ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Φέρνοντας τον πολιτισμό στο φως

Χωρίς τις ανασκαφές που έκανε στην Αθήνα και εκτός αυτής, ίσως η εικόνα που έχουμε για τον αρχαιολογικό χάρτη της Ελλάδας να ήταν διαφορετική. Μεγάλο μέρος των μνημείων μας θα είχε καταστραφεί, ενώ οι γνώσεις και οι πληροφορίες μας για κάποια άλλα θα ήταν περιορισμένες. Οτι η Αθήνα σώζεται ως πόλη με τις νησίδες της Ακρόπολης και των κλιτύων της, τον λόφο του Φιλοπάππου, τη Ρωμαϊκή Αγορά και τη Βιβλιοθήκη του Αδριανού, την Πνύκα, το Ολυμπιείο με το Ζάππειο, τον λόφο του Αστεροσκοπείου, τον Κεραμεικό και τον Λυκαβηττό, οφείλεται στην Αρχαιολογική Εταιρεία, όπως φυσικά και οι ανασκαφές στις Μυκήνες, το Σέσκλο, την Επίδαυρο.

Η Αρχαιολογική Εταιρεία έχει κάθε λόγο να γιορτάζει τα 170 χρόνια που συμπληρώνει με τον ερχομό του 2007. Και είναι η κατάλληλη ευκαιρία να μας θυμίσει ένα μέρος της δουλειάς της μέσα από το υλικό που περιέχουν τα πλούσια -από το 1837- αρχεία της και φυσικά η βιβλιοθήκη της που εμπλουτίζεται διαρκώς και θεωρείται εφάμιλλη των μεγάλων παλαιών ξένων σχολών, όπως η Γαλλική, η Αμερικανική και η Αγγλική.

Τέσσερις ενδιαφέρουσες αρχαιολογικές εκθέσεις θα μας απασχολήσουν την επόμενη διετία, αρχής γενομένης από τον Ιανουάριο που είναι αφιερωμένος στον πολιτισμό των Κυκλάδων. Στο υπόγειο πάντως της οδού Πανεπιστημίου 22, που είναι η βάση της Αρχαιολογικής Εταιρείας, θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά σχέδια του Αναστασίου Ορλάνδου, εντυπωσιακές υδατογραφίες αρχαίων έργων αλλά και μια έκθεση για τις ανασκαφές του Ακρωτηρίου που συμπληρώνουν 40 χρόνια από την εποχή που τις ξεκίνησε ο Σπύρος Μαρινάτος.

Αγόραζαν για να ερευνήσουν

«Μία από τις σημαντικές στιγμές της ιστορίας του ελληνικού κράτους είναι η ίδρυση της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, τον Ιανουάριο του 1837», τονίζει στην «Κ» ο γεν. γραμματέας της, ακαδημαϊκός Βασίλειος Πετράκος θυμίζοντας ότι «με έναυσμα τον ρομαντικό κλασικισμό ενός Ελληνος του εξωτερικού, του Κωνσταντίνου Μπέλιου, μία ομάδα λογίων, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή και τον Κυριακό Πιττάκη ίδρυσαν ένα σωματείο υπέρ των αρχαίων, του τόπου και της επιστήμης». Κύριος σκοπός ήταν η αποκάλυψη των αρχαίων της Αθήνας και η κατά το δυνατόν εξασφάλισή τους.

Το πρώτο μισό του 19ου αιώνα η οικοδόμηση της πόλης «είχε ήπιο χαρακτήρα από άποψη μεγέθους και η μονομελής Αρχαιολογική Υπηρεσία δεν ανησυχούσε για τα σπίτια που χτίζονταν».

Η Εταιρεία, μη έχοντας κρατική εξουσία, αναγκάστηκε να αγοράζει τους χώρους που ερευνούσε. «Ετσι εξηγείται», υπογραμμίζει ο κ. Πετράκος «το ότι οι περισσότεροι χώροι των ανασκαφών της βρίσκονται στην κατοχή του κράτους, ενώ οι περισσότερες ανασκαφές της Υπηρεσίας χάθηκαν».

Το έργο όμως ήταν ορατό. Στον Ιερό Βράχο, για παράδειγμα, κατεδαφίστηκαν τα μεσαιωνικά κτίσματα και εκείνα της τουρκοκρατίας. Η κατεδάφιση του φράγκικου πύργου των Προπυλαίων έγινε με έξοδα του Σλήμαν, στην νότια κλιτύ της Ακρόπολης είχαμε τις ανασκαφές από το Ασκληπιείο ως το Ηρώδειο, στην περιοχή του Κεραμεικού βρέθηκαν τα ταφικά μνημεία της Δημητρίας και της Παμφίλης, η επιτύμβια τράπεζα της Ιππαρέτης που ήταν η εγγονή του Αλκιβιάδη, το γεωμετρικό νεκροταφείο του Διπύλου.

Στην Ελευσίνα αγοράστηκαν γήπεδα και σπίτια για να σωθεί το ιερό της Δήμητρας ενώ η φημισμένη ανασκαφή των πέντε βασιλικών τάφων στις Μυκήνες ξεκίνησε με έξοδα βέβαια του Σλήμαν.

Η Αρχαιολογική Εταιρεία, εκτός από τις μάχες που έδινε, σε πολλές περιπτώσεις αγόραζε και μερίδια… Οπως στην περιοχή της Τανάγρας όπου οι αρχαιοκάπηλοι νοίκιαζαν κτήματα για να σκάβουν ανενόχλητοι και με το νόμο. Εκείνη αγόραζε τις αρχαιότητες για να τις σώσει. Ηταν αναγκασμένη να κάνει πολλές τέτοιες αγορές προκειμένου να σώσει αρχαία που κινδύνευαν να φυγαδευθούν στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μαρμάρινο άγαλμα του Ποσειδώνα από τη Μήλο.

Από τον Κολοκοτρώνη στον Καραμανλή…

Πόσοι από το ευρύ κοινό γνωρίζουν ότι ένας από τους εταίρους της Αρχαιολογικής Εταιρείας ήταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης; Επίσης, ο Δημήτριος Σενιάν, γραμματέας του Καραϊσκάκη, ο Μουστοξύδης, ο Γκόρντον, όλα τα πρόσωπα του Αγώνα, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. «Θα φωτίσουμε την ανθρώπινη πλευρά της Εταιρείας, τους στυλοβάτες της. Αυτοί τη στηρίζουν ηθικά όταν έχει ανάγκη».

Η Εταιρεία είχε ανθρώπους, ενώ το κράτος μόνο τον έφορο. «Ο έφορος τότε πιεζόταν πολύ από τα ρουσφέτια. Από την άλλη πλευρά, η αρχαιοκαπηλία ήκμαζε στα χρόνια του Οθωνος και οι υπουργοί για να μη χαλάνε το χατήρι σε διάφορους τοπικούς παράγοντες που ήταν και αρχαιοκάπηλοι δεν έπαιρναν μέτρα. Η Εταιρεία δεν είχε δεσμεύσεις. Είχε ανεξαρτησία και χρήματα». Από τους πολιτικούς πάντως δεν ήταν πάντα ευχαριστημένη. Ο Β. Πετράκος ξεχωρίζει τον Χαρίλαο Τρικούπη, τον Παναγή Τσαλδάρη που τους βοήθησαν, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και λιγότερο τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Σε όλα αυτά θα αναφερθεί ο κ. Πετράκος στην ομιλία του στην Ακαδημία, στις 23 Ιανουαρίου. Αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν θα μιλήσει για τα κατορθώματα της Εταιρείας, αλλά για τους ανθρώπους της.

