ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο φασισμός παράγει μόνο φασισμό

Ντ. Κοβάσεβιτς

Ο σπιούνος των Βαλκανίων

σκην.: Ν. Μπουσδούκος

Θέατρο: Πολιτεία

«Οταν οι άνθρωποι

δεν αμφιβάλλουν

για το δίκιο τους

πόσο μπορούνε ν’ αδικούνε…

Οπως τυφλοί

τυφλούς.»

Τιτος Πατρικιος

«Απονομή δικαιοσύνης»

– «Αντιδικίες», 1955

Είδα πρώτη φορά έργο του πολυβραβευμένου θεατρικού συγγραφέα και σεναρίστα, του Εμίρ Κουστουρίτσα, Ντούσαν Κοβάσεβιτς (γεν. 1948), το 2002. Σε μια αδιακόπως «απειλητική» παράσταση του Μίμη Κουγιουμτζή στο Θ. Τέχνης, ο ίδιος και ο έξοχος Γιάννης Μόρτζος (που ήξερε και είχε παίξει το έργο από παλιότερα) ανέβασαν τον «Επαγγελματία» παίζοντας ένα αμφίρροπο πιγκ – πογκ αλλαγής ρόλων και εξαρτήσεων.

Εφιαλτική πιραντελική σάτιρα της εξουσίας που θύμιζε κάπως Μρόζεκ, ο «Επαγγελματίας» είχε ήδη ξαναπαιχτεί το 1996 από το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας και αργότερα από το ΚΘΒΕ. Το έργο εκείνο, σαφώς πολιτικό, εκινείτο ανάμεσα στη θεατρική δράση και στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Η φάκα και το τυρί άλλαζαν διαρκώς χέρια, δηλ. πρόσωπα. Ο κατάσκοπος κατασκοπεύεται απ’ τον κατασκοπευθέντα και ο κατασκοπευθείς, απ’ τη μεριά του, αποδέχεται την κατασκόπευση της ζωής του για να την μετατρέψει σε συγγραφικό έργο! Στο προ του 1989 καθεστώς, οι δυο αυτοί μονομάχοι θρυμματίζονται χωρίς ταυτότητα, θύματα του φασισμού της εξουσίας που τους στρεβλώνει τις συνειδήσεις και τους παγιδεύει σε αντιπαραθέσεις φτιαγμένες για την εξόντωσή τους.

Σπαρακτική κραυγή

Ο νεοπαγής θίασος «Αλεξάνδρεια» ανέβασε φέτος ένα άλλο έργο, πάλι ευθέως πολιτικό, του Κοβάσεβιτς, τον «Σπιούνο των Βαλκανίων».

Πρόκειται για μια σπαρακτική κραυγή του συγγραφέα ενάντια στο προ της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού σύστημα, ένα σύστημα που κατά το έργο παράγει τραγικά ανθρωπάρια έγκλειστα του τρόμου, έτοιμα για την προδοσία και εντέλει ατομικώς ευεπίφορα στον κίνδυνο της παράκρουσης. Το έργο είναι ιλαροτραγωδία, με πιο μετρημένα τα στοιχεία της φαίδρυνσης, ώστε να ιχνογραφηθεί χωρίς πολλούς περισπασμούς το κρεσέντο της τραγικής απόληξης του κεντρικού ήρωα. Ενας φουκαράκος, προσαγκυρωμένος στην καθεστηκυία τάξη και στη σταλινική ιδεολογία, ξεκινάει από τον απλό φόβο ότι τον παρακολουθούν και θα τον καταγγείλουν επειδή δεν είναι απόλυτα σύννομος για να καταλήξει σιγά σιγά στην παράνοια, καθώς ως αυτόκλητος σπιούνος, παρακολουθεί με πιεστικότητα και νοσηρή φιλυποψία τους συμπολίτες του, έχοντας εγκαταλείψει σπίτι, δουλειά, οικογένεια. Αυτά εν πλήρει συνειδήσει του ότι μόνον έτσι θα αποδείξει την πολιτειακή του χρηστότητα και νομιμότητα.

