεσης.

Εκτός από την πρωτοτυπία του στο στήσιμο, το μουσείο έχει μια μοναδικότητα καθώς αποτελεί το μόνο μουσείο στη Γαλλία με μια τόσο περιεκτική και πλήρη συλλογή. Κράμα ιδιωτικής πρωτοβουλία (η συλλογή του βασίζεται εξ ολοκλήρου σε δωρεές ιδιωτών) και κρατικής υποστήριξης, αφού στεγάζεται σε χώρους που ανήκουν στο Λούβρο και που το γαλλικό κράτος έχει παραχωρήσει στο μουσείο, ιδρύθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ποτέ μέχρι τώρα όμως δεν λειτούργησε ως πλήρες μουσείο. Με την έννοια αυτή, το άνοιγμά του στο κοινό αποτελεί ένα γεγονός για την πολιτιστική ζωή της γαλλικής πρωτεύουσας.

Οπτική απόλαυση

Με ευκαιρία το γεγονός αυτό, η «K» συνάντησε τη διευθύντρια του μουσείου, Μπεατρίς Σαλμόν (Beatrice Salmon), η οποία μίλησε για το σημαντικό αυτό πολιτιστικό ίδρυμα, τη λειτουργία και τους στόχους της.

«Το μουσείο αυτό θα ήθελα πάνω από όλα να προσφέρει μια οπτική απόλαυση στον θεατή. Στήσαμε τη συλλογή με βάση αυτήν την προτεραιότητα. Δεν θέλαμε να ακολουθήσουμε μια διδακτική προσέγγιση αλλά να δημιουργήσουμε ένα παιχνίδι διανοητικό και οπτικό, την ιδέα του συμβάντος και του ονείρου», εξηγεί η Μπεατρίς Σαλμόν. Ισως γι’ αυτό λείπουν οι μακροσκελείς, επεξηγηματικές πινακίδες. Μια πεντάωρη ξενάγηση με ειδικά ακουστικά διατίθεται σε όλους τους επισκέπτες χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση, κάτι που σπάνια συναντάει κανείς σε μουσείο.

Αν και οι διακοσμητικές τέχνες είναι πιο προσφιλείς στο ευρύ κοινό από τις καλές τέχνες, η κ. Σαλμόν, η οποία έχει στο παρελθόν οργανώσει το Μουσείο Καλών Τεχνών στο Νανσί, εξηγεί ότι το στήσιμο ενός μουσείου διακοσμητικών τεχνών αποτελεί μεγαλύτερη πρόκληση από ένα μουσείο καλών τεχνών. «Παραδοσιακά, ένα μουσείο είναι ο χώρος φιλοξενίας της τέχνης με T κεφαλαίο. Εδώ όλα τα αντικείμενα εξυπηρετούσαν για τους κατόχους τους μια χρήση. Είναι επίσης αντικείμενα, συγγενείς των οποίων μπορούμε να βρούμε ακόμα στην αγορά. Η δυσκολία είναι επομένως να βρεθεί η σωστή απόσταση που αναδεικνύει αυτόν τον χρηστικό χαρακτήρα τους αλλά και την αισθητική και καλλιτεχνική τους αξία. Να υπάρξει, δηλαδή, αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στην οικειότητα και την αποστασιοποίηση», λέει η κ. Σαλμόν.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το γεγονός ότι το μουσείο ανοίγει σε μια εποχή στην οποία το ντιζάιν γνωρίζει άνθηση και το «lifestyle» έχει γίνει μόδα, το καθιστά μάλιστα ακόμα πιο δημοφιλές στο κοινό. «Είναι αλήθεια ότι το άνοιγμα του μουσείου συμπίπτει με μια στιγμή στην ιστορία της τέχνης, όπου ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις λεγόμενες καλές τέχνες και τις διακοσμητικές τέχνες εκλείπει. Υπάρχει σήμερα μια ρευστότητα και ένας διάλογος μεταξύ διαφορετικών χώρων, μια διανοητική ευκαμψία. Ζούμε σε μια μετα-βιομηχανική εποχή, που είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Συμβάλλει βέβαια και η κατασκευή της εκάστοτε «μόδας», μια κατασκευή που σε μεγάλο βαθμό γίνεται από τα μίντια και η οποία όμως είναι περαστική», λέει η κ. Σαλμόν. Σύμπτωση είναι άλλωστε ότι την εποχή που ιδρύθηκε το μουσείο, στα τέλη του 19ου αιώνα δηλαδή, υπήρχε, όπως και τώρα, άνθηση του ντιζάιν. Οπως και τώρα, υπήρχε μαζική παραγωγή και το συνακόλουθο φαινόμενο του μαζικού, κακού γούστου.

