ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Προσωπα

Ανθρωποι είμαστε. Ούτε σπουδαίοι ούτε όμως και ασήμαντοι. Ατομα της σειράς, σαν όλους τους άλλους που μας περιβάλλουν, που μας κολακεύουν ή μας θάβουν κανονικά. Ανθρωποι, με τις μικρότητές μας απλωμένες στην αυλή μας, με τις αγωνίες μας στοιβαγμένες στο καλάθι των απλύτων ή εκτεθειμένες σαν φρεσκοπλυμένα ρούχα στο σχοινί. Με τη ζήλια μας να σεργιανάει στις γειτονιές, πότε φορτισμένη και πότε υποτονική… Πολλές φορές χωρίς καν την εξυπνάδα να διυλίζουμε διαμιάς τα γεγονότα ή τα μηνύματα που διασταυρώνονται μπροστά μας. Ανθρωποι, που δεν λογαριάζουμε τίποτα πέρα από τα πάθη μας, τους έρωτές μας, τις μικρές ή μεγάλες επιθυμίες μας. Που διαστρεβλώνουμε, όπως θέλουμε, την τρέχουσα πραγματικότητα και που συχνά εξελισσόμαστε σε κυνηγούς μιας διαφορετικής ζωής. Ανθρωποι, χωρίς τη δυνατότητα να αντιλαμβανόμαστε εύκολα τη σημασία των διαφορετικών ρόλων της ζωής μας.

Αυτές τις σκέψεις γύρω από τους ρόλους μας έκανα το βράδυ του περασμένου Σαββάτου, λίγο μετά το τέλος μιας ενδιαφέρουσας θεατρικής παράστασης. Αγαπημένη φίλη του καλοκαιριού (!) είχε οργανώσει μια γυναικοπαρέα για να παρακολουθήσουμε από κοινού την παράσταση Δωδεκάτη Νύχτα του Σαίξπηρ, στο θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, «Τόπος Αλλού». Και ομολογώ ότι άξιζε τον κόπο. Τη θεατρική παράσταση την είχα δει και στο παρελθόν σε άλλη σύνθεση και πολύ παλαιότερα είχα ακούσει κάποιους φίλους, μεγαλύτερους από εμένα, να μιλάνε για την εξαιρετική ερμηνεία του Βασίλη Διαμαντόπουλου και της Κατερίνας Βασιλάκου στο ίδιο έργο. Βαριά, επομένως, η ευθύνη, μεγάλη η αγωνία για τους νέους συντελεστές ενός τόσο κλασικού έργου και με τόσο σπουδαίο συμβολισμό.

Γεμάτο το θέατρο με ανθρώπους όλων των κατηγοριών. Ανδρες, γυναίκες, νεαρές κοπέλες, ηθοποιοί που είχαν έρθει να παρακολουθήσουν τη δουλειά των συναδέλφων τους, λίγοι κοσμικοί… για να μην ξαποσταίνουν οι κοσμικογράφοι… Εκείνο όμως που διέκρινα στα μάτια όλων, ήταν τα ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και αγωνίας στα μεσοδιαστήματα που σταμάταγαν το ατελείωτο μπλα μπλα και τα χαριεντίσματα. Αντε, να αρχίσει το έργο, έλεγαν. Σαίξπηρ είναι αυτός. Να δούμε πώς ο πουριτανικός κόσμος της ελισσαβετιανής εποχής συγκρούεται με τους απελευθερωμένους. Να παρακολουθήσουμε την απόκρυψη των συναισθημάτων ή την ακραία εκδήλωσή τους. Να δούμε αν ο Σαίξπηρ παραμένει και αυτήν τη φορά πιστός στις υπερβάσεις του.Γιατί, ακόμη και σήμερα που τα πάντα έχουν ισοπεδωθεί, το κρυμμένο αίσθημα και η αναζήτηση του ρομαντικού έρωτα μπορεί να μην μας φορτίζει, αλλά δεν παύει να κεντρίζει στιγμιαία έστω ρανίδες του θυμικού.

Ανεβαίνοντας κάποια στιγμή τη μεταλλική σκάλα για να φτάσουμε στη σκηνή, στον πάνω όροφο του μικρού νεοκλασικού, παρατήρησα την τάξη που επικρατούσε παντού. Περίεργο, είπα. Μα, καλά, εμείς δεν είμαστε χύμα; Δεν είμαστε Ελληνάρες; Τώρα ανεβαίνουμε ανάλογα με τον αριθμό της θέσης μας; Είδες τα νέα παιδιά, είπα μέσα μου και γύρισα να κοιτάξω τη νέα γυναίκα που βρισκόταν στην αρχή της σκάλας και μας οδηγούσε στις θέσεις μας. Κάποιος, δεν ξέρω ποιος, μου ψιθύρισε ότι είναι η ψυχή του θεάτρου, η Μίκα Πανάγου που μαζί με τη Μέη Καραμανίδη και τον σκηνοθέτη Νίκο Καμτσή «ευθύνονται» για το αποτέλεσμα της δουλειάς. Μιας δουλειάς με πολλούς συντελεστές και ηθοποιούς ταλαντούχους.(Μαυρουδής, Μπαλτά, Τσάβαλου, Λούπη, Κακούρης, Παύλου, Φραγκιόλου, Σταυρακέλη, Ανθόπουλος)

