ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διασκευαστές και διασκεδαστές

Στ. Σ. Τσακίρης
Ο άνθρωπος-ελέφαντας
Σκην.: Σ. Σ. Τσακίρης
Θέατρο: Σύγχρονο θ. Αθήνας

Θοδ. Γκόνης-Κ. Λειβαδάς
Εχω άνθρωπο
Σκην.: Θοδ. Γκόνης
Θέατρο: Μουσική Σκηνή Ζυγός

«Οταν τελειώνει το κορμί μην το πετάτε

Οπως πετάτε τ’ αποφάγια

Αφήστε το να γίνει

Μια καινούργια μαργαρίτα

Γιατί ο μόνος θάνατος του ανθρώπου

Είναι ο θάνατος της βούλησης».

Δημ. Ποταμίτης

«Ενα δέντρο που νομίζει πως είναι πουλί», 1974

Το 1980-81, ο αξέχαστος φίλος, σκηνοθέτης (καλύτερος), ηθοποιός και ποιητής Δημ Ποταμίτης, πάντα γεμάτος πνευματική και θεατρική αγωνία και ήθος, είχε ανεβάσει τον «Ανθρωπο-Ελέφαντα» του Μπέρναρ Πόμερανς. (Ως μεγάλη του επιτυχία, αργότερα το επανέλαβε). Σ’ ένα απλούστατο σκηνικό που άλλαζε με δυο – τρία πρατικάμπιλι, ο Ποταμίτης είχε αφηγηθεί ρομαντικά κι ανθρώπινα την αληθινή ιστορία του φρικτά παραμορφωμένου αλλά γεμάτου βούληση και όραμα πανευαίσθητου Τζον Μέρικ, που συγκίνησε κατά τα τέλη του 19ου αιώνα την αγγλική κοινωνία, αφού πρώτα κινητοποίησε το ουμανιστικό αλλά και επιστημονικό ενδιαφέρον του γιατρού Τρεβς και του νοσοκομείου του Λονδίνου.

Φέτος, ο Γιάν. Βούρος, αφειδώλευτος παραγωγός, ανέθεσε το εγχείρημα στον Στ. Τσακίρη, ο οποίος συνέθεσε ένα δικό του έργο, βασισμένο μάλλον στο βιβλίο «Ο άνθρωπος ελέφαντας και άλλες αναμνήσεις» (1923) του πραγματικού γιατρού Τρεβς, παρά στη θεατροποίηση του Πόμερανς. Το σκεπτικό τώρα μοιάζει να ήταν περισσότερο η προβολή της σημερινής ανθρώπινης αγριότητας απέναντι σ’ ένα δυσπλαστικό ον και δευτερευόντως το δικαίωμα του τελευταίου στην αξιοπρέπεια. Δεκτόν, ως πιο σύγχρονη αντίληψη. Και ενώ σε όλο το πρώτο μέρος ο κ. Τσακίρης έδρασε, κειμενικά και σκηνοθετικά, με νεύρο, δυναμισμό, καταιγιστικούς ρυθμούς, πετυχαίνοντας, μαζί με τις αρμόδιες μουσικές, μια «σκληρή» παράσταση με στοιχεία ροκ, στο δεύτερο μέρος έχασε τον έλεγχο του υλικού του, φλυάρησε, θεωρητικολόγησε και κούρασε το κοινό. Ουσιαστική δράση στο β΄ μέρος συνιστούν τρία-τέσσερα γερά περιστατικά μέχρι τον θάνατο του Μέρικ, που δικαιολογούν το ήμισυ της διάρκειάς του. Επίσης δεν κατάλαβα γιατί το τεράστιο σκηνικό με ντουλάπες, κρύπτες, γρίλιες, συρόμενα παραβάν, «σιδερένιους» εξώστες και οχληρά διαρκώς μετακινούμενες επιφάνειες, γιατί λοιπόν ήταν απαραίτητο ώστε να φανούν τα συναισθηματικώς ουσιώδη.