Ιδιωτική πρωτοβουλία

Από τότε μέχρι σήμερα, το Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών εξακολουθεί να βασίζεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία στην οποία και οφείλει την ίδρυσή του. «Για τη Γαλλία, ένα μουσείο που βασίζεται σε ιδιώτες αποτελεί πρόκληση», επισημαίνει η κ. Σαλμόν. Ολα τα εκθέματα είναι δωρεές συλλεκτών και δωρητών, μετά τη δωρεά τους στο μουσείο όμως περνάνε στη δικαιοδοσία του κράτους, το οποίο, εξάλλου, έχει παραχωρήσει στο ίδρυμα τους εκθεσιακούς χώρους του (αρχιτεκτονικά, οι χώροι είναι στην ουσία μια πτέρυγα του Λούβρου) και το οποίο αναλαμβάνει τα έξοδα του προσωπικού. Ολο το κόστος της εκθεσιακής δραστηριότητας του μουσείου και της συντήρησης των εκθεμάτων τους (το οποίο έφτασε τα 4,1 εκατ. ευρώ για τη συντήρηση των 6.000 αντικειμένων με τα οποία το μουσείο άνοιξε πρόσφατα) προέρχεται από ιδιώτες. Χάρη στην πρόεδρο του ιδρύματος, Helene David Weill, το μεγαλύτερο μέρος του κόστους οργάνωσης του μουσείου και αποκατάστασης του χώρου συγκεντρώθηκε και αυτό από ιδιωτικούς πόρους.

«Δεν υπάρχει αντίστοιχος συνδυασμός ιδιωτικής και κρατικής υποστήριξης σε άλλο μουσείο στη Γαλλία. Στην ουσία εμπλουτίζουμε την κρατική πολιτισμική κληρονομιά με ιδιωτικές επιχορηγήσεις. Από τη μια, η ιδιωτική πρωτοβουλία επιτρέπει μια ευκαμψία στη λειτουργία, από την άλλη όμως, η απουσία κρατικής στήριξης καθιστά τη λειτουργία ενός μουσείου ευάλωτη», λέει η κ. Σαλμόν.

Πάντως, όλο και περισσότερα μουσεία, και μάλιστα κρατικά, στρέφονται προς τις ιδιωτικές χορηγίες. Σε μιαν εποχή πληθώρας μουσείων και έξαρσης «πολιτιστικών αγαθών», ο ανταγωνισμός μεγαλώνει κάνοντας τα μουσεία να αναζητούν διάφορες οδούς για να προσελκύσουν το κοινό.

«Νομίζω ότι τα μουσεία διέρχονται μια περίοδο μετασχηματισμού, που δεν ξέρουμε ακριβώς πού θα οδηγήσει. Σήμερα είναι ξεκάθαρο ότι τα μουσεία επιλέγουν ολοένα και περισσότερο να τοποθετηθούν πάνω σε μια λογική «μάρκετινγκ», που δίνει έμφαση στις «στρατηγικές επικοινωνίας». Είναι μια λογική που ξεκίνησε από το Γκούγκενχαϊμ και που τα τελευταία χρόνια ακολουθεί και το Λούβρο. Το μουσείο γίνεται μια μάρκα, όπως η Μερσεντές ή η Σόνι. Νομίζω ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι χωρίς επιπτώσεις στο επιστημονικό έργο ενός μουσείου», λέει η κ. Σαλμόν.

