ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

Ο Δεκέμβριος είναι ο μήνας με το πυκνότερο εορτολόγιο. Είναι λοιπόν και ο μήνας με τις περισσότερες αφορμές για να εκδηλωθεί η κοινωνικότητά μας, η οποία, πιεσμένη από τις νόρμες του βίου, συνήθισε πια να αναβάλλεται, να μετατοπίζεται για την περίοδο πριν και μετά τα Χριστούγεννα, όταν, όπως ελπίζεται, θα υπάρξει «ελεύθερος χρόνος». Τεράστια η ανάγκη της γιορτής, η ανάγκη της φιλίας, της συνάφειας και του ξοδέματος, βιάζεται να στολίσει τον περίγυρό μας από τον Νοέμβριο ακόμα (να κάνει κόσμο τον κόσμο κατά κάποιον τρόπο, έστω και ατελή ή μιμητικό) και δοκιμάζει να εκμαιεύσει τις χρονιάρες μέρες μια ώρα αρχύτερα· μπορεί να ήταν Αβδηρίτης ο Δημόκριτος, όμως φιλοσοφούσε και αυτός μετ’ ευτελείας όταν επέμενε ότι «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος».

Θα ανταμώσουμε λοιπόν και πάλι με συγγενείς και φίλους και θα ξαναθυμηθούμε ότι αυτοί είναι οι όντως οικείοι μας, οι όντως δικοί μας, και όχι τα τηλεοπτικά πρόσωπα που κατοικούν σαν φάσματα μέρα και νύχτα στο σπίτι μας· θα πιούμε ένα ποτήρι παραπάνω, υποχρεώνοντας κάποιον από την παρέα να μείνει νηφάλιος για να μας διανείμει έπειτα στα σπίτια μας χωρίς το φόβο των αλκοολομέτρων, και φυσικά, φυσικότατα, θα πιάσουμε το τραγούδι. Να ξαναπιάσουμε, επί τη ευκαιρία, και τη συζήτηση με αντικείμενο το «Πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ;», που ξεκίνησε το 1859, με το ομότιτλο περί νεοελληνικής ποιήσεως και Σολωμού δοκίμιο του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, μοιάζει τόσο απίθανο όσο και πιθανό. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα κι αν, σε ενδεχόμενη αναψηλάφηση του θέματος, δεν συμφωνήσουμε με το πόρισμα του Ζαμπέλιου ότι από το αρχαίο ρήμα «άδω» έως το κοινό «τραγουδώ» σημειώθηκε κάποια «έκπτωσις» όχι αποκλειστικά γλωσσικού τύπου αλλά συναρτημένη με αντίστοιχη κίνηση «ηθών, εθίμων, φρονημάτων», ίσως να συναποδεχθούμε ότι δεν αδικούσε τα πράγματα και τα αισθήματα ο Λευκαδίτης λόγιος όταν διατεινόταν τα εξής:

«Η Μούσα του Ελληνικού λαού, καίπερ αφελεστάτη διά το απερικόσμητον της τέχνης, όμως κατ’ έμφυτον διάθεσιν πέφυκεν εξαιρέτως ελεγειακή και ετοιμόδακρυς· ελεγειακή ου μόνον εν τη εξεικονίσει ταρακτικών δυστυχημάτων, ή εν επόψει οικιακών καταστροφών, αλλά, το παράδοξον, και εν μέσω αυτής της ευφροσύνης, της ευθυμίας, της ενεστίου χαράς. Ο,τι προς άλλους εγείρει συνήθως την φαιδρότητα, ό,τι δύναται προς τον αλλογενή, τον Γάλλον λ.χ., τον Ισπανόν, τον Ιταλόν να εμποιήση ηδονήν και τέρψιν και αγαλλίασιν, τούτο πολλάκις προς τον ημέτερον λαόν προξενεί δυσθυμίαν, παράγει σκυθρωπότητα, κατήφειαν. Ενώ επιδιώκουσιν οι άλλοι των ιδίων συμφορών την επιλησμονήν, και οι μεν κατακοιμίζουσιν εν αστεϊσμοίς, οι δε πνίγουσιν εν τη κραιπάλη του θανάτου την προαίσθησιν, ο ευπαθής ούτος θηρεύει την αιφνιδίαν της ψυχής ταραχήν, ζητεί την συλλύπησιν, θρηνεί την ανθρώπινον ματαιότητα, κλαίει γελών, γελά στενάζων, και δεν απέρχεται της πανηγύρεως, ή όταν ίδη και προς αυτά ει δυνατόν τα θηλάζοντα νήπια μεταδεδομένην την ενήδονον λύπην, ήτις τον εκβακχεύει».