Το ανοικονόμητο σκηνικό που δυστυχώς έσπρωχνε τους ηθοποιούς προς τα πίσω, θάμπωνε την εικόνα τους και αραίωνε την ακουστική πρόσληψη υπογράφει η Ελλη Παπαγεωργακοπούλου (έξοχα όμως τα κοστούμια της) αλλά πιστεύω ότι λόγω horror vacui, τέτοιο το θέλησε ο σκηνοθέτης. Και έτσι όμως, παρ’ όλες τις εξ αυτού δυσκολίες, ο Παν. Μανούσης το φώτισε με έμπνευση και τεχνική. Ο Γιάν. Βούρος διέπλασε σοφά στο κινησιολογικό μέρος τον άνθρωπο-ελέφαντα και περαιτέρω τον έδωσε με εικαστική συνέπεια και ψυχογραφούσα ευαισθησία. Θα μπορούσε να αποφύγει τη μάσκα. Μικρή παραμόρφωση του προσώπου θα άφηνε τη φαντασία του θεατή να συμπληρώσει τα υπόλοιπα. Ορθά όμως κράτησε την φυσική του ομιλία γιατί κάθε νατουραλίστικη απόδοση θα μας αποσπούσε απ’ την ουσία του ρόλου.

Οι ερμηνείες

Ο γιατρός Τρεβς του Μάν. Ζαχαράκου οδηγήθηκε εξαιρετικά από τον σκηνοθέτη σ’ ένα έγκυρο επιστημονικό προφίλ, σε άσφαλτους τονισμούς και αισθήματα κι έτσι ο νέος ηθοποιός παρουσίασε ένα εξαιρετικό σύνολο απ’ αρχής μέχρι τέλους. Μια εντυπωσιακή γκάμα ερεθιστικών αμφιθυμιών, απ’ το εφιαλτικό, το απάνθρωπο και το γκροτέσκο μέχρι το υπόρρητα φιλάνθρωπο χάρισε στον εκμεταλλευτή-κράχτη του Μέρικ ο Μπ. Γιωτόπουλος, ορθώνοντας μπριλάντικη ερμηνεία. Ο Μ. Ρευματάς (διευθυντής του νοσοκομείου) είχε ρόλο στα μέτρα του και επαλήθευσε πλήρως την επιλογή του. Η προϊσταμένη αδελφή της Τατ. Παπαμόσχου, κάπως militaire, παραήταν «αντισηπτική»: ξέχασε πως είναι η μόνη που ειλικρινά πονάει τον Μέρικ. Η Ελισ. Μουτάφη έκανε αισθητή τη βαμπ παρουσία τής μεγάλης ηθοποιού της εποχής κυρίας Κένταλ, που πλησιάζει με ερωτικό οίκτο το «τέρας». Νομίζω ωστόσο πως ο ρόλος μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί περισσότερο σε βάθος από τον σκηνοθέτη. Στην νέα Ευτ. Γιακουμή οφείλεται μια απ’ τις δυνατότερες στιγμές της παράστασης, όταν «βιάζει» τον Μέρικ. Ο Στ. Νένες (συνωμότης) έχει ακόμη να ξεπεράσει βασικά ζητήματα τεχνικής.

Ας μην παρεξηγηθώ: δεν μίλησα για κακή παράσταση. Αλλά, θεός του θεάτρου η Αγία Ψαλίς. Εδώ ο Πάουντ «χειρούργησε» τον Ελιοτ!

«Εχω άνθρωπο»

Πολιτικοποιημένος κειμενογράφος και αισθαντικός, απροσδόκητος στιχουργός, ο Θοδ. Γκόνης έστησε με λεπτότητα μια μουσικοθεατρική παράσταση, επικουρούμενος από την αξιοπρόσεκτη μουσική του Κ. Λειβαδά, ιδίως δε από τη στέρεη λυρική τεχνική της «ποικίλης» τραγουδίστριας Γιώτας Νέγκα. («Εχω άνθρωπο» στον Ζυγό της Πλάκας). Κείμενα «μπουατίστικα» διδάχθηκε και ενωτίστηκε προσεκτικά η ηθοποιός Σύρμω Κέκε. Η εναλλαγή απαγγελιών, θεατρικών μονολόγων ή και μονοπρόσωπων σκετς με την πρωτότυπη μουσική εργασία απαγόρευσαν στον θεατή-ακροατή να πλήξει. Ισα ίσα του κρατούσαν συνεχώς ζωηρό το ενδιαφέρον και του εξήπταν την περιέργεια για τα επόμενα.

Στο β΄ μέρος η καλή τραγουδίστρια ανέλαβε να ξεναγήσει τους ενδιαφερομένους στα αναγνωρίσιμα «αγκωνάρια» της ελληνικής λαϊκής μουσικής.

Βασική αιτία της ημιαρμόδιας αναφοράς μου η αδυναμία μου στη σύμπραξη λόγου και μουσικής, εν προκειμένω αντιπροσωπεύουσα τολμηρά μια ελληνική διαμαρτυρόμενη rive gauche, που τόσο αναπολούμε τα προ πολλού εκπνεύσαντα αιτήματα και την αισθητική της.