ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

Τον Μάρτιο του 2005 μια σημαντική συμφωνία υπογράφτηκε ανάμεσα στην Αρχιεπισκοπή της Μονής της Αγίας Αικατερίνης του Ορους Σινά, τη Βρετανική Βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου, τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Λειψίας και τη Ρωσική Εθνική Βιβλιοθήκη της Αγίας Πετρούπολης. Στόχος, η ηλεκτρονική ανασύνθεση αυτού που η συμβατική τυπογραφία έχει μέχρι στιγμής αποτύχει να πραγματοποιήσει: τη δημιουργία ενός πανομοιότυπου του Σιναϊτικού Κώδικα του 4ου αιώνα, ο οποίος περιέχει το πλήρες ελληνικό κείμενο της Καινής Διαθήκης, ορισμένα πρώιμα χριστιανικά κείμενα και το μεγαλύτερο μέρος της Παλαιάς Διαθήκης. Γραμμένα σε τετράστηλα τετράγωνων σελίδων περγαμηνής, ο Σιναϊτικός Κώδικας αποτελεί μια από τις πρωιμότερες σωζόμενες Βίβλους, συγκρίσιμη προς τον Κώδικα του Βατικανού που θεωρείται της ίδιας εποχής. Η ιστορία των επισκέψεων του Κ. Tischendorf ανάμεσα στα 1844 και 1859 στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης έχει περάσει στην περιοχή του θρύλου. Με την κάλυψη του τσάρου της Ρωσίας Αλέξανδρου Β΄, ο Γερμανός μελετητής απέσπασε τα πρώτα φύλλα του Κώδικα, τα οποία δώρισε στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Με παραπειστικές εν συνεχεία υποσχέσεις προς τους μοναχούς παρέλαβε το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου, το οποίο δώρισε στον ίδιο τον τσάρο. Το 1933, και παρά τις οξύτατες αντιρρήσεις των μοναχών της Μονής, η σοβιετική κυβέρνηση πώλησε το απόκτημα στο Βρετανικό Μουσείο στην αστρονομική τιμή των 100.000 στερλίνων. Στο αρχείο της Μονής φυλάσσεται, όπως αναγράφεται στην ιστοσελίδα της, το ιδιόχειρο έγγραφο Κ. Tischendorf στα ελληνικά, το οποίο δηλώνει τον προσωρινό δανεισμό του κώδικα. Η κατηγορία του μελετητή ότι το χειρόγραφο ήταν δήθεν πεταμένο σε ένα καλάθι και ότι οι μοναχοί χρησιμοποιούσαν τα φύλλα του για προσάναμμα αποτελεί, σύμφωνα με την ίδια πηγή, μύθο. Διότι παρόμοια καλάθια υπάρχουν μέχρι σήμερα και είναι εκείνα μέσα στα οποία εφυλάσσοντο από την αρχαία εποχή τα παραδοσιακά ειλητάρια.

Οπως έχουν στις μέρες μας τα πράγματα, το χειρόγραφο είναι χωρισμένο σε τέσσερα τμήματα: 347 σελίδες του βρίσκονται στη Βρετανική Βιβλιοθήκη στο Λονδίνο, 12 φύλλα βρίσκονται στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης, 43 φύλλα φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Λειψίας και τρία φύλλα στη Ρωσική Εθνική Βιβλιοθήκη της Αγίας Πετρούπολης. Δεν υπάρχει ομόφωνη γνώμη για το πού έχει συνταχθεί ο Κώδικας. Είναι φανερό ότι δημιουργήθηκε από πολυάριθμη ομάδα γραφέων, οι οποίοι χρησιμοποίησαν πολυάριθμες πηγές. Ενα τόσο μεγάλο βιβλίο δεν μπορεί επομένως παρά να έχει πραγματοποιηθεί σε κάποιο μεγάλο πνευματικό κέντρο. Πάντως, ακόμα και αν δεν ανήκει στα 50 σώματα που ο Μέγας Κωνσταντίνος παρήγγειλε στον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο της Παλαιστίνης για να εφοδιάσει τους νεοϊδρυθέντες ναούς της Κωνσταντινούπολης, αναγεται στα άμεσα αντίγραφά του.

Παρουσιάζει ακόμα ενδιαφέρον το γεγονός ότι το χειρόγραφο περιλαμβάνει χιλιάδες διορθώσεις και αλλαγές, οι οποίες έγιναν ανάμεσα στον 4ο και στον 12ο αιώνα. Σύμφωνα μάλιστα με παλαιογραφική μελέτη που πραγματοποίησε στα 1938 το Βρετανικό Μουσείο, βρέθηκε ότι οι περισσότερες διορθώσεις έγιναν κατά τον 6ο και τον 7ο αιώνα, ενώ σύμφωνα με άλλα ευρήματα αρκετές από τις διορθώσεις αποδίδονται στον οσιομάρτυρα Πάμφιλο, ο οποίος θανατώθηκε το 309 μ.Χ. Ο Κώδικας δεν αποτελεί επομένως ένα σύνηθες ολοκληρωμένο βιβλίο, αλλά ένα έργο εν προόδω, η ενδελεχής κριτική έρευνα του οποίου θα προσφέρει την ευκαιρία για μια καλύτερη κατανόηση της πρώιμης χριστιανικής παράδοσης. Μια τέτοια απόπειρα αποτελεί, σύμφωνα με τον κριτικογράφο του TLS David McKitterick, το βιβλίο του Scot McKendrick «In a monastry library. Preserving Codex Sinaiticous and the Greek written heritage» (British Library, σελ. 48) με περίληψη των πρώτων συζητήσεων για την προέλευση του χειρογράφου και την ιστορία του, όπως έχει ανασυντεθεί μέχρι σήμερα. Η συνεργασία ανάμεσα στους τέσσερις πανεπιστημιακούς και μοναστηριακούς θεσμούς αναμένεται ότι θα ανοίξει καινούργιους δρόμους, καθώς οι υπερσύγχρονες ηλεκτρονικές μεθοδοι ενδεχομένως θα αποκαλύψουν πληροφορίες που είτε έχουν σβηστεί είτε έχουν ξεθωριάσει.