Διακοσμητικές τέχνες, μόδα και διαφήμιση

Το Les Arts Decoratifs περιλαμβάνει τέσσερα παραρτήματα: Το Μusee des Arts Decoratifs (το τμήμα του μουσείου που εγκαινιάστηκε πρόσφατα), το Musee de la Mode et du Textile (το μουσείο μόδας), το Musee de la Publicite (το μουσείο διαφήμισης) και το Musee Nissim de Camondo, η ιδιωτική κατοικία του κόμη Μοΐζ ντε Καμοντό, που ανεγέρθη το 1914 και διακοσμήθηκε με μια πλούσια συλλογή διακοσμητικών τεχνών του 18ου αιώνα. Το μουσείο περιλαμβάνει επίσης πλούσια βιβλιοθήκη, σχολή αρχιτεκτονικής και ντιζάιν (την Ecole Camondo) και εργαστήρια για το κοινό. Η συλλογή εκτείνεται χρονολογικά από τον Μεσαίωνα έως σήμερα και επικεντρώνεται στην ιστορία των διακοσμητικών τεχνών στη Γαλλία, με μεγαλύτερη έμφαση στον 20ό αιώνα.

Το μουσείο περιλαμβάνει ένα ξεχωριστό τμήμα γύρω από το παιδικό παιχνίδι και μια συλλογή έργων του Ζαν Ντιμπιφέ, δωρεά του καλλιτέχνη. Το εύρος και ο πλούτος της συλλογής είναι στη Γαλλία μοναδικά στο είδος τους (αντίστοιχα με του βρετανικού μουσείου Βικτώρια και Αλμπερτ). Αξιοσημείωτη είναι η συλλογή αντικειμένων της περιόδου αρ ντεκό. Από τα πιο εντυπωσιακά τμήματα του μουσείου είναι τα δωμάτια – πιστές ανακατασκευές εσωτερικών σπιτιών άλλης εποχής. Αίσθηση προκαλούν τα δωμάτια του διαμερίσματος του Jeanne Lanvin, που σχεδιάστηκε από τον Albert Rateau το 1922-25.

Αντικείμενα και έπιπλα της μόνιμης συλλογής εναλλάσσονται μέσα από θεματικές παρουσιάσεις και προσωρινές εκθέσεις. Στην τρέχουσα έκθεση «Εditer le design», για παράδειγμα, εξετάζεται ο τρόπος που ορισμένα από τα πιο διάσημα αντικείμενα -μαζικής παραγωγής ή όχι- στην ιστορία του 20ού αιώνα επανασχεδιάζονται μέσα στην πορεία του χρόνου, π.χ. το μπουκάλι του αρώματος Chanel No 5, τα ποτήρια Βaccarat αλλά και τα «διάσημα ανώνυμα» έπιπλα, όπως η σχολική, ξύλινη καρέκλα.

Το μουσείο φιλοξενεί επίσης εκθέσεις σε συνεργασία με άλλα μουσεία. Μια έκθεση για τον Ιταλό σχεδιαστή Bruno Danese (σε συνεργασία με το ΜUDΑC -μουσείο ντιζάιν της Λωζάννης- και το Ιδρυμα Vodoz Danese) είναι ανοικτή έως τις 21/1. Στο Μουσείο Μόδας παρουσιάζεται η έκθεση Μπαλενσιάγκα, ενώ στο μουσείο της διαφήμισης έκθεση γύρω από την ιστορία της διαφημιστικής εικόνας στη Γαλλία θα είναι ανοικτή έως τα τέλη Μαρτίου.

– Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών, 107 rue de Rivoli, (00331) 44 55 57 50. www.lesartsdecoratifs.fr