ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ιστορίες ανθρώπων φωτίζουν την Αθήνα

Μένης Κουμανταρέας

Η γυναίκα που πετάει

εκδ. Κέδρος

«Σε τι, λοιπόν, σας ρωτώ, θα χρησίμευε η λογοτεχνία αν όχι στο να μας κάνει να σκεφτόμαστε, να μας κρατά σε εγρήγορση, να μας παρηγορεί και να φωτίζει τη ζωή μας; Χωρίς απαραίτητα να την εξηγεί», λέει η γηραιά και πάντα νέα κυρία Βικτωρία στο διήγημα «Η νύχτα με τους μετεωρίτες», μια από τις πολύ ωραίες γυναικείες μορφές που ο Μένης Κουμανταρέας φιλοτεχνεί στη νέα του συλλογή και η οποία εκφράζει, προφανώς, το δικό του αισθητικό πιστεύω.

Σε ένα από τα πιο αυτοβιογραφικά του βιβλία, που δεν περνάει ωστόσο στην άλλη άκρη, δεν ακυρώνει δηλαδή τη μυθοπλαστική συνθήκη, διατρέχει περίπου έναν αιώνα, μέσα από ιστορίες στις οποίες συχνά συμμετέχει και ο ίδιος, ως αυτουργός ή θεατής. Θυμάται, παρατηρεί και απεικονίζει με τον δικό του τρόπο τις αλλαγές, τη νέα, πολυπολιτισμική Αθήνα -την πόλη που πρωταγωνιστεί σε ολόκληρο το έργο του-, αφηγείται ιστορίες που συμβαίνουν στους δρόμους της, μιλάει για το διαφορετικό στις ποικίλες εκδοχές του. Και συνεχίζει να παρακολουθεί με ευαισθησία τον σφυγμό της εποχής και του τόπου.

Ρευστή πραγματικότητα

Από τη χριστουγεννιάτικη ιστορία στην αρχή, όπου ο δεκατριάχρονος ήρωας είναι όμηρος των κομμουνιστών πολιτοφυλάκων και εκστασιάζεται βλέποντας για πρώτη φορά ζεϊμπέκικο, ώς την αλαφροΐσκιωτη γιαγιά του που πέταξε και ελευθερώθηκε από τη θλίψη της, όλα τα διηγήματα σκιαγραφούν μια πραγματικότητα ρευστή. Τα πρόσωπα βρίσκονται μέσα και έξω από την πραγματικότητα και τη μυθοπλασία, η αφήγηση αγκαλιάζει τις μετέωρες περιπέτειές τους, πολλές από τις οποίες διαδραματίζονται εκ παραλλήλου στον νου και στη ζωή τους με εντελώς διαφορετικούς όρους, αλλά και τις εξιστορήσεις τους, η φράση διερευνά το εντός και το εκτός γίγνεσθαι που σφράγισε ανεξίτηλα τη μνήμη.

Και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι πολλές ιστορίες είναι αμιγώς αντρικές, όπως το «Μαραμπού και Χούντα», «Τόμπυ και Λόλυ», «Τα Κουδούνια», ακόμα και το πρώτο διήγημα «Τα χιόνια του Δεκέμβρη παραμονεύουν πάντα». Η γυναικεία μορφή όμως κυριαρχεί, σχεδόν εξιδανικευμένη, και δίνει τον τόνο στη συλλογή, με πρόσωπα όπως η κυρία Βικτωρία, η μητέρα, η Αρια-Σεχραζάτ, η Μαρία Κάλλας ή η αυτοκτόνος γιαγιά και οι αλλοδαπές μητέρες που παλεύουν με τις δυσκολίες της ζωής.

Αποτυπώνοντας τη δική του εικόνα της πόλης, η οποία έχει απολέσει τα παλαιά σημεία αναφοράς της ακόμα και στις αναμνήσεις των ανθρώπων, ο Κουμανταρέας υποδέχεται την αλλαγή, την επιμειξία, τη διαφορετικότητα με ενθουσιασμό – ο οποίος κάποιες στιγμές δεν αποφεύγει τα στερεότυπα, όπως στα «Κουδούνια», λόγου χάρη. Από τον Καββαδία της χούντας και τη Μαρία Κάλλας ώς τον μουσικό που χάνεται αφού έχει παρηγορήσει τους ενοίκους του ξενοδοχείου για τη θύελλα, χωρίς να παραδώσει το κλειδί του μυστηρίου που τον περιβάλλει, και τους οικονομικούς μετανάστες, ο Αλλος συνεισφέρει με την ξενότητά του στη διεύρυνση της εικόνας που έχουμε για τον κόσμο, αν όχι της ίδιας της ψυχής μας.

Επί της ουσίας, όλα τα διηγήματα μιλούν γι’ αυτόν τον γοητευτικό και απειλητικό Αλλο, τον ιδεολογικά διαφορετικό, την ιδανική γυναίκα, τον ψυχασθενή, τον σύντροφο που αρνείται να υπογράψει ενάντια στη χούντα, την ευαίσθητη γυναίκα που δεν βρίσκει αέρα να αναπνεύσει. Οι ανατροπές στις ιστορίες αυτές είναι υπόγειες, υπόκωφες, αντηχούν βαθιά στην ψυχή των προσώπων που συνεχίζουν τη ζωή τους, άλλοτε έχοντας επίγνωση των ανατροπών που συντελούνται και άλλοτε όχι. Η υπαινικτικότητα ενισχύει την ατμοσφαιρικότητα των διηγημάτων, που στήνουν έναν κόσμο με τα ελάχιστα.

Η εντελώς καθημερινή και απλή γλώσσα, η έλλειψη κάθε αφηγηματολογικής επιτήδευσης, η εξαιρετική εκφραστική λιτότητα, η προβλέψιμη εξέλιξη σε κάποιες ιστορίες, ξεγελούν κάποια στιγμή τον αναγνώστη, δεν τον προϊδεάζουν για την πραγματική φύση των ιστοριών αυτών: ιστορίες αργής και προοδευτικής ανάφλεξης, που διαποτίζουν, δημιουργούν ερωτήματα εκεί που κάποιος νόμιζε ότι διείδε μόνο πεντακάθαρες γραμμές και στερεότυπα, τον αποσταθεροποιούν σιγά σιγά, με την υποβλητική τους δύναμη. Ιστορίες που παρηγορούν και φωτίζουν.