Η διάσωση των μνημείων σχετίζεται πάντα με τις μάχες που δίνει η Εταιρεία. Συχνά με ιδιώτες αλλά και με το κράτος, όπως αυτή που έδωσε με το υπουργείο Πολιτισμού για το κωπηλατοδρόμιο, το λόφο Ζάγανι αλλά και για την Ψυττάλεια για την οποία «σχεδόν κανείς δεν συγκινήθηκε». Γι’ αυτό και η Εταιρεία επιδιώκει την ανεξαρτησία της. Στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, λέει ο Β. Πετράκος, «τη διοίκηση την ασκεί ο υπουργός, ο οποίος καθορίζει την πολιτική και τους σκοπούς της, επηρεασμένος πάντα από το πρόσκαιρο, προσωπικό ή κομματικό συμφέρον». Ενώ η Υπηρεσία εδώ και 170 χρόνια, από το 1837 έως σήμερα, είχε 308 υπουργούς «η Εταιρεία είχε μόνο 11 Γραμματείς, οι περισσότεροι ήσαν κορυφές της αρχαιολογικής επιστήμης και δημιούργησαν έργο για το οποίο τους οφείλεται ευγνωμοσύνη».

Εκθέσεις, σχέδια, δημοσιεύσεις

Η πρώτη έκθεση θα αποκαλύψει στο κοινό πώς ξεκίνησε η αρχαιολογική έρευνα στις Κυκλάδες μέσα από αρχαιολογικά ευρήματα αλλά και φωτογραφίες και διάφορα έγγραφα αρχαιολόγων όπως οι Τσούντας, Σταματάκης, Σταυρόπουλος, κ.ά., υλικό από τις έρευνες στη Δήλο και τη Ρήνεια. «Θα δείξουμε πώς ξεκίνησε η έρευνα και πώς στερεώθηκε, όπως επίσης και τις αναφορές των αρχαιολόγων. Τι έκαναν, τι βρήκαν, τι τους δυσκόλευσε, τις περιπέτειες και τα προβλήματα που τους δημιουργούσαν οι χωριάτες. Σαν ένα είδος ημερολογίου».

Η δεύτερη έκθεση αφορά σχέδια του Αναστασίου Ορλάνδου, από τα ωραιότερα που διασώζονται στα αρχεία της Εταιρείας, «υπέροχη ζωγραφική» όπως τη χαρακτηρίζει ο Β. Πετράκος, «που πρέπει οπωσδήποτε να δουν οι αρχιτέκτονες, ενώ αυτή που σχεδιάζουμε με τις υδατογραφίες αρχαίων έργων τέχνης σίγουρα θα συγκινήσει τους ζωγράφους». Μέσα στο 2007 σε άλλη έκθεση θα προβληθεί το θαύμα της συντήρησης στις τοιχογραφίες του Ακρωτηρίου, αφού συμπληρώνονται 40 χρόνια από την έναρξη της ανασκαφής από τον Μαρινάτο την οποία συνέχισε ο Χρ. Ντούμας.

Η Διαδικτυακή Πύλη, η ηλεκτρονική καταγραφή των φωτογραφιών, μέρος του μοναδικού και σπάνιου αρχείου που διαθέτει η Αρχαιολογική Εταιρεία και είναι ενταγμένο στην «Κοινωνία της Πληροφορίας» (Γ΄ ΚΠΣ), είναι από τα έργα που προχωρούν. «Οσο μας ενισχύουν», διευκρινίζει ο γεν. γραμματέας. «Πήραμε ένα μεγάλο μέρος αλλά όχι εκείνο που έπρεπε. Η Εταιρεία δεν αρέσει. Δεν είναι ευχάριστη γιατί λέει τη γνώμη της και κάνει έργο».

Στις υποχρεώσεις της είναι και το πρόγραμμα δημοσιεύσεων. Ηδη ετοιμάζεται ο β΄ τόμος της Ελευσίνας, η δημοσίευση των χρηστηρίων ελασμάτων της Δωδώνης (Ιουλία Βοκοτοπούλου, Σωτήριος Δάκαρης, Τάσος Χρηστίδης), η ανασκαφή του Παγκράτους (Αθηνά Καλογεροπούλου) κ.ά. Εν τω μεταξύ συνεχίζονται 16 ανασκαφές και έρευνες αλλά η πολιτική είναι να περιοριστούν γιατί «αν σκάβουμε συνέχεια δεν θα δημοσιεύσουμε ποτέ. Ενα βιβλίο μένει στην αιωνιότητα, τα αρχαία μπορεί να χαθούν».