ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τοπιογραφία μνήμης και συναισθημάτων

Η Ελλάδα, όπως προβάλλει μέσα από τις εικόνες του κινηματογράφου της, μερικές φορές είναι πιο ελκυστική από τις ίδιες τις ελληνικές ταινίες. Από το πρόσφατο «Uranya» μέχρι το προ εικοσαετίας (και κάτι) «Δέντρο που πληγώναμε» ο ελληνικός κινηματογράφος στράφηκε αρκετές φορές στην τρυφερή παιδική ηλικία, προκειμένου να καλύψει τις ελλείψεις, τα κενά και τις αδυναμίες του με τη νοσταλγία. Κάποιες ταινίες, όμως, αποδείχτηκαν πιο ζεστές από τη χλιαρή κρούστα των αναμνήσεων, καθώς και αποκαλυπτικές: προσέδωσαν στον χρόνο μια διάσταση χωρική ανακαλύποντας στην παιδική ηλικία ένα φανταστικό καταφύγιο. Μια φανταστική και ταυτόχρονα απόλυτα αληθινή πατρίδα για τον καθένα μας.

Φανταστική πατρίδα της παιδικής ηλικίας

Σε μια από τις τελευταίες σκηνές του «Uranya» του Κώστα Καπάκα ο μικρός πρωταγωνιστής, ο ευαίσθητος Αχιλλέας που έχει στο γύψο το αριστερό του πόδι από τη φτέρνα μέχρι το γόνατο, απομακρύνεται απογοητευμένος από ένα μικρό αυθαίτερο δίπλα στη θάλασσα, όπου ζει η πόρνη του χωριού, η χυμώδης Ουρανία. Τρία ποδήλατα, τα δύο κόκκινα και το ένα μπλε, είναι πεσμένα στην άμμο, ενώ μερικοί από τους φίλους του Αχιλλέα, που έχουν βάλει χέρι στο κοινό ταμείο της παρέας (το οποίο είχε δημιουργηθεί για την αγορά μιας τηλεόρασης) κολυμπούν σε άγνωστες θάλασσες έχοντας πέσει με ορμή στην αγκαλιά της Ουρανίας.

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα χωριό της Ελλάδας το καλοκαίρι του 1969, τις μέρες που ο άνθρωπος ετοιμάζονταν πυρετωδώς να πατήσει για πρώτη φορά στο φεγγάρι. Παρότι το χωριό είναι παραθαλάσσιο, η θάλασσα εμφανίζεται ως… γκεστ σταρ στην οθόνη, όπως και η εκρηκτική Ιταλίδα ηθοποιός Μαρία Γκράτσια Κουτσινότα.

Στο «Uranya» (ο τίτλος είναι μάρκα ασπρόμαυρης τηλεόρασης) το κόκκινο και το μπλε, αποτυπωμένα «απαλά» στο σελιλόιντ για να μη δημιουργούν αντιθέσεις, χρωματίζουν μια τοιχογραφία της ελληνικής επαρχίας στα χρόνια που η χώρα ήταν στο γύψο των συνταγματαρχών. Η Ελλάδα του «Uranya» είναι θραύσματα από το παρελθόν τοποθετημένα στη σειρά σύμφωνα με τις επιταγές του σήμερα. Στα μάτια του μικρού Αχιλλέα, ο αριστερός και ο δεξιός αποτελούν αναχρονιστικές και γραφικές φιγούρες. Μοιάζουν να έχουν βγει από το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» του Σακελλάριου. Το παρελθόν, που είναι ακαθόριστο και φαντάζει πολύ μακρινό, τους κάνει να τρώγονται δίχως κανέναν ουσιαστικό λόγο, σαν ήρωες μιας φαρσοκωμωδίας. Το παρόν, ως ιλαροτραγωδία με πρωταγωνιστή έναν ασφαλίτη – καρικατούρα βασανιστή της ΕΣΑ, τους αναγκάζει να συμφιλιωθούν.

