ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο ψυχισμός μιας πόλης

Αίφνης, ανάμεσα σ’ ένα ρεπερτόριο με έργα Μπέκετ, Μπρεχτ, Χάινερ Μίλερ, αρχαίας τραγωδίας κ.ά. ομοειδή που συνηθίζει, το φιλέρευνο θέατρο Αττις του Θόδωρου Τερζόπουλου παρουσιάζει φέτος ένα λαϊκό μύθο για μια περιώνυμη πόρνη της Πάτρας που για να εκδικηθεί τον εραστή της σκότωσε το παιδί του, κι εξελίχθηκε σε στοιχειό της πόλης. Είναι «Η τελευταία μάσκα – Fallimento» του Κώστα Λογαρά, που στηρίζεται σε αληθινά περιστατικά της δεκαετίας του ’60.

Το ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι την παθιασμένη και πολύπαθη πόρνη Πατρινέλα υποδύονται εφτά άντρες ηθοποιοί -όλοι μαζί και καθένας διαδοχικά!- μεταδίδοντας στον θεατή δέος, έλεος και … χιούμορ. Μια δουλειά με την οποία ο Θόδωρος Τερζόπουλος «άσκησε του ύφος του σε ένα αλλότριο θέμα» και που, μαζί με άλλες πρόσφατες σκηνοθεσίες του, του έφερε το φετινό «Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου» της Ενωσης Κριτικών.

«Η Πατρινέλα είναι πρόσωπο της λαϊκής μυθολογίας στην Πάτρα και απαντά σε πολλά έργα συγγραφέων της», λέει ο σκηνοθέτης. «Γνωστή σαν Μαρία του Μανζάρ ή με διάφορα άλλα ονόματα, σκότωσε το παιδί του εραστή της για να τον εκδικηθεί όταν εκείνος την εγκατέλειψε, πιεσμένος από την κοινωνική του τάξη, που βεβαίως χτύπησε αλύπητα μια τέτοια σχέση. Το έγκλημα είχε συγκλονίσει την κοινωνία της εποχής και το πράγμα είχε συνέχεια γιατί αυτή, μέχρι που πέθανε μέσα στη φυλακή, δεν έπαψε να καταριέται τους Πατρινούς και την πόλη ολόκληρη. Φοβερές κατάρες που έμειναν ιστορικές και μετέτρεψαν την Πατρινέλα σε φόβητρο για τα παιδιά – μερικοί μάλιστα ακούν τα καλοκαίρια τις αλυσίδες της να σέρνονται ψηλά στα κάστρα. Κάποια χρονιά, δε, είχαν φτιάξει στο καρναβάλι ένα ομοίωμα της Πατρινέλας που το περιφέρανε σε κάρο και στο τέλος το κάψανε αντί για τον Καρνάβαλο. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζει το έργο: Το ομοίωμα της Πατρινέλας ζωντανεύει με μια κραυγή πάνω στο κάρο και αρχίζει να διεκτραγωδεί τα πάθη της».

Αλλά γιατί δεν έπαιξε γυναίκα τον ρόλο; «Υπήρχε κίνδυνος η γυναίκα να ταυτιστεί με το πρόσωπο της Πατρινέλας, ενώ εμείς θέλαμε να αποφύγουμε το μελόδραμα που καραδοκεί σε τέτοιες ιστορίες. Προτιμήσαμε να το παίξουν άντρες και μάλιστα χορός ανδρών -τηρήσαμε δηλαδή κάποιους μπρεχτικούς όρους, όπου ο άντρας λειτουργεί ως μάσκα της γυναίκας, κι αυτό έχει νομίζω ενδιαφέρον».

Ξορκίζεται το μελό έτσι, με άντρες, καραδοκεί όμως η παρωδία, όχι; «Βέβαια, αλλά αυτό που εν τέλει κυριαρχεί στην παράσταση είναι η συγκίνηση. Συγκίνηση όχι θυμική, αλλά ολοθυμική και καθαρή, πράγμα που νομίζω το εισπράττει ο θεατής. Αλλά το στοιχείο της παρωδίας, ναι, υπάρχει και ήθελα να υπάρχει. Δηλαδή, ο Σάββας ο Στρούμπος δίνει τη δίθυμη Πατρινέλα, την πόρνη που ταυτόχρονα είναι και πολύ θρήσκα, παρακαλάει την Παναγία να έχει δουλειά το μπορντέλο της. Κάθε ηθοποιός δίνει μια διάσταση αυτού του προσώπου – εκτός από τον Τάσο Δήμα που είναι ο αφηγητής. Ο Μελέτης Ηλίας είναι η Πατρινέλα που καταριέται την πόλη, ο Γιώργος Συμεωνίδης η σαδομαζοχίστρια που χαίρεται όταν οι (θρυλικά προβληματικοί) οχετοί της πόλης απλώνουν παντού τη δυσοσμία τους, ο Νικηφόρος Βλάσσης είναι η φλεγόμενη από πάθος, που αναθυμάται τις ερωτικές στιγμές και λιώνει κι αρχίζει να χορεύει, ο Δημήτρης Καρτόκης η Πατρινέλα που κατεβαίνει απ’ το κάρο κι αρχίζει να πουλάει το κορμί της στα στενοσόκακα της πάνω πόλης -τόσο τα πόδια, τόσο τα βυζιά, πάρτε, πάρτε!- και ο Αντώνης Μυριαγκός, τέλος, η Πατρινέλα που ζητάει να την κάψουν για να λυτρωθεί. Αυτή είναι η παράσταση – ένα παιχνίδι κατά κάποιο τρόπο, που εκεί που πάει να σου κόψει τα ήπατα, εκεί γελάς».

Και δεν είναι ντυμένοι γυναίκες οι ηθοποιοί, κάθε άλλο: εμφανίζονται σε αυστηρή α λα Τερζόπουλο φάλαγγα κατ’ άντρα, με ωραιότατα κοστούμια, γραβάτες πολύχρωμες, φαντεζί, κι έναν… κουβά τσίγκινο καθένας στο κεφάλι! «Είναι τα μπουγέλα των μπορντέλων, για να ξεπλύνουμε τα άπλυτα της πόλης», χαμογελά ο σκηνοθέτης. «Ωρες ώρες, και επειδή το ξόανο βρισκόταν πάνω σε κάρο, τη βάζουμε να σούρνει τα εξ αμάξης για κάποια πολιτικοκοινωνικά κακώς κείμενα του σύγχρονου κόσμου. Είναι θεμιτό έτσι, δεν χάνεται το νήμα και το νόημα της ιστορίας. Αλλωστε στόχος της παράστασης είναι, με αφορμή την ιστορία της Πατρινέλας, να δώσει τις φωτεινές και σκοτεινές πτυχές μιας ανθρώπινης ψυχής και μιας πόλης. Πότε με κραυγές, πότε με ψίθυρους, πότε με γέλια. Το ωραίο είναι ότι οι θεατές φεύγουν αλαφρωμένοι – που εγώ στην Πάτρα φοβόμουν ότι θα μας πάρουν με τις πέτρες! Αλλά λειτουργεί σαν διαδικασία συμφιλίωσης, κάθαρσης. Ακόμα και η Πατρινέλα στο τέλος λέει «Φεύγω τώρα στον άδη, αλλά έζησα τον έρωτα». Και μετά καίγεται σαν το κλαρί, που λέει και το τραγούδι…».