ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Προσωπα

Υποτίθεται ότι τούτες οι μέρες είναι απολογιστικές. Συνήθως, το τέλος ενός χρόνου (ανθρώπινου, δυστυχώς, χρόνου) αποτελεί κλασικό σημείο αναφοράς των πεπραγμένων. Ολοι επιχειρούμε να στοιβάξουμε μέσα σε λίγες στιγμές την ομορφιά και την ασχήμια της χρονιάς που αφήνουμε. Να θυμηθούμε πού κάναμε λάθος και πού δώσαμε τον καλύτερο εαυτό μας… αν τον δώσαμε τελικά. Ποιον προσβάλαμε, ποιον κοροϊδέψαμε, για ποιον πονέσαμε και με ποιους περάσαμε καλά. Αν κατρακυλήσαμε στην κλίμακα του ήθους ή αν προσθέσαμε αξίες στη ζωή μας. Αν εξοργιστήκαμε με το απρόσωπο κράτος, τις εξίσου απρόσωπες δημόσιες υπηρεσίες, αν νιώσαμε να σμικρύνεται το είναι μας μπροστά στην τηλεοπτική αναλγησία και αν δηλώσαμε στον έκπληκτο εαυτό μας ότι «εμείς μπορούμε και καλύτερα».

Νομοτελειακά, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, παρ’ ότι το προσπερνάμε αδιάφοροι, τινάζουμε από πάνω μας ένα ακόμη νεολαιίστικο κομμάτι του εαυτού μας και μέσ’ στην καλή χαρά εισχωρούμε όλο και πιο βαθιά στο κανάλι του αντίστροφου χρόνου. Λένε ότι δεν είναι ο άνθρωπος για πισωγυρίσματα. Στοχεύει κατευθείαν μπροστά και ακόμη κι αν ήξερε ότι την τάδε ημέρα και ώρα θα παραδώσει το πνεύμα του στο Υψιστο, ακόμη και τότε, δεκάρα δεν θα ‘δινε για να επιβραδύνει την πορεία του. Ετσι, λοιπόν, και ο απολογισμός του καθενός μας. Βιαστικός, σχεδόν εθιμοτυπικός. Μέχρι εκεί που πατάει η γάτα. Αλλωστε, αποτελεί τον κανόνα να υποστηρίζουμε μανιωδώς τη διεύρυνση και όχι την εμβάθυνση… του εαυτού μας.

Φταίει το κλίμα των ημερών, η γιορταστική ατμόσφαιρα που δεν αφήνει περιθώρια για ενδοσκοπήσεις. Είναι και τα ψώνια, η πίεση, το άγχος να ικανοποιήσεις ανύπαρκτες ανάγκες της στιγμής, τρελές επιθυμίες, ίσα για να πεις ότι ήσουν κι εσύ εκεί… στο μαγαζί δηλαδή και στο τέλος, το βράδυ της παραμονής να αισθανθείς ότι πάνω σου καρφώνονται ατέλειωτα φιλικά ή και ζηλόφθονα βλέμματα.

Είναι επίσης ο μπελάς με τις εξόδους που σου αμβλύνουν το χρόνο περισυλλογής. Σε ποιους θα πας, ποιους θα «πουλήσεις», αν χωράνε όλοι γύρω από το μικρό σου τραπέζι σε περίπτωση που αποφασίσεις εσύ να «διεξιωθείς» τους άλλους, αν θα πρέπει να συμμετέχει και η γιαγιά στη συνεστίαση ή μήπως να μείνει καλύτερα μόνη στο δωμάτιό της, ασάλευτη, κουρασμένη και συγχρόνως τόσο διψασμένη για ζωή; (Ποιος θα την ταΐσει, ποιος θα της κρατήσει τα τρεμάμενα χέρια, ποιος θα της σκουπίσει το δάκρυ που θα προσπαθεί απεγνωσμένα να κρύψει; Προφανώς κάτι ηρωικές Ουκρανές και Γεωργιανές που τα τελευταία χρόνια έχουν επωμιστεί το βάρος του «ξεχειμωνιάσματος» των παππούδων και των γιαγιάδων μας.)

Οι μέρες αυτές αποτελούν τη… χαρά των καταστημάτων με μικροδώρα. Μικροκατασκευές, διακοσμητικά πραγματάκια, περιττές φιγούρες στις εταζέρες. Τα μικροπράγματα κοιτούσα προ ημερών στις βιτρίνες και σκεπτόμουν τι θα ‘πρεπε να αγοράσω, σε ποιον και γιατί. Τελικά προτίμησα να αγοράσω βιβλία, το σίγουρο δώρο, το δώρο που δεν σε προδίδει εύκολα, το πολύ πολύ να αραχνιάσει κι αυτό σε κάποιο ράφι.

Θα ‘θελα όμως εδώ να ανοίξω μια μεγάλη παρένθεση με αφορμή τα βιβλία. «Τω αγνώστω συγγραφεί» θα τιτλοφορούσα την παρένθεση, θέλοντας να παρατηρήσω ότι κυκλοφορούν εκατοντάδες καινούργια βιβλία Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, με εντυπωσιακά εξώφυλλα, με συνόψεις στο πίσω μέρος, με βιογραφικά… εν πάση περιπτώσει εκατοντάδες βιβλία. Στέκεσαι μπροστά στους πάγκους και αναρωτιέσαι ποιος είναι αυτός, ποιος είναι ο άλλος. Για να δούμε με τι καταπιάνεται ο τάδε. Μα καλά πότε πρόλαβε νέος άνθρωπος να συσσωρεύσει τόσες εμπειρίες για να γράψει; Για δες, είναι μυθιστόρημα και μάλιστα τεράστιο. Ετούτο πάλι μοιάζει με αυτοβιογραφία. Λες να μας αποκαλύπτει συγκεκαλυμμένα τη ζωή του;

Βιβλία πολιτικά, κοινωνικά, νουβέλες, δοκίμια… Ο άνθρωπος γράφει συνεχώς, ακατάπαυστα. Περιγράφει τη ζωή του, καταγράφει το ευφάνταστο του μυαλού του, ακροβατεί. Εκφράζει συναισθήματα, πόνο πολύ, χαρά, ερωτική ορμή, σεξουαλικές φαντασιώσεις, τα ένστικτά του τα εγκληματικά, τον πρωτογονισμό του. Εκτίθεται σε ένα κοινό που δεν έχει μάθει να είναι επιλεκτικό και που σπανίως διαλέγει ένα βιβλίο γιατί πραγματικά πιστεύει ότι αξίζει τον κόπο. Το μάρκετινγκ φροντίζει γι’ αυτόν.

Τι προκαλεί, όμως, αυτή τη συσσώρευση στους πάγκους; Ποιος αγοράζει μετά μανίας βιβλία; Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι στις ατομιστικές κοινωνίες, στις οποίες ζούμε, ο άνθρωπος έχει αποποιηθεί τη συλλογική εργασία. Παλιότερα, η ανθρωπότητα προχωρούσε συλλογικά και κάποιες προσωπικότητες ξεχώριζαν, λαμποκοπούσαν. Σήμερα που αυτός ο τρόπος λειτουργίας έχει μάλλον ακυρωθεί, ο συγγραφέας επιδιώκει τη διάκριση μέσα από τη συγγραφή ενός βιβλίου. Θέλει να ακουστεί το όