ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το τραγούδι της Αιθιοπίας αποκαλύπτεται

Εχουν περάσει τριάντα ολόκληρα χρόνια από τότε που η Αιθιοπία πρωτομπήκε στον πολιτιστικό μου ορίζοντα, μέσω ενός δίσκου βινυλίου. Ηταν τέλη του 1976 και ο δίσκος ήταν το «Radio Ethiopia», το δεύτερο άλμπουμ της Patti Smith. Ο ήχος ήταν ούτως ή άλλως πολύ «ψαγμένος» για τα στάνταρτ εκείνης της εποχής, αλλά εξίσου με είχε κεντρίσει ο τίτλος του δίσκου, η αμαρική γραφή στο οπισθόφυλλο και τα δύο τελευταία τραγούδια (το ομώνυμο και το «Abyssinia»), από τα οποία «εισέπραξα» για πρώτη φορά την πληροφορία πως Αιθιοπία και Αβησσυνία είναι ένα και το αυτό πράγμα! Ενας τινέιτζερ μαθητής ήμουν και όλα όσα ήξερα ώς τότε για την Αιθιοπία περιοριζόντουσαν στον θρυλικό ξυπόλητο μαραθωνοδρόμο Αμπέμπε Μπεκίλα και στο ζαχαροπλαστείο «Ρασταφάρι», που το είχαμε περί πολλού όσοι μέναμε στην Κυψέλη (βρισκόταν σε ένα ημιυπόγειο, γωνία Κασταλίας και Κυψέλης, αλλά εδώ και χρόνια έχει μετακομίσει στη Λ. Πεντέλης…).

Δύο χρόνια αργότερα, το 1978, ο ίδιος ο Ρασταφάρι, δηλαδή ο (τελευταίος) αυτοκράτωρ της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ, «εισέβαλε» για τα καλά στη ζωή μου όχι χάρη σε έναν, αλλά χάρη σε πολλούς δίσκους βινυλίου αυτή τη φορά! Αυτό έγινε «ανακαλύπτοντας» τον Bob Marley και την τζαμαϊκάνικη reggae και, μέσω αυτής, την πολιτισμική και θρησκευτική… εκτροπή του Ρασταφαριανισμού, που θεωρεί τον Αιθίοπα αυτοκράτορα Θεό των τζαμαϊκανών πιστών του δόγματος! Ομως, αυτή την ιστορία θα την πούμε μιαν άλλη φορά…

Ιδού το πραγματικό Radio Ethiopia…

… Οπως και να ‘χει το πράγμα, έχοντας πρωτογνωρίσει τη χώρα μέσα από δίσκους, φυσικό ήταν, όταν προσφάτως βρέθηκα στην Αιθιοπία για τρεις εβδομάδες, να αρχίσω να ψάχνω για τη μουσική της.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα και πολλά πράγματα, εξαιτίας ενός συλλογισμού που είχα κάνει. Τόσες και τόσες μουσικές γνωρίσαμε την τελευταία εικοσαετία μέσα από την πανσπερμία της ethnic δισκογραφίας, σκέφθηκα, αλλά από Αιθιοπία μεριά σχεδόν τίποτε και, από τη σύγχρονη μουσική της μόνο τη συμπαθή Gigi, που έχει για έδρα της τις ΗΠΑ…

Γεμάτος περιέργεια, λοιπόν, μόλις εγκαταστάθηκα στον 12ο όροφο του Hilton της Αντίς Αμπέμπα, άνοιξα το ραδιόφωνο και… έπεσα πάνω στο πραγματικό Radio Ethiopia! Είναι ο μοναδικός ραδιοφωνικός σταθμός της χώρας, κρατικός βεβαίως, που εκπέμπει προγράμματα σε έξι τοπικές γλώσσες, καθώς και στα αγγλικά, γαλλικά και αραβικά. Ακούγοντας μπλα-μπλα σε ακατανόητες διαλέκτους για αρκετή ώρα, ένιωσα να επιβεβαιώνονται οι υποψίες μου για την απουσία αιθιοπικής μουσικής. Μόλις πρωτοβγήκα από το ξενοδοχείο, όμως, ήρθα αντιμέτωπος με μιαν άλλη πραγματικότητα: ευτυχώς, οπουδήποτε αλλού υπήρχε μουσική! Οχι φυσικά ραδιόφωνο, αλλά μουσική από κασετόφωνα κάθε μορφής σε αυτοκίνητα, μαγαζάκια, αυλές, παράγκες, γωνίες δρόμων και, κυρίως, αυτοσχέδιο τραγούδι που βγαίνει ανά πάσα στιγμή από τα χείλη φτωχών ανθρώπων στον δρόμο, μικρών παιδιών στα φανάρια, ταξιτζήδων στο τιμόνι, κοριτσιών στα μαγαζιά.