Για να αντιληφθείς μια θεατρική παράσταση κλασικού έργου, οφείλεις να ‘χεις ξεφυλλίσσει το βιβλίο, να ‘χεις αφουγκραστεί λίγο τον συγγραφέα. Δεν μπορεί να εμφανίζεται μπροστά σου η μεταμφιεσμένη σε αγόρι Βιόλα ή ο Φέστε – θορυβώδης θεατρική φιγούρα με τον καυστικό σαρκασμό – ο Μαλβόλιο – ο Εγγλέζος Ταρτούφος με το απαίσιο κίτρινο καλσόν και τις μαύρες καλτσοδέτες – ο φοβερός σερ Τόμπι (absolument) και ο σερ Αντριου, η Ολιβια, ο μελαγχολικός και αντιφατικός δούκας Ορσίνο…. και εσύ να λες, ποιος είναι τούτος και να προσπαθείς από τα συμφραζόμενα να καταλάβεις την αφαιρετική, πολλές φορές σαιξπηρική προσέγγιση.

Να ξαναγυρίσω, όμως, στην παράσταση. Θέλω να περιγράψω όχι μόνο τον αυθορμητισμό και τη σπουδαία προσπάθεια των ηθοποιών -oι περισσότεροι μάλιστα είχαν μπει στο πετσί του ρόλου τους για τα καλα- αλλά και την ενδυματολογική δουλειά. Η απόδοση των ρούχων της ελισσαβετιανής εποχής δεν είναι απλό πράγμα. Θέλει μεράκι και έμπνευση. Δεν παίρνεις το πατρόν και πάνω του πατάς. Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, παρακινδυνευμένο. Νομίζω ότι οι ενδυματολόγοι κατάφεραν να εντυπωσιάσουν.

Κι αίφνης ο χώρος κατακλύστηκε από φωνές, οσμές ανθρώπινης σάρκας, φωνές θλιμμένες, φωνές που ξεχείλιζαν από πάθος, έρωτα και ζήλια, από ανοησία και πονηρία, από εγωισμό, από έπαρση και κατάντια, από ηδονή, από μελαγχολία. Η νέα γενιά των καλλιτεχνών έχει πολλά να μας δώσει. Ας μη μεμψιμοιρούμε, λοιπόν. Ενας φίλος είπε ότι η ελεύθερη απόδοση του κειμένου διαστρεβλώνει την ουσία του έργου. Ναι, αγαπητέ μου, αλλά η στασιμότητα μάς οδηγεί στην οπισθοδρόμηση. Δεν μπορείς να κρατιέσαι τόσο σφιχτά στην αυστηρή νόρμα. Τότε η παράσταση θα ‘πρεπε να είναι στη… σαιξπηρική γλώσσα. Αλλά ποιος θα την καταλάβαινε και ποιος θα χειροκροτούσε με το πάθος που όλοι μας χειροκροτήσαμε τελικά τους ηθοποιούς….

Στο έργο, υπάρχει μια κλασική σαιξπηρική κωμικοτραγική σύγχυση ερώτων, που αν θα θέλαμε να τη μεταφέρουμε στην εποχή μας, θα λέγαμε ότι έχει να κάνει με το ασταθές ερωτικό περιβάλλον στο οποίο ζούμε, ασταθές από κάθε άποψη. Υπάρχει επίσης και μια υπερβολική αίσθηση του υποκατάστατου. Το παιχνίδι της υποκατάστασης με τη φροϋδική έννοια. «Η ύπαρξή μου είναι ένα κομμάτι που εύκολα μπορεί να αντικατασταθεί αν είμαι μόνον ένα υποκατάστατο κάποιου άλλου, κάτι προσωρινό. Ποιο είναι το νόημα της ατομικότητάς μου και της ύπαρξής μου;» αναφέρει το πολύ προσεγμένο βιβλιαράκι που σου δίνουν στην είσοδο του θεάτρου, όπου παρατίθεται όλος ο διάλογος του έργου.

Ως τη στιγμή που φτάνει η κάθαρση. Το ξεκαθάρισμα. Η αποδόμηση της σύχγυσης και των περιπεπλεγμένων ρόλων. Η κοινωνία, κάποια στιγμή, δικαιούται να δει την αλήθεια με το βλέμμα που της πρέπει. Να δει με τα δικά της μάτια τους ρόλους του καθενός μας. Μόνο που οφείλει να αποδεχτεί ότι όλοι, καλοί ή κακοί, ηθικοί ή ανήθικοι, μαγεμένοι από το χρήμα ή από την ανθρωπιά, παραμένουμε ακροβάτες που κρεμόμαστε από μια και μόνο κλωστή… ώς τη στιγμή που κάποιος με θράσος θα την κόψει. Κι ο θόρυβος που θα ακολουθήσει, μπορεί να είναι εκκωφαντικός· μπορεί όμως να μην ενοχλήσει ούτε καν τις γάτες που τόσο εύκολα ταράζονται…