ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Συμφωνία για θέατρο – χορό

Καθολική συναίνεση για την ανάγκη δημιουργίας ενός Εθνικού Κέντρου Θεάτρου και Χορού προέκυψε από την άτυπη συνάντηση του υπουργού Πολιτισμού Γιώργου Βουλγαράκη με καταξιωμένους καλλιτέχνες, το μεσημέρι της περασμένης Παρασκευής. Το προσχέδιο νόμου που έχει ήδη περάσει από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή της Βουλής παρέχει πλήρη αυτονομία στο υπό ίδρυση Κέντρο. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα διορίζεται μεν από τον εκάστοτε υπουργό Πολιτισμού, αλλά θα αφήνεται εντελώς ελεύθερο στις αποφάσεις του. Ετσι, για παράδειγμα, ο διορισμός των γνωμοδοτικών επιτροπών και οι αποφάσεις που αυτές θα παίρνουν, δεν θα προϋποθέτουν οποιαδήποτε κυβερνητική εμπλοκή ή έγκριση.

Η συνάντηση έγινε εν όψει της κατάθεσης του νομοσχεδίου στην ολομέλεια του Κοινοβουλίου στις αρχές του νέου έτους. Συμμετείχαν άνθρωποι τόσο από το θέατρο όσο και από τον χορό: Λευτέρης Βογιατζής, Θόδωρος Τερζόπουλος, Βασίλης Παπαβασιλείου, Γιάννης Χουβαρδάς, Αντώνης Αντύπας, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Νικηφόρος Παπανδρέου, Απόστολος Βέττας, Σπύρος Ευαγγελάτος, Ντένη Ευθυμίου, Αποστολία Παπαδαμάκη, Ευφροσύνη Πρωτόπαπα, Ζωή Δημητρίου, Φώτης Νικολάου.

Πρώτος πήρε το λόγο ο υπουργός Πολιτισμού, ο οποίος τόνισε την ανάγκη να υπάρξει ένα συγκροτημένο όργανο, το οποίο να δει τα του θεάτρου «από πλευράς πολιτικής, από πλευράς χρηματοδοτήσεων, από πλευράς δικονομίας και από πλευράς εμπλοκής με το υπόλοιπο υπουργείο». Ο κ. Βουλγαράκης πρόσθεσε ότι στον κυβερνητικό σχεδιασμό υπάρχει το πρότυπο μηχανισμών όπως είναι το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. «Αυτοί οι μηχανισμοί δρουν συμπληρωματικά με το υπουργείο και έχουν δώσει κάποια θετικά αποτελέσματα. Δεν λέω τα τέλεια, λέω, όμως, κάποια», διευκρίνισε. «Κατά όμοιο τρόπο σκεφτήκαμε να δημιουργήσουμε ένα Κέντρο Θεάτρου στο οποίο εντάξαμε και το χορό διότι ο χορός είναι μία σπουδαία ιστορία που δεν έχει προσεγγιστεί στην Ελλάδα όπως θα έπρεπε. Φιλοδοξώ κάποια στιγμή ο χορός να αποτελέσει μόνος του ένα Κέντρο».

Παρεμβάσεις καλλιτεχνών

Ακολούθησαν οι παρεμβάσεις των καλλιτεχνών που, χωρίς εξαιρέσεις, είχαν μια κοινή συνισταμένη: την υποστήριξη της πρωτοβουλίας και την ευχή να υλοποιηθεί το συντομότερο δυνατό. Ο Γιάννης Χουβαρδάς επέμεινε στην ανάγκη αυτονομίας του Κέντρου για να λάβει τη διαβεβαίωση του υπουργού ότι θα υπάρξει σχετική διευκρίνιση στην τελική μορφή του νομοσχεδίου. Ο Σπύρος Ευαγγελάτος αναφέρθηκε στο θέμα της επάνδρωσης του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου, με άξιες προσωπικότητες του χώρου, ζητώντας «να μην έχουν καμία σχέση πρακτική με το αντικείμενο επί μία πενταετία. Να μην είναι συγγραφείς, να μην είναι μεταφραστές, να μην είναι ηθοποιοί, να μην είναι μουσικοί». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος επανέλαβε «να μην είναι μέσα στην Επιτροπή άνθρωποι, οι οποίοι συναλλάσσονται επαγγελματικά με θιάσους ή θιάσους που θέλουν να συναλλάσσονται με μέλη της Επιτροπής επαγγελματικά, για να εξασφαλίζουν επιχορηγήσεις». Ο Βασίλης Παπαβασιλείου, με τη σειρά του, ζήτησε την υπαγωγή και των Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων στις αρμοδιότητες του Κέντρου Θεάτρου.

Προσδοκίες

Πολλές προσδοκίες γεννά το Κέντρο στους ανθρώπους του χορού. Εγινε σαφές από την τοποθέτηση της Αποστολίας Παπαδαμάκη που αρχικά αναφέρθηκε στο ζοφερό τοπίο των ελληνικών ομάδων χορού: «Το 50% του συνόλου των χρημάτων που δίνονται στις ομάδες του χορού πάει στο ενοίκιο των αιθουσών. Ενα 10% πάει στον εξοπλισμό που οι αίθουσες συνήθως δεν διαθέτουν γιατί δεν έχουν πάτωμα για χορό». Ετσι μοιραία η συζήτηση οδηγήθηκε στο θλιβερό γεγονός ότι δεν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες για παραστάσεις, με αποτέλεσμα οι κρατικές επιχορηγήσεις να χρηματοδοτούν αυτού του είδους τα ελλείμματα. «Τα χρήματα να πηγαίνουν σε ανθρώπους που εργάζονται για το χορό, τους χορευτές», συμπλήρωσε.

Η συνάντηση έκλεισε με τον υπουργό Πολιτισμού να ανακεφαλαιώνει: «Το Κέντρο αυτό είναι εν τω γενέσθαι. Κατ’ αρχήν και εφόσον υπάρξει θα υποστηριχθεί. Δεύτερον, έχω στο μυαλό μου ένα χώρο που θα στεγαστεί. Τρίτον, έχω προσδιορίσει το πώς θα λειτουργεί». Και κατέληξε ότι το Κέντρο «θα βάλει μία τάξη σε ένα τοπίο το οποίο σήμερα που μιλάμε είναι εντελώς «χύμα».