Μπλε και κόκκινο

Το «Uranya», που απογοήτευσε την κριτική και αντιμετωπίστηκε αδιάφορα από το κοινό, δεν είναι χειρότερη ταινία από το προ επταετίας εμπορικά επιτυχημένο «Peppermint» του ιδίου σκηνοθέτη. Είναι μια λιγότερο συμπαγής, αλλά πιο φιλόδοξη ως προς τις προθέσεις, ηθογραφία που έχει περισσότερα κοινά στοιχεία με τη μικροαστική και μεσοαστική Αθήνα του ’60, παρά με την ελληνική επαρχία στην οποία αναφέρεται. Στο περιθώριο της διαμάχης του ξεθωριασμένου μπλε με το επίσης ξεθωριασμένο κόκκινο η εικόνα της Ελλάδας (οι σκηνικές λεπτόμερειες, από περιοδικά μέχρι ετικέτες προϊόντων της εποχής, δίνουν και παίρνουν) μοιάζει με νεκρή φύση, που ζωντανεύει καθώς ένα μικρό παιδί βιώνει με έναν αληθινά πρωτότυπο τρόπο για τα δεδομένα του ελληνικού κινηματογράφου, τον μετεμφυλιακό διχασμό: ο μικρός Αχιλλέας είναι μπερδεμένος ανάμεσα στο όνειρο της κατάκτησης του φεγγαριού, και στα θέλγητρα της γήινης Ουρανίας. Η δε εικόνα της Αμερικής έχει δύο όψεις: τη συναρπαστική του αστροναύτη και την αστεία του εξωγήινου-Αγκνιου που «προσγειώνεται» μια μέρα στο χωριό του Αχιλλέα.

Γλυκόπικρο καλοκαίρι

Η Ελλάδα του μικρού Αχιλλέα είναι ένα μικρό αθώο ψέμα, γλυκό σαν το μακρύ ελληνικό καλοκαίρι το οποίο άφησε το καλύτερο αποτύπωμά του στην πιο διάφανη ελληνική ταινία γύρω από την παιδική ηλικία, στο «Δέντρο που πληγώναμε» του Δήμου Αβδελιώδη εν έτει 1986. Η ομορφιά αυτής της ταινίας βρίσκεται στην αλήθεια ενός παιδιού που βαδίζει προς την εφηβεία και τον κόσμο των μεγάλων, ολομόναχο και με ανάμικτα τα αισθηματά του, ανάμεσα στη σκληρή γη και το δυνατό φως του ουρανού. Ο Αβδελιώδης σε ένα μαστιχοχώρι της Χίου στις αρχές του ’60 παρακολουθεί μια παιδική φιλία που δοκιμάζεται στη διάρκεια του καλοκαιριού. Η ιστορία αρχίζει με το τέλος της σχολικής χρονιάς και διαρκεί όσο το καλοκαίρι σε ένα λιτό σκηνικό όπου πρωταγωνιστούν τα χρώματα της γης, η θάλασσα και ο ήλιος.

Η γοητεία της ταινίας βρίσκεται στη σιωπή της. Οι εικόνες είναι εύγλωττες γιατί είναι βιωματικές, και συνθέτουν μια λιτή συμφωνία συναισθημάτων, που κατακλύζουν ορμητικά την ταινία παρασύροντας στον αφρό τους την ηθογραφία. Ο μύθος (τα μικροπεριστατικά με κεντρικό πρόσωπο το παιδί, που, για να θυμηθούμε τον Τριφό, η «απόλυτη» ηθική του έρχεται σε σύγκρουση με τη «σχετική ηθική» του μεγάλου σηματοδοτώντας το τέλος της αθωότητας) εξυφαίνεται αβίαστα πάνω σε ένα ντοκιμαντερίστικο καμβά, που αφορά το μάζεμα της μαστίχας.

Το μαστιχόδεντρο δακρύζει, όπως ο μικρός ήρωας της ταινίας, από τις μικρές και βαθιές χαρακιές των ανθρώπων και γίνεται, μέσα από αυτόν τον παραλληλισμό του με το παιδί, ο βωβός πρωταγωνιστής του Αβδελιώδη. Η Χίος, που κινηματογραφεί ο Ελληνας σκηνοθέτης, είναι η πιο ρευστή εικόνα της Ελλάδας που αποτυπώθηκε ποτέ σε ελληνική ταινία. Το παιδί και η αθωότητα αποτελούν ένα πρόσχημα για την επιστροφή σε τοπίο μνήμης, εν πολλοίς φαντασιακό, όπου η ευτυχία και η δυστυχία συμπλέουν.