Σαν βγαίνει ο χότζας

Και, αφού ανοίξουν τα αυτιά σου, ανακαλύπτεις σιγά-σιγά πως η μουσική που ακούς από τους Αιθίοπες έχει χαρακτήρα, στυλ και (παρά το φράγμα της ακατανόητης γλώσσας) εσωτερικότητα. Το ένιωσα για πρώτη φορά βαθιά ένα πρωινό στο αεροδρόμιο της (αρχαιότερης αιθιοπικής πόλης) Αξούμ. Καθόμουν ολομόναχος στο υποτυπώδες καφέ, περιμένοντας το αεροπλάνο για τη Λαλιμπέλα, όταν από το κασετόφωνο του ταμία άρχισε να ακούγεται μια καταπληκτική φωνή πάνω από μια ηλεκτρική μπάντα. «Ποιος είναι αυτός;» πήγα και ρώτησα τον ταμία. Γέλασε περήφανα και μου απάντησε: «ο Tadele Gamachu, είναι σπουδαίος!». «Θα βρω cd του στην Αντίς Αμπέμπα;» ξαναρώτησα. Ο τύπος έβαλε τα γέλια, φώναξε μια σερβιτόρα, κάτι της είπε, γέλασε και αυτή και μετά γύρισε και μου είπε: «Αυτή είναι μουσική των Ορόμο. Αποκλείεται να την πουλάνε στην πρωτεύουσα ή οπουδήποτε αλλού εκτός από τα μέρη τους. Και τούτος εδώ Ορόμο είναι», είπε και έδειξε τον χαμογελαστό ταμία.

Είχε δίκιο! Οσο κι αν έψαξα, όλοι τον ήξεραν τον Gamachu αλλά δίσκος του δεν υπήρχε πουθενά! Βλέπετε, σε μια χώρα που είναι τεράστια σε έκταση και όπου κατοικούν άνθρωποι που μιλάνε κάπου ογδόντα γλώσσες και διακόσιες διαλέκτους, το γένος και η γλώσσα του τραγουδιστή καθορίζουν και το υποψήφιο κοινό του. Και αφού κυρίαρχη και επίσημη γλώσσα της χώρας είναι η αμαρική, μόνο οι καλλιτέχνες που τραγουδούν σ’ αυτήν τη γλώσσα ακούγονται σε πανεθνικό επίπεδο.

Εκκλησιαστικές μελωδίες

Επιπλέον, στη μουσική όπως και εν γένει στη ζωή της χώρας, παίζει σπουδαίο ρόλο εδώ και αιώνες η Χριστιανική Κοπτική Εκκλησία, που οι ρίζες της χάνονται στον 4ο και κατ’ άλλους στον 2ο(!) αιώνα και που έχει παραμείνει αμετακίνητη (όσο γίνεται) στο δογματικό και στο τελετουργικό της κομμάτι. Η εκκλησιαστική μουσική της Αιθιοπίας είναι μια αποκάλυψη, δεν έχει καμία σχέση με τη βυζαντινή μουσική, αλλά «δανείζεται» εξίσου από τον αρχαιοελληνικό, τον αιγυπτιακό, τον ιουδαϊκό και τον αραβικό μουσικό πολιτισμό. Ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται από εκπληκτικό μελωδικό πλούτο, συχνά σε πεντατονική κλίμακα και σχεδόν πάντοτε σε έκταση μεγαλύτερη από δύο οκτάβες.

Δίπλα στην κοπτική εκκλησία υπάρχει και το τέμενος, αφού στην Αιθιοπία οι δύο θρησκείες είναι πλέον σχεδόν ίδιες σε αριθμό πιστών. Ειναι γνωστό πως οι μουεζίνηδες παγκοσμίως έχουν μια τάση να «τσιτώνουν τα γκάζια» στις μεγαφωνικές εγκαταστάσεις στα τεμένη, τα τελευταία χρόνια. Ετσι, αρκετές νύχτες μετά, όταν τα χάπια για προφύλαξη από την ελονοσία, που είναι πολύ παράξενα, με κράταγαν ξάγρυπνο για τα καλά, καθόμουν στο μπαλκόνι στις πέντε τα χαράματα και άκουγα μαγεμένος τον μουεζίνη να ψέλνει στη διαπασών! Ψάχνοντάς το, έμαθα πως ο πρώτος μουεζίνης του Μωάμεθ (άρα και ο πρώτος «συνθέτης» και «στιχουργός» του Ισλάμ) ήταν ο Αβησσυνός δούλος Μπιλάν ιμπν Ριγιάχ που κατείχε ήδη την αιθιοπική κοπτική ψαλτική!