Είναι στ’ αλήθεια ενδιαφέρουσα αυτή η οπτική αυτοπαθούς εσωτερικής πίεσης που περιγράφει ο Κοβάσεβιτς και που, ουσιαστικά, συνιστά αυτοκατάργηση του ατόμου μπροστά στο εν προκειμένω σκιώδες ενδεχόμενο της κομματικής του ανυπακοής. Εδώ η εξουσία δεν δρα ή δεν καταστέλλει αλλά παράγει και διά μόνης της σιωπηρής ύπαρξής της πανικόβλητα όντα που ανακρίνουν… για να μην ανακριθούν, αδικούν για να μην αδικηθούν, βρίσκουν καταφύγιο στην ψύχωση γιατί δεν βρίσκουν πουθενά αλλού.

Το έργο του Κοβάσεβιτς, παρότι δεν διαθέτει τις αρετές του «Επαγγελματία», τον σύνθετο χαρακτήρα του, τις συνεχείς ανατροπές και τους γόνιμους αιφνιδιασμούς του, τη γεωμετρική του αντίληψη και την έμμεσα εκφοβιστική του λογική, έχει όμως μια θεατρικότατη γραφή, κυρίως βασισμένη στο κεντρικό πρόσωπο που πάσχει ιδεολογικά και τελικά νοητικά και που αντιπροσωπεύει τον αιχμάλωτο του εν υπνώσει εδώ πολιτικού παραλογισμού. Είναι βέβαια το έργο κάπως γραμμικό.

Η μετάφραση όμως της Γκάγκα Ρόσιτς, σε ρέοντα ελληνικά, του προσδίδει ανελικτικές διαστάσεις και τη χαρακτηρολογική ζωντάνια που φέρουν αφ’ εαυτών οι ήρωές του.

Ο Νίκος Μπουσδούκος έδωσε στους ηθοποιούς σωστές οδηγίες πράξεων, φοβούμαι όμως όχι και παραλείψεων: νομίζω ότι υπήρξαν σκηνικά διαβήματα ατυχή, ιδίως τα κωμικά, τα οποία όφειλε να επισημάνει και να καταργήσει, δεδομένου ότι πρέπει να ήταν γι’ αυτόν φανερό πως είχε μπροστά του αφ’ ενός ένα έργο μεγάλων υποκριτικών απαιτήσεων και αφ’ ετέρου μάλλον δυσανάλογο ερμηνευτικό δυναμικό.

Τα σκηνικά (Λ. Καρδαρά), παρότι υπήρχε άπλετος χώρος πρωτοβουλιών, άφησαν περίεργα κενά στο περιβάλλον. Εκείνα τα κατακόρυφα σκοινιά παρίσταναν άραγε τις-παρείσακτες-κουρτίνες; Αντιθέτως, τα κοστούμια (Ματ. Φραγκάκη) ήταν φτωχά, προλεταριακά, λίγο μίζερα, όπως έπρεπε, διαλεγμένα με συγκίνηση και ανθρώπινη συμπόνια. Η αρμόδια, σλάβικη μουσική (Μ. Θεοδωράκη), υπερπαρούσα, σαν να χτυπούσε κάρτα σε όλη την παράσταση – και στο διάλειμμα.

Οι ερμηνείες

Ο Βασ. Βλάχος έπλασε πειστικά ένα ψοφοδεές ανθρωπάκι με αρκετές ευτυχείς στιγμές και αρκετά λάθη – ιδίως στις εντάσεις του. Η Ουρ. Μπασλή – σύζυγος ξεκίνησε με τα δραματικά φορτία της τρομαγμένης γυναίκας και πέρασε σταδιακά και τεχνικά στην εξ επιρροής ευθυγράμμισή της με την παράκρουση του άντρα της. Παρά τα πολλά αναίτια γελάκια, η Δώρα Βουκελάτου υπερασπίστηκε ενζενίστικα την απελευθερωμένη κόρη.

Ο παρακολουθούμενος νοικάρης του Ν. Γκεσούλη είχε έγκυρη παρουσία και αναγνώριζε σωστά την εκάστοτε συνθήκη του. Ο Γιάν. Γλυμακόπουλος (αδελφός του ήρωα) δεν βοηθήθηκε να υπερβεί, όσο ίσως και αν θα μπορούσε, τις ανορθογραφίες ενός υπερπαίζοντος ερασιτεχνισμού.

Ο Κοβάσεβιτς είναι ένας σημαντικός πολιτικός συγγραφέας χωρίς τις αφέλειες και τις συνήθεις κραυγαλέες ευκολίες του πολιτικού θεάτρου.