Το παιδί στον ελληνικό κινηματογράφο

Το παιδί στον ελληνικό κινηματογράφο είναι μετέωρο ανάμεσα σε ένα παρελθόν που το ορίζουν οι μελοδραματικές περιπέτειες του Βασιλάκη Καΐλα και σε ένα παρόν, όπου η νοσταλγία και η καλλιγραφία επιστρατεύονται, συνήθως ως ένας σίγουρος τρόπος για να συγκινήσουν τον θεατή.

Ακατανίκητοι εραστές (1988) του Σταύρου Τσιώλη. Ενα παιδί το σκάει από ένα ορφανοτροφείο της Αθήνας και συνέχεια περιπλανιέται μαζί με μια νεαρή γυναίκα στην Πελοπόννησο έχοντας ως προορισμό τη γενέθλια πόλη του, την Τρίπολη. Από τις πιο αυθεντικές ελληνικές ταινίες δρόμου.

Ο ψύλλος (1990) του Δημήτρη Σπύρου. Ενας δωδεκάχρονος μαθητής σε ένα ορεινό χωριό της Ολυμπίας γράφει και εκδίδει μόνος του μια χειρόγραφη εφημεριδούλα, τον «Ψύλλο». Ευαισθησία και νοσταλγία με φόντο την ελληνική επαρχία του ’60.

Το πεθαμένο λικέρ (1992) του Γιώργου Καρυπίδη. Η ιστορία μιας δυσλειτουργικής οικογένειας σε μια αθηναϊκή γειτονιά του ’50 μέσα από τα μάτια τριών παιδιών.

Τα δελφινάκια του Αμβρακικού (1993) του Ντίνου Δημόπουλου. Διακριτική επιστροφή ενός βετεράνου του ελληνικού κινηματογράφου με μια ηθογραφία (με αλληγορικές διαστάσεις για το έιτζ) που διαδραματίζεται σε ένα ελληνικό ψαροχώρι κατά τη δεκαετία του ’30. Δύο οχτάχρονα παιδιά γίνονται ασπίδα για ένα συνομηλικό τους αγόρι, που αντιμετωπίζεται ως μίασμα από τους συγχωριανούς του, επειδή πάσχει από φυματίωση.

Ρeppermint (1999) του Κώστα Καπάκα. Νοσταλγική επιστροφή στη δεκαετία του ’60 και στα ανέμελα παιδικά χρόνια ενός σαρανταπεντάρη -επιτυχημένου μηχανικού αεροσκάφων- που περνάει κρίση.

Το καναρινί ποδήλατο (1999) του Δημήτρη Σταύρακα. Ενας νεαρός δάσκαλος έρχεται σε σύγκρουση με τους συναδέλφους του και τον διευθυντή του, προσπαθώντας να βοηθήσει ένα δυσλεκτικό παιδί που σπρώχνεται στο περιθώριο λόγω εγκληματικής άγνοιας του οικογενειακού και σχολικού περιβάλλοντος.

Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: ο μπαμπάς μου (2002) της Πένυς Παναγιωτοπούλου. Η πιο μεστή και τρυφερή ελληνική ταινία των τελευταίων χρόνων. Ενας πιτσιρικάς που μεγαλώνει σε μια μικροαστική αθηναϊκή γειτονιά του ’50, αρνείται να πιστέψει πως ο πατέρας του πέθανε και χτίζει έναν φανταστικό κόσμο.

Πολίτικη κουζίνα (2003) του Τάσου Μπουλμέτη. Ο νόστος για τη χαμένη πατρίδα, η οποία συνεχίζει να υποδηλώνει την παρουσία της μέσα από αρώματα και γεύσεις. Ενας σαραντάρης αστροφυσικός, βυθίζεται στις αναμνήσεις κατά την επίσκεψή του στη γενέθλια πόλη του, την Κωνσταντινούπολη. H μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία από συστάσεως ελληνικού κινηματογράφου.