Αυτοσχεδιασμοί

Πάντως, πέρα από το να ακούς ψαλμωδίες από τους ναούς και τα τεμένη, αργά ή γρήγορα, ακόμη και στο πλαίσιο των τουριστικών περιηγήσεων, θα διαβείς το κατώφλι τους και τότε το σοκ θα είναι ισχυρότερο. Ειδικά στις κοπτικές εκκλησίες, πέρα από τον μελωδικό πλούτο και τους ρυθμούς από τα σείστρα και τα τύμπανα (kabaro), ανακαλύπτεις στα προκαταρκτικά, αλλά και στην κυρίως λειτουργία, πως οι υπέροχες φωνές που ψέλνουν αυτές τις γεμάτες μικροδιαστήματα μελωδίες, τραγουδούν στάνταρ ψαλμωδίες αλλά, συχνά – πυκνά, το γυρίζουν σε λεκτικούς αυτοσχεδιασμούς!

Και, αν οι ψάλτες έχουν το δικαίωμα να αυτοσχεδιάζουν λεκτικώς, φαντάσου τι γίνεται στο κανονικό τραγούδι!

Για την ακρίβεια, κανείς στην Αιθιοπία δεν προσέχει τίποτε περισσότερο από τα λόγια, από το περιεχόμενο ενός οποιουδήποτε τραγουδιού! Οσο περισσότερη ευγλωττία και λεκτική ακροβασία περιέχει ένα τραγούδι τόσο το καλύτερο…

Από το πάρτι, στον εφιάλτη της χούντας

Επί αιώνες και μέχρι το 1960 η μουσική στην Αιθιοπία ήταν υπόθεση της εκκλησίας και των περιπλανώμενων βάρδων azmari, που αφηγούντο, αναλόγως με την περίσταση, ιστορίες ή παινέματα με περίτεχνο αλληγορικό και ενίοτε σκωπτικό τρόπο. Η μουσική, όπως εμείς την εννοούμε, μπήκε στη χώρα στις αρχές του 20ού αιώνα, αποκλειστικά για τις ανάγκες της αυτοκρατορικής αυλής.

Το 1960, όμως, ο Σελασιέ πήρε τα πρώτα μηνύματα δυσαρέσκειας, χάρη σε μιαν απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του και αναγκάστηκε να χαλαρώσει τα λουριά και τα ήθη. Εχοντας βαθιά στο DNA τους τη μουσική παράδοση της εκκλησίας και των azmari, οι Αιθίοπες μουσικοί βγήκαν τότε στο προσκήνιο και γέννησαν ένα μικρό δισκογραφικό θαύμα που συνταίριαξε τέλεια με το εύθυμο κλίμα που κυριάρχησε στην Αντίς Αμπέμπα. Η αιθιοπική πρωτεύουσα μπήκε σε κοσμοπολίτικους, ρυθμούς αφότου έγινε έδρα της Αφρικανικής Ενωσης, το 1963, και η μουσική σκηνή της γρήγορα αφομοίωσε όσα χρειαζόταν από τη δυτική μουσική και από το δισκογραφικό σύστημα. Μερικές εκατοντάδες δίσκοι 45 στροφών και λίγες δεκάδες 33 στροφών ηχογραφήθηκαν από το 1965 ώς το 1975, αλλά το ελάχιστο αυτό υλικό είναι αρκετό για να σε κάνει να μείνεις με το στόμα ανοιχτό μπροστά σε αυτήν τη μίνι δισκογραφική εποποιία.

Δυο-τρεις διορατικοί παραγωγοί κατάφεραν να στήσουν μικρές εταιρείες (Amha, Kaifa) και να ηχογραφήσουν με επιτυχία εξαίρετους τραγουδιστές και τραγουδοποιούς, μπροστά από ηλεκτρικές ορχήστρες funk και jazz αποχρώσεων. Οι πεντατονικές κλίμακες δίνουν και παίρνουν στα εν λόγω ιδιώματα και, έτσι, οι Αιθίοπες τραγουδοποιοί βρήκαν γόνιμο έδαφος για να αναπτύξουν από πάνω τις ντόπιες μελωδίες τους, διανθίζοντάς τις με την ευγλωττία και τη λεξιπλασία που τους κληροδοτεί η παράδοση των βάρδων azmari.

Μεγάλα αστέρια προέκυψαν από εκείνη τη γόνιμη έκρηξη, τραγουδιστές συγκλονιστικοί, σαν τον Tlahun Guessesse, τον Alemayehu Eshete (τον λεγόμενο και… Ελβις της Αιθιοπίας) και μουσικοί σαν τον αμερικανοσπουδασμένο jazz πιανίστα Mulatu Ashtatke (ή Astatq), αλλά ο κατά τη γνώμη μου κορυφαίος όλων είναι ο Mahmoud Ahmed. Το άλμπουμ του «Ere Mela Mela», του 1975, είναι αποκορύφωμα αυτής της μουσικής σκηνής, ένα συγκερασμένο ιδίωμα που καταφέρνει να φέρει το blues και το funk πίσω στην Αφρική και να τα ξαναστείλει στα αυτιά μας ποτισμένα από αιθιοπικά στοιχεία – ένα ιδίωμα μαγευτικό που όμοιό του δεν έχεις ξανακούσει… Ευλόγως αυτός ήταν ο πρώτος αιθιοπικός δίσκος που, μια δεκαετία αργότερα, το 1986, κυκλοφόρησε διεθνώς, στο πλαίσιο του νεότατου τότε ρεύματος που ονομάστηκε world και ethnic μουσική. Τι κρίμα όμως! Σε αντίθεση με τους ομοτέχνους τους από τα άλλα μέρη της γης, που ωφελήθηκαν από την ethnic σκηνή, ο Mahmoud Ahmed και οι λοιποί Αιθίοπες δεν είχαν τίποτε να καρπωθούν: στην Αιθιοπία η μουσική είχε προ πολλού τελειώσει!

Ο αιμοσταγής δικτάτωρ Μενγκίστου (που ανέτρεψε τον αυτοκράτορα το 1974) και η χούντα της οποίας ηγήθηκε προχώρησαν σιγά σιγά σε σκληρές μεταρρυθμίσεις, επιβάλλοντας μεταξύ άλλων ανελέητη λογοκρισία, που φίμωσε όλο το κίνημα των χαρισματικών μουσικών.

Και, όπως είναι αυτονόητο, η όποια ζήτηση δημιουργήθηκε από το 1986 και μετά με την έκρηξη του ethnic δεν βρήκε ανταπόκριση, αφού οι πιο πολλοί μουσικοί είχαν γυρίσει στα χωριά τους ή είχαν φύγει στο εξωτερικό…

Χωρίς μητρόπολη

Το σκοτάδι της χούντας ήταν ο ένας λόγος που η αιθιοπική μουσική δεν βγήκε προς τα έξω. Τον δεύτερο τον κατάλαβα στην Αιθιοπία και έχει να κάνει με το γεγονός πως η χώρα αυτή είναι η μόνη σε όλη την Αφρική που δεν γνώρισε αποικιοκρατία! Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει κάποια μητρόπολη όπου να συσσωρεύονται Αιθίοπες μετανάστες, όπως συμβαίνει με τους λοιπούς Αφρικανούς. Και, ας μη γελιόμαστε, το ethnic είναι ένα τρικ των δισκογραφικών εταιρειών για να φέρουν δίσκους και καλλιτέχνες από την αποικία στη μητρόπολη, κυρίως για τους εκ της αποικίας προερχόμενους μετανάστες. Ε, τέτοια μητρόπολη για την Αιθιοπία δεν υπάρχει και έτσι, σε αντίθεση με τη Σενεγάλη, τη Νιγηρία, το Μάλι, την Ινδία, την Τζαμάικα κ.λπ., η μουσική της πέρα από το φίμωμα της χούντας είχε να αντιμετωπίσει και την τεχνική αδυναμία της να ενταχθεί στην αγορά του ethnic.

Καινούργια αρχή με νέα γενιά μουσικών

Οπως καταλαβαίνετε, μέχρι το 1991 που έπεσε η χούντα, η χώρα βίωσε 17 ολόκληρα χρόνια χωρίς μουσική δημιουργία, ενώ οι περισσότεροι καλλιτέχνες έχασαν τις καριέρες τους μέσα από τα χέρια τους και ήξεραν πως ήταν αδύνατον να τις αναστήσουν… Με την πτώση της χούντας, το πάρτι ξαναρχίζει αλλά δεν υπάρχουν μουσικοί! Τότε ξαναβγαίνουν μπροστά οι περιπλανώμενοι βάρδοι, οι azmari, οι μόνοι που επιβίωσαν επί Μενγκίστου, αφού η φωνή τους και το μονόχορδο που την συνοδεύει συνήθως μπορούσαν να ηχογραφούνται σε πρόχειρες κασέτες και να κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι στα μαύρα χρόνια. Επιπλέον ο κόσμος ήθελε να ακούσει αλήθειες και η καυστική ρητορική των azmari προσφερόταν γι’ αυτό. Πολλά ιδιόρρυθμα azmari κλαμπ άνοιξαν στην πρωτεύουσα μετά το 1991 και μέσα σε ποτά, καπνούς, υπνωτικές μουσικές και σκωπτικούς ή διεισδυτικούς στίχους, το τραγούδι ξαναμπήκε στη ζωή της Αιθιοπίας.

Ανοιξε ο δρόμος

Η νέα αυτή έκρηξη κράτησε μέχρι το 1999. Ο τότε πόλεμος με την Ερυθραία, οι λιμοί και οι πλημμύρες που ακολούθησαν, η κρίση στις σχέσεις με τη Σομαλία και άλλοι παράγοντες ανέκοψαν την ξέφρενη διάθεση για άλλη μια φορά. Από την άλλη μεριά, οι επαφές με τον έξω κόσμο άνοιξαν, η τεχνολογία (και τα πρώτα cd!) μπήκε σιγά σιγά στη χώρα και μια νέα γενιά μουσικών, τραγουδοποιών και τραγουδιστών ξεπρόβαλε στον 21ο αιώνα, οριοθετώντας, στην ουσία, την έναρξη της πρώτης νορμάλ δισκογραφικής παραγωγής στην Αιθιοπία.

Κορυφαίος αυτού του νέου κύματος είναι ο Tewodros Kassahun ή Teddy Afro, χαρισματικός συνθέτης και τραγουδιστής που χρησιμοποιεί δυτικά όργανα και κομπιούτερ και τραγουδάει λυρικότατα για ερωτικά, ιστορικά και κοινωνικά θέματα γνωρίζοντας μεγάλη απήχηση, ειδικά στους νέους. Η εντυπωσιακή νεαρά Gigi ξεχώρισε με το μεστό ντεμπούτο της, το 2001, σε παραγωγή του μεσήλικου θρυλικού παραγωγού (και συζύγου της πλέον) Bill Laswell, όπου παρουσίασε στα αμαρικά τις γοητευτικές συνθέσεις της παρέα με τους Material, τον Pharoah Sanders, τον Herbie Hankcock κ.ά. Εκτός από την Gigi, υπάρχει και η Chachi, που τραγουδάει τους «πολεμικούς» στίχους της στα αγγλικά και που οι φιλανθρωπίες της έχουν τύχει επιδοκιμασίας από τον ίδιο τον πρόεδρο της χώρας. Υπάρχει η νέα φουρνιά βάρδων azmari, όπως ο νεαρότατος Essoubalew Adougna, που όταν ανακαλύψουν και το rap θα καταστούν… επικίνδυνοι!

Η σειρά Εthiopiques

Και πάνω απ’ όλα, υπάρχει η ευνοϊκή συγκυρία μιας συστηματικής έκδοσης αιθιοπικής μουσικής της τελευταίας τριακονταετίας, από τη γαλλική «Buda musique» (στη σειρά Ethiopiques, που αριθμεί αισίως 21 cd) και της παγκόσμιας απήχησης που γνωρίζουν οι τρεις παλιές συνθέσεις του Mulatu Ashtatke, που περιλαμβάνονται στο soundtrack της ταινίας του Τζιμ Τζάρμους «Broken Flowers». Ο δρόμος για να γνωρίσουμε τη μουσική της Αιθιοπίας είναι πιο ανοικτός από ποτέ… Χάρηκα για πολλά πράγματα όσο ήμουν στην Αιθιοπία, αλλά ακόμη απολαμβάνω τις μουσικές που έφερα μαζί μου. Κάποιους καλλιτέχνες σίγουρα αγνοώ, κάποιους μπορεί να έχω υπερεκτιμήσει, αλλά ένα ξέρω να πω, σαν άνθρωπος που αγαπά υπερβολικά τη μουσική: Αν είσαι μουσικόφιλος, κάνε στις γιορτές δώρο στον εαυτό σου οποιοδήποτε cd Αιθίοπα καλλιτέχνη βρεις στα ράφια! Βασικές, πανάρχαιες αξίες για την υψηλή τέχνη θα ξαναζωντανέψουν μπροστά σου…