ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ανάμεσα στην τζαζ και την κλασική μουσική

Γεννημένος το 1969 σε μια μικρή πόλη κοντά στο Σαν Φρανσίσκο, και με σπουδές στην ανθρωπολογία και τη μουσική, ο Ρεξ Ρίτσαρντσον είναι σήμερα ένας από τους πλέον πολυάσχολους Αμερικανούς crossover τρομπετίστες – όπου ο όρος «crossover» παραπέμπει στη διπλή ιδιότητά του ως μουσικού της τζαζ και σολίστ συμφωνικής ορχήστρας. O P. Ρίτσαρντσον ετοιμάζει αυτή την εποχή το τέταρτο άλμπουμ του, το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει μέσα στον Μάρτιο του 2007 και θα είναι η ηχογράφηση από το live που έκανε στο Guru Bar (Jazz Upstairs, Πλατεία Θεάτρου 10) πέρυσι. Στον ίδιο χώρο εμφανίζεται ο προικισμένος αυτός μουσικός απόψε και αύριο. Με αφορμή αυτές τις εμφανίσεις, η «K» μίλησε με τον Ρεξ Ρίτσαρντσον.

– Συνδυάζετε την τζαζ με την κλασική. Πόσο δύσκολο είναι αυτό;

– Είναι πολύ δύσκολο καθώς κάθε είδος έχει τις δικές του απαιτήσεις. Από τα 14 ώς τα 22 έπαιζα μόνο κλασική μουσική, από τα 22 ώς τα 25 μόνο τζαζ, ώσπου έγινα μέλος του συνόλου μουσικής δωματίου Rhythm & Brass, οπότε άρχισα πάλι να παίζω κλασική. Από τότε ο χρόνος μου είναι μοιρασμένος ανάμεσα στην τζαζ και την κλασική. Νομίζω ότι η τζαζ μού έδωσε μια ευελιξία στην ερμηνεία μου ως κλασικού σολίστ, ενώ η κλασική μού έδωσε μια πειθαρχία πάνω στο ίδιο το όργανο. Ως συνθέτης αντλώ επιρροές και από τα δύο ήδη.

– Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί το ροκ και η ποπ, πώς και ασχοληθήκατε με την τζαζ και την κλασική;

– Εξασκούμενος στην τρομπέτα για τέσσερις ώρες κάθε μέρα δεν είχα παρά να βασιστώ στην κλασική και την τζαζ για να τελειοποιήσω το παίξιμό μου. Ωστόσο, δεν απέκλεισα κανένα είδος μουσικής από τη ζωή μου. Αγαπώ την ποπ, πηγαίνω σε ροκ συναυλίες και ακούω χορευτική μουσική. Λυπάμαι που το κοινό της τζαζ και της κλασικής δεν έχουν την ίδια ευρύτητα, αλλά αυτό που μετράει είναι να μοιράζεσαι τη μουσική σου με κάποιους. Οσοι δεν είναι εκεί δεν σε αφορούν.

– Συνεπώς, χρησιμοποιείτε ποπ και ροκ στοιχεία στις συνθέσεις σας…

– Σε μεγάλο βαθμό. Εχω γράψει τραγούδια με στοιχεία φανκ και χιπ-χοπ. Εχω «κλέψει» ιδέες από τον Σένμπεργκ και τον Μεσιάν αλλά και από τον Πρινς, την Μπγιορκ, τους Ρέντιοχεντ κ. ά. Ωστόσο, ως τρομπετίστας είμαι επηρεασμένος από την καθαρή τζαζ της μετα-Κολτρέιν εποχής.

– Λούις Αρμστρονγκ, Χένρι Τζέιμς, Ρόι Ελντριτζ, Ντίζι Γκιλέσπι, Μάιλς Ντέιβις, Κλίφορντ Μπράουν, Τσετ Μπέικερ, Ουίντον Μαρσάλις και τόσοι άλλοι μεγάλοι τρομπετίστες. Τι σημαίνουν για σας αυτά τα ονόματα;

– Είχαν όλοι τεράστια επίδραση πάνω μου. O Αρμστρονγκ ίσως να είναι ο κορυφαίος όλων, τεχνικά ο πιο απαιτητικός για μας τους μουσικούς. O Ελντριτζ έδωσε άλλο νόημα στην τρομπέτα και μας οδήγησε στον «Ντιζ», ο οποίος έφερε ένα νέο είδος βιρτουοζιτέ. O Κλίφορντ Μπράουν είναι ο πατέρας της μοντέρνας τζαζ τρομπέτας. Οσο για τον Μάιλς Ντέιβις, τι να πούμε; Εφερε άλλο πάθος και βάθος. Εκανε την τρομπέτα να τραγουδάει. O Τσετ προσέδωσε λυρισμό με οικονομία και φυσικότητα. Οσο για τον Μαρσάλις, συνδύασε την τζαζ με την κλασική και με επηρέασε καταλυτικά. Λατρεύω, επίσης, τους Γούντι Σο και Φρέντι Χάμπαρντ, ενώ από τους «κλασικούς», τους Μορίς Αντρέ και Χακάν Χαρντενμπέργκερ.

– Αλλαξε καθόλου η ζωή σας ως μουσικού μετά την 11η Σεπτεμβρίου;

– Θυμάμαι με τρόμο εκείνη τη μέρα. Από τότε ο κόσμος άλλαξε προς το χειρότερο. Χάθηκε η εποχή της αθωότητας, υπάρχει μια θλίψη μα αυτό ίσως είναι καλό: δεν είμαστε τόσο αυτάρεσκοι πια, έχουμε αίσθηση του πόσο ευάλωτοι είμαστε κι αυτό πιστεύω ότι θα συμβάλλει θετικά στο έργο των Αμερικανών καλλιτεχνών από δω και πέρα.