Καθόλου εύκολο δεν είναι να τεκμηριωθεί ότι πρόκειται για αποκλειστικό δικό μας γνώρισμα, φαίνεται πάντως πιθανό ότι αυτή η «ενήδονος λύπη» (ή η περισσότερο οικεία στη ρητορική μας «χαρμολύπη») ρύθμισε έτσι τα πράγματα ώστε να υπάρχουν τραγούδια του έρωτα που να λέγονται και σαν τραγούδια του θανάτου, σαν μοιρολόγια. Και τώρα ακόμα, στο γλέντι απάνω, σε οικογενειακό ή ευρύτερο, δημόσιο χώρο, η φωνή θα γυρίσει κάποια στιγμή σε τραγούδια της αγάπης πικραμένα ή και φαρμακωμένα· τέτοιες στιγμές ο Καζαντζίδης ακούγεται οικείος ακόμα και σε όσους, όταν βρίσκονται σε άλλη ψυχική κατάσταση, δηλώνουν ότι δεν μπορούν την «κλάψα» του. Ας ειπωθεί εδώ ότι όσα σουξέ κι αν συσσώρευσαν οι νεότερες δεκαετίες (άλλα ανάμεσά τους λογιοφέρνουν άγαρμπα κι άλλα ερωτοτροπούν με την πορνογραφία, πάντοτε από τη σκοπιά του αρσενικού), οι παρέες νιώθουν πως τα αισθήματά τους θα αποκαλυφθούν κολοβωμένα αν δεν τραγουδηθούν, χαράματα πια, και κάμποσα παλιά κομμάτια, λαϊκά, ρεμπέτικα, δημοτικά (μ’ αυτή τη σειρά συνήθως).

Ακόμα και τα πολιτικά τραγούδια δεν λείπουν από τις παρέες, μόνο που αυτά λέγονται πια με σκέτη λύπη, καθόλου «ενήδονο». Σχεδόν συνομήλικη με την τέχνη της ποίησης, τουλάχιστον της γραπτής ποίησης, είναι η τέχνη του πολιτικού τραγουδιού. Τα ποιήματα του Αλκαίου, λ.χ., τα λεγόμενα στασιωτικά, που σχετίζονταν με την καθημερινή πολιτική πραγματικότητα και προσκαλούσαν σε αγώνες κατά των τυράννων, τραγουδιούνταν από τις συντροφιές των ομοϊδεατών του ποιητή στη Λέσβο, στο γύρισμα του 7ου αιώνα π.Χ. Ανάλογες ιδέες υπεράσπιζαν και τα αττικά συμποτικά τραγούδια, τα «σκόλια», που τα πρωτοτραγούδησε η δημοκρατική αθηναϊκή αριστοκρατία, μετά την κατάλυση της τυραννίδας του Πεισίστρατου. Φιλελεύθερα τραγούδια τραγουδήθηκαν φυσικά και στην περίοδο της χούντας, όχι πάντως τόσο μαζικά όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε με αναδρομική επαναστατικότητα. Πολύ περισσότερο τραγουδήθηκαν τα πολιτικά τραγούδια στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όπως άλλωστε τραγουδήθηκαν και πολύ περισσότερα αντάρτικα απ’ όσα τον καιρό της Αντίστασης. Ηταν το πνεύμα της εποχής, το πνεύμα δηλαδή μιας υπερπολιτικοποίησης που σε πολλούς δεν άφησε βαθιά σημάδια μνήμης, ενώ ορισμένους τους οδήγησε το 1979, με τις καταλήψεις των πανεπιστημίων, να σκεφτούν ότι «εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά», οπότε και έγινε κατανοητό ότι και ένα βαθύ ερωτικό τραγούδι μπορεί να είναι πολιτικό, και μάλιστα ισχυρότερα πολιτικό απ’ ό,τι ένα πολιτικοφανές άσμα που απλώς ξαναπαίζει με τα γνωστά στιχουργικά και μουσικά μοτίβα. Τότε, ας πούμε, φανέρωσαν το νόημά τους οι στίχοι του Διονύση Σαββόπουλου, «πάμε για κει μ’ έναν πυροβολισμό, η αγάπη δουλεύει για το σοσιαλισμό». Αλλά τότε και ο Σαββόπουλος ήταν άλλος κι αλλού, κι εμείς επίσης.

Το πολιτικό τραγούδι υπηρέτησε περισσότερο τη συγκίνησή μας παρά τη σκέψη μας. Μας εγκαρδίωσε, μας ενέταξε κάπου, μας ομαδοποίησε. Επειδή όμως αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης δεν μπορούσε να προβάλει κανείς, τα τραγούδησαν ακόμα και άνθρωποι που καμία συγκίνηση δεν ένιωθαν και οι οποίοι συνέχισαν να μερακλώνουν με τραγούδια της φτωχολογιάς ακόμα κι όταν έγιναν έχοντες και κατέχοντες. Τέτοιες σκηνές κιτς μάς δείχνει πια συχνότατα η τηλεόραση, με εξουσιούχους που φτάνουν ώς το στούντιο όχι με βέσπα πια αλλά με κουρσάρα, για να θυμηθούμε τον Εμπειρίκο, αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να τραγουδήσουν όλο καημό διάφορα «παραπονεμένα λόγια» και να ρίξουν και δυο σεκλετισμένες στροφές μπροστά στην κάμερα. Και η αλήθεια είναι ότι η κάμερα μας παραδίδει έναν λαό έτοιμο να σηκωθεί να χορέψει οτιδήποτε και ανά πάσα στιγμή, θαρρείς και ο χορός είναι υπόθεση του σώματος.

Υπό τον γενικό τίτλο «πολιτικό τραγούδι» χώρεσαν πολλά και ποικίλα. Χώρεσαν ώριμα τραγούδια και αφελέστατα, στοχαστικά και παιδαριωδώς προπαγανδιστικά. Χώρεσαν σπουδαίοι ποιητές και προχειρογράφοι στιχοπλόκοι. Χώρεσαν λυρικότατοι μουσικοί και ατάλαντοι σουξεδοποιοί, ειδικευμένοι στη μουσική δημαγωγία. Η υποχώρηση του πολιτικού τραγουδιού, που, έστω και σχηματικά, υπεράσπιζε ένα κάποιο «εμείς», ήταν μία από τις πολλές πτυχές της υποχώρησης του πολιτικού ενδιαφέροντος εν γένει μπροστά στο επελαύνον «εγώ». Στην περιφέρεια του σημερινού τραγουδιού πάντως, και αν ως κέντρο εννοήσουμε τα μαζικώς αναμεταδιδόμενα άσματα του νταλκά και της καψούρας, ακούγονται καλά κομμάτια κοινωνικής ευαισθησίας, γραμμένα σε νέους ρυθμούς. Ισως μια νέου τύπου και άξια λόγου πολιτικοποίηση θα ήταν να ξαναγίνει ερωτικό το τραγούδι που τώρα πλασάρεται σαν ερωτικό, ενώ δεν είναι παρά η χοντροκομμένη πλαστογράφησή του.