ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το εκδίδει όποιος πληρώσει τα πιο πολλά…

Κάθε αγορά έχει τους κανόνες της. Κυρίως τους άγραφους. Το ίδιο συμβαίνει και στην αγορά βιβλίων. Οι ξένοι εκδότες και ατζέντηδες γνωρίζουν ότι απευθύνονται σε μια μικρή αγορά, με μικρό τιράζ (αριθμό αντιτύπων) και άρα μικρό περιθώριο κέρδους, και δεν περιμένουν να πουλήσουν πανάκριβα το βιβλίο ενός ξένου συγγραφέα σε Ελληνες εκδότες. Ετσι, για παράδειγμα, ένα βιβλίο της Κάρολ Οουτς, ο Γερμανός εκδότης το αγοράζει 39.000 ευρώ και ο Ελληνας 4 – 5.000 ευρώ. Στους άγραφους νόμους είναι ασφαλώς και η δεοντολογία. Κανείς δεν παίρνει βιβλία του άλλου. Ή σχεδόν κανείς. Π.χ., τα βιβλία του Αντόνιο Ταμπούκι κυκλοφορούν από την «Αγρα». Αν τα «χτυπήσει» άλλος Ελληνας εκδότης, ο ατζέντης θα πρέπει πρώτα να ρωτήσει την «Αγρα» αν ενδιαφέρεται για το συγκεκριμένο βιβλίο και μετά να ακούσει την άλλη προσφορά. Το ίδιο συμβαίνει με τα βιβλία του Παμούκ ή του Κούντερα ή του Εκο. Τον πρώτο λόγο στο κάθε νέο βιβλίο τους, έχουν οι εκδόσεις «Ωκεανίδα», «Εστία» και «Ελληνικά Γράμματα» αντίστοιχα.

Αυτά συνέβαιναν μέχρι τώρα και υπήρχε μια «συμφωνία κυρίων» μεταξύ ξένων εκδοτών, ατζέντηδων, συγγραφέων και Ελλήνων εκδοτών. Εως τη στιγμή που η δεοντολογία άρχισε να πηγαίνει περίπατο και οι τιμές να ανεβαίνουν στα ύψη. Εως τη στιγμή, δηλαδή, που οι σκληροί νόμοι της αγοράς οποιουδήποτε προϊόντος μπήκαν και στην αγορά του βιβλίου. Το ποσό των 50.000 ευρώ που έδωσαν οι εκδόσεις «Λιβάνης» για να αγοράσουν το βιβλίο του Τζόναθαν Λίτελ (βραβείο Γκονκούρ 2006) προκάλεσε αναστάτωση στον εκδοτικό χώρο. Ασφαλώς πρόκειται για διαδικασίες ελεύθερης αγοράς. Ομως, τι επιπτώσεις μπορεί να έχει αυτή η εξέλιξη στους εκδότες και στα βιβλιοπωλεία;

Σε βάθος χρόνου

«Μιλάμε για βιβλία, όχι για ντομάτες», λέει ο συγγραφέας Αρης Μαραγκόπουλος, υπεύθυνος της λογοτεχνικής σειράς στα «Ελληνικά Γράμματα». «Οταν έχεις στήσει μια λογοτεχνική σειρά, έχεις στήσει και μια υποδομή υποδοχής αυτών των βιβλίων. Οταν μιλάει κανείς για καλή λογοτεχνία, εννοεί δουλειά σε βάθος χρόνου». Και ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, υπεύθυνος για την ξένη λογοτεχνία στις εκδόσεις «Καστανιώτης», προσθέτει: «Ο χώρος του βιβλίου χρειάζεται πλουραλισμό. «Ν’ ανθίζουν όλα τα λουλούδια». Αν τα ποσά αγοράς ξένων τίτλων μεγαλώνουν θα βγαίνουν λιγότερα βιβλία στην Ελλάδα και, το κυριότερο, θα βγουν από το παιχνίδι οι μικροί και οι μεσαίοι εκδότες. Τα πολλά λεφτά οδηγούν την αγορά σε μια μπεστελερίστικη αντίληψη, αφού τα μεγάλα ποσά πρέπει να αποσβεστούν. Ετσι, πολλαπλασιάζονται τα βιβλία με ημερομηνία λήξεως». Ο Αρης Μαραγκόπουλος επισημαίνει και τη συγκυρία των αλυσίδων βιβλιοπωλείων, που τώρα απλώνεται στην ελληνική αγορά. «Αυτές οι αλυσίδες στηρίζουν τα μπεστ σέλερ, γιατί αυτά έχουν γρήγορη απόδοση και βάζουν μεγαλύτερο κοινό στα βιβλιοπωλεία. Ετσι δεν περισσεύει χώρος για την καλή λογοτεχνία».

Η Εύα Καραϊτίδου, από τις εκδόσεις «Εστία», εκτιμά διαφορετικά την πραγματικότητα. Πρώτα πρώτα, λέει ότι «έχουν δοθεί πολλά χρήματα στο παρελθόν από πολλούς από εμάς για διάφορα βιβλία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός είναι πάντα δυσάρεστος και γίνεται όλο και πιο ενοχλητικός. Αλλά νομίζω ότι είναι μάταιο να εκφράζει κανείς ενόχληση για πράγματα που γίνονται και θα συνεχίσουν να γίνονται. Απλώς τώρα αρχίζουν να γίνονται γνωστά τα θέματα. Στο εξωτερικό λέγονται ανοιχτά όλα αυτά τα ποσά». Και προσθέτει: «Ποτέ ο λόγος δεν είναι μόνο τα λεφτά για να φύγει ένας συγγραφέας από έναν εκδότη. Είναι ένα σύμπτωμα. Ισως νομίζει ότι σε άλλον εκδότη θα βρει περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι στον προηγούμενο. Στο τέλος κάθε συγγραφέας καταλήγει στον εκδότη που του ταιριάζει. Και θα σταματήσει να κάνει τους γύρους του. Για το θέμα του Λίτελ, έχω την εξής γνώμη: είναι ένα βιβλίο δύσκολο, δεν θα κινηθεί σαν ένα κοινό μπεστ σέλερ και επομένως παίζεται η τύχη του». Τέλος, «οι μικροί εκδότες μπορεί να μειωθούν, αλλά δεν θα καταργηθούν γιατί πάντοτε θα βγάζουν βιβλία που δεν ενδιαφέρουν τα λεγόμενα μεγαθήρια».

Η άποψη της Γιώτας Λιβάνη είναι ότι «η πρακτική των τελευταίων ετών λέει πως τα βιβλία βγαίνουν σε πλειστηριασμούς (sealed bid). Οπότε αν υπάρχει ενδιαφέρον από πολλούς εκδότες ανεβαίνουν τα ποσά. Αλλωστε κάποιοι συγγραφείς ξεκινούν από ένα ποσό και πάνω και είναι πλέον πολλοί οι γνωστοί συγγραφείς που παίρνουν μεγάλα ποσά προκαταβολών. Οι ατζέντηδες, όταν έχουν συγγραφείς που πιστεύουν ότι θα πουλήσουν, χτυπάνε μεγάλα ποσά».

Σε ό,τι αφορά τον Λίτελ, για τον οποίο δεν διαψεύδει το ποσόν αγοράς δικαιωμάτων, λέει: «Υπάρχουν βιβλία τα οποία ένας εκδότης θέλει να τα έχει στον κατάλογό του γιατί είναι καλά βιβλία. Και το βιβλίο του Λίτελ είναι ένα από αυτά. Το πιστέψαμε σαν βιβλίο κατ’ αρχήν. Δεν ξέρουμε όμως αν θα πουλήσει».

Το κυνήγι του μπεστ σέλερ

Τα δέκα τελευταία χρόνια οι αλλαγές στο εκδοτικό τοπίο έχουν πολλές συνιστώσες. Στη θεματολογία των βιβλίων, στην κυριαρχία των μπεστ σέλερ, στις αγορές και τις πωλήσεις δικαιωμάτων, στον τρόπο που προβάλλονται και διαφημίζονται τα βιβλία. Μέχρι σήμερα ο μέσος όρος των τιμών ήταν 3 – 5.000 ευρώ για ένα κανονικό βιβλίο. Με εξαιρέσεις βέβαια πάντα για τα πολύ μεγάλα ονόματα. Οι εκδόσεις «Ωκεανίδα» παραδέχονται ότι το 1998 είχαν πληρώσει ένα υπέρογκο ποσό για την εποχή για το βιβλίο του Τομ Γουλφ «Ενας άντρας με τα όλα του». Τότε ο εκπρόσωπος του συγγραφέα είχε χαρακτηρίσει το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού «ιστορικό» για τα ελληνικά δεδομένα. Για τους πρωτοεμφανιζόμενους, οι Ελληνες εκδότες δεν πληρώνουν περισσότερα από 1.500 ευρώ. Το ποσόν που πωλήθηκαν τα δικαιώματα του επίσης πρωτοεμφανιζόμενου Τζόναθαν Λίτελ δηλώνει ότι όλο και περισσότερο οι σημερινοί εκδότες κυνηγούν τον επώνυμο συγγραφέα, το θορυβώδες (έως σκανδαλώδες) θέμα, το μπεστ σέλερ. Με κάθε κόστος (να επενδύσουν σ’ ένα βιβλίο που δεν πρόκειται ν’ αγγίξει το κοινό μιας άλλης χώρας), αλλά και με συνέπειες. Και προς τους μικρότερους εκδότες, οι οποίοι σταδιακά θα μένουν έξω από το παιχνίδι των γνωστών συγγραφέων, και προς τους αναγνώστες. Πώς σας φαίνεται ένα εκδοτικό τοπίο με βιβλία τύπου «Κώδικα Ντα Βίντσι»;