ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οψεις

Παρ’ όλα όσα έχουν ειπωθεί για εκείνον αιώνες τώρα, μία άλως μυστηρίου περιβάλλει ακόμα τον Ιησού, που τη γέννησή του γιορτάσαμε πριν από λίγες μέρες. Ενας μεγάλος θεολόγος των αρχών του 20ού αιώνα είπε: «Ερχεται σ’ εμάς σαν άγνωστος, χωρίς όνομα». Για τον Αλμπερτ Σβάιτσερ, εκείνο που τελικά βρήκε στον Ιησού σήμανε το τέλος της θεολογίας και την αρχή της πρακτικής δράσης. Μας λέει ότι έπειτα από χρόνια επίμοχθης έρευνας για το νόημα της χριστιανικής διδασκαλίας, αποφάσισε να γίνει γιατρός για να μπορεί να εργάζεται χωρίς να μιλάει. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι πρόκειται για μια ασυνήθιστη απάντηση στο αίνιγμα του Ιησού, ιδίως στους κόλπους της Εκκλησίας.

Εκείνος που έρχεται σ’ εμάς χωρίς όνομα εξακολουθεί να προκαλεί χειμάρρους ομιλίας, που σε μεγάλο μέρος απευθύνονται σε αντίπαλες ερμηνείες της ταυτότητάς του. Οποιος παρακολούθησε φέτος τα γραφόμενα στον Τύπο θα έχει εισπράξει πολλές πληροφορίες για τις τρέχουσες διχογνωμίες στους κόλπους της χριστιανοσύνης, μεταξύ αυτών το αν πρέπει να χειροτονούνται ομοφυλόφιλοι ιερείς. Αν αγνοήσουμε όμως τον Ιησού εξαιτίας της λογοδιάρροιας των πιστών του, σημαίνει ότι αδυνατούμε να αντιμετωπίσουμε μία από τις πιο συναρπαστικές φυσιογνωμίες της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Το θέτω με αυτό τον τρόπο, γιατί είτε υπήρξε ο Ιησούς είτε όχι, είτε ήταν υιός του Θεού είτε όχι, εξακολουθεί να είναι παρών σε ένα βιβλίο που μπορεί ακόμα να ταράξει τις συνειδήσεις μας. Αν αφήσουμε τη μεταφυσική διάσταση του Ιησού στους θεολόγους, τι είναι αυτό που αξίζει να προσέξουμε σ’ εκείνον, ιδιαίτερα αν είμαστε αλλεργικοί στη θρησκευτική φλυαρία;

Πιστεύω ότι υπάρχουν τρία πανίσχυρα στοιχεία στη διδασκαλία του που είναι ανθεκτικά στο χρόνο και μας προσφέρουν διδάγματα σήμερα. Το πρώτο είναι η στάση του απέναντι στους νόμους και τους εθιμικούς κανόνες με τους οποίους έχουμε επιλέξει να οργανώνουμε τις κοινωνίες μας. Δημιουργήθηκαν για να μας βοηθούν να ζούμε καλά, εκείνος όμως γνώριζε ότι αν δεν τηρούνται με ευελιξία και με επίγνωση της προσωρινής φύσης τους, μπορούν εύκολα να γίνουν ανόητοι και τυραννικοί.

Ηθελε να είμαστε πάντα σε ετοιμότητα για τη στιγμή όπου η ανθρώπινη ευημερία θα υπηρετούνταν όχι με τη συμμόρφωσή μας αλλά με την εγκατάλειψη τέτοιων κωδίκων. Αυτό ήταν το δίδαγμα της παραβολής του Καλού Σαμαρείτη, ο οποίος παραβίασε μια κεντρική απαγόρευση της θρησκείας του για να βοηθήσει ένα συνάνθρωπό του που κινδύνευε.

Είναι μια απλή διδαχή, αλλά έχει βαθύτατα ριζοσπαστική σημασία για τη δημόσια ζωή. Για παράδειγμα, αν είχε εφαρμοστεί στους λανθασμένους νόμους που ισχύουν στη Βρετανία για τα ναρκωτικά, τέσσερις νεαρές γυναίκες στο Ιπσγουιτς θα ήταν ζωντανές σήμερα. Αναγκάζοντας τους τοξικοεξαρτημένους να πουλάνε το σώμα τους ή να κλέβουν για να ικανοποιήσουν τον εθισμό τους, ενώ θα μπορούσαν να τους συνταγογραφούν ηρωίνη και να τους βοηθούν να σταθούν στα πόδια τους, το κράτος φαίνεται να δίνει μεγαλύτερη αξία σε έναν αυθαίρετο νόμο παρά στην ιερότητα της ανθρώπινης ζωής. Αυτό ήταν το είδος της σκληρόκαρδης τρέλας απέναντι στην οποία ήταν αταλάντευτα επικριτικός ο Ιησούς. Ιστορικά, τα παραδοσιακά θύματα αυτής της αδιαλλαξίας είναι πάντα τα πιο ευάλωτα μέλη της κοινωνίας.

Ακόμα πιο δύσκολο σε μας είναι να δεχθούμε την έκκληση του Ιησού να αγαπάμε τους εχθρούς μας. Ο Τζορτζ Στάινερ μίλησε πολύ συγκινητικά γι’ αυτό: «Η βαθύτατα φυσική ενόρμηση να εκδικούμαστε για την αδικία, την καταπίεση και τον χλευασμό έχει τη θέση της στον Οίκο του Ισραήλ. Η άρνηση να λησμονήσουμε την προσβολή και την ταπείνωση μπορεί να ζεσταίνει την καρδιά. Η έκκληση του Χριστού για ολοκληρωτική αγάπη, για αυταπάρνηση απέναντι στον επιτιθέμενο, είναι, από οποιαδήποτε άποψη, κάτι τρομακτικό. Το θύμα οφείλει να αγαπάει τον χασάπη. Τερατώδης πρόταση, αλλά που εκπέμπει άσβεστο φως. Πώς θα μπορέσουν ποτέ οι θνητοί να την εφαρμόσουν;»

Πώς, αλήθεια; Γνωρίζουμε, όμως, τις όλο και πιο τρομερές συνέπειες της αδυναμίας μας να ανταποκριθούμε σ’ αυτή την τερατώδη πρόταση αγάπης. Αυτό που ο Στάινερ αποκαλεί βαθύτατα φυσική ενόρμηση να εκδικούμαστε για την αδικία, μάς έχει παγιδεύσει σ’ ένα φαύλο κύκλο βίας που απειλεί να εξελιχθεί σε παγκόσμια σύγκρουση. Η έκκληση του Ιησού να αγαπάμε τους εχθρούς μας μπορεί να είναι ανθρωπίνως ανέφικτη, το παράδοξο όμως είναι πως, αποτυγχάνοντας να την εφαρμόσουμε, μπορεί να καταλήξουμε να καταστρέψουμε τον εαυτό μας μαζί με εκείνους που μισούμε.

Ο Γκράχαμ Γκριν στο σπουδαίο μυθιστόρημά του «Η δύναμη και η δόξα» τόνισε ότι το μίσος οφείλεται στην ανάπηρη φαντασία. Αδυνατώντας να φανταστούμε τον εαυτό μας στη θέση ανθρώπων που η ζωή και η κουλτούρα τους είναι ξένες στη δική μας εμπειρία διακινδυνεύουμε να γκρεμίσουμε το σπίτι της κοινής μας ανθρώπινης φύσης και να θαφτούμε στα ερείπια. Μία από τις πιο οδυνηρές ειρωνείες του καιρού μας είναι η αδυναμία του Τζορτζ Μπους και του Τόνι Μπλερ -δύο περίοπτων χριστιανών του σημερινού κόσμου- να δώσουν δείγματα πολιτιστικής φαντασίας προσεγγίζοντας τους εχθρούς τους.

Η ανικανότητά μας να ανταποκριθούμε στην «τερατώδη» πρόταση να αγαπάμε τους εχθρούς μας είναι αυτό που κάνει το τρίτο στοιχείο στη διδασκαλία και το υπόδειγμα του Ιησού τόσο συγκινητικό. Γνώριζε ότι η δύναμη πάντοτε μας διαφθείρει, ότι καταστρέφει το ευάλωτο ηθικό μας αισθητήριο. Το έχουμε διαπιστώσει αυτό οι ίδιοι εδώ και αιώνες και έχουμε προσπαθήσει να δημιουργήσουμε αντίβαρα εναντίον αυτού του μοιραίου εθισμού στην εξουσία. Με πολύ αμφιλεγόμενα αποτελέσματα. Η δυσπιστία του Ιησού απέναντι στην εξουσία ήταν τόσο απόλυτη που μόνον οι αληθινά απόκληροι θα μπορούσαν να ανταποκριθούν σ’ αυτήν. Είναι άλλη μια «τερατώδης» πρόταση. Ωστόσο, μέρος της παράδοσής μας όσον αφορά τον Ιησού, που ισχύει έως σήμερα, είναι η συμπόνια του για εκείνους που βρίσκονται σε θέση εξουσίας και που αναπόφευκτα διαφθείρονται από αυτήν.

Η τελειότερη έκφραση αυτής της συμπόνιας βρίσκεται στον μύθο του Ντοστογιέφσκι για τον Μεγάλο Ιερτοεξεταστή που τον αφηγείται στους «Αδελφούς Καραμαζόφ». Στη διάρκεια της Ιεράς Εξέτασης στην Ισπανία, ο Ιησούς έρχεται στην Σεβίλλη. Οι Σεβιλλιάνοι ενστικτωδώς αναγνωρίζουν τον άνθρωπο χωρίς όνομα και αναζητούν τις συμβουλές του. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής τον συλλαμβάνει και πηγαίνει να τον επισκεφθεί στη φυλακή. Σε έναν μακροσκελή μονόλογο, τονίζει ότι οι άνθρωποι δεν θέλουν την ελευθερία που τους έφερε ο Ιησούς. Θέλουν την ασφάλεια ενός εξουσιαστικού συστήματος, περιλαμβανόμενης και της αναπόφευκτης διαφθοράς. Ποτέ δεν θα μπορέσουν να ακολουθήσουν τον δρόμο της ελευθερίας και της συμπόνιας του Ιησού. Οταν ο γέροντας ιεροεξεταστής τελειώνει τον μονόλογό του, ο Ιησούς δεν λέει τίποτα, αλλά τον πλησιάζει και τον φιλάει «στα ωχρά, γέρικα χείλη του».

Βλέπουμε εδώ μια κατανόηση της ανθρώπινης φύσης που είναι ταυτοχρόνως άγρια επιθετική και τρυφερά συγχωρητική. Γι’ αυτό, ακόμα τόσοι άνθρωποι έλκονται από τον Ιησού, έστω κι αν έχουν από καιρό εγκαταλείψει τον θεσμό που κουβαλάει τη μνήμη του. Χιλιάδες συρρέουν στις εκκλησίες τις γιορτινές μέρες, συχνά χωρίς να ξέρουν γιατί, ανταποκρινόμενοι ενστικτωδώς σε κάτι για το οποίο δεν έχουν όνομα να δώσουν. Ο ποιητής Τζορτζ Μακέι Μπράουν, που είχε κατανοήσει αυτή τη γοητεία, το εξέφρασε με πολύ καίριο τρόπο:

Ποιος είναι ο άνθρωπος στο τελευταίο φως,

Στη λάμψη της φωτιάς, στους βράχους της ακτής

που ψάρια ψήνει στο τσουκάλι;

Είναι ο άνθρωπος που κάρφωσαν

Στο πεθαμένο δέντρο.