ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μπεσόν: Πιστεύω στο ευρωπαϊκό σινεμά

Είναι ένας από τους ισχυρότερους ανθρώπους του ευρωπαϊκού κινηματογράφου και πιστεύει ότι η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα για το ευρωπαϊκό σινεμά απέναντι στις ευρωπαϊκές παραγωγές. Ο Λικ Μπεσόν, που βρέθηκε χθες στην Αθήνα για την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας του «Ο Αρθουρ και οι Μινιμόι», (μεταφορά ενός δικού του παιδικού βιβλίου) έναν συνδυασμό ηθοποιών και animation, όπως είπε, πιστεύει στη δύναμη του ευρωπαϊκού σινεμά. Αρκεί να το πιστέψουν και οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι.

«Στην Ευρώπη υπάρχουν καλύτερες ιστορίες. Λέμε ότι το αμερικανικό σινεμά είναι το νούμερο ένα και ότι δεν μπορούμε να το ανταγωνιστούμε. Είμαι όμως περήφανος γιατί με τον «Αρθουρ» αποδεικνύουμε ότι μπορούμε. Σαν την ελληνική ομάδα ποδοσφαίρου, που κανείς δεν πίστευε ότι μπορεί να κερδίσει. Πριν από λίγα χρόνια κανείς δεν τολμούσε να ανταγωνιστεί ονόματα όπως η Pixar, η Ντίσνεϊ και η Dreamworks. Γιατί όχι; Δύο χέρια και δύο πόδια έχουν κι αυτοί. Η ιστορία μας στην Ευρώπη είναι πλουσιότερη και υγιέστερη».

Ο Λικ Μπεσόν πιστεύει στη δύναμη που έχει το σινεμά να προβάλει συνολικότερα μια χώρα. «Η Αμερική τα πουλάει όλα μέσα από το σινεμά. Μια ταινία είναι ο καλύτερος τρόπος για μια χώρα, όπως η Ελλάδα, να δείξει τι έχει, επειδή οι ταινίες πηγαίνουν παντού. Οι ταινίες μας αντιπροσωπεύουν τις χώρες μας και είναι λυπηρό που η κυβέρνηση και εδώ στην Ελλάδα δεν στηρίζει αρκετά το ελληνικό σινεμά. Τι κάνουμε όταν το Χόλιγουντ παίρνει τον Μπραντ Πιτ και έναν Γερμανό σκηνοθέτη για να κάνει την «Τροία»; Αυτή την ταινία έπρεπε να την κάνει η Ελλάδα». Ο Μπεσόν, που είναι από τους πιο δραστήριους παραγωγούς του γαλλικού σινεμά, σκοπεύει να στηρίξει μια ισπανική παραγωγή με την Πενέλοπε Κρουζ, που θα γυριστεί στην Ελλάδα.

Εκτός από τον «Αρθουρ» που βγαίνει στις αίθουσες την Πέμπτη, ο Μπεσόν σκηνοθέτησε σχεδόν παράλληλα το «Angel- A» (με έξοδο στις 4 Ιανουαρίου), που λέει ότι είναι η τελευταία ταινία που σκηνοθετεί. «Δέκα ταινίες είναι ήδη πολλές. Εχω κουραστεί. Σε κάθε ταινία θέλεις να δώσεις το καλύτερο δυνατό, όμως φοβάμαι ότι μπορεί να αρχίσω να επαναλαμβάνομαι. Σέβομαι το σινεμά, το κοινό και τον εαυτό μου για να το κάνω αυτό. Είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου και νιώθω πια περισσότερη κούραση παρά επιθυμία».

Δεν είναι, πάντως, οι αρνητικές κριτικές που τον απομακρύνουν από τη σκηνοθεσία, αν και συχνά δεν κατανοεί τον ρόλο της κριτικής. «Είναι παράξενο να μπαίνει κανείς ανάμεσα σε ένα έργο και τον θεατή. Καταλαβαίνω όμως ότι όταν οι κριτικοί βλέπουν 10 – 15 ταινίες τη βδομάδα, βαριούνται. Οποιος πληρώνει για να δει μια ταινία, θέλει να μην απογοητευτεί. Μερικές φορές νομίζουν ότι με το να είναι κακοί θα γίνουν γνωστοί. Ομως αυτό δεν έχει να κάνει καθόλου με την ίδια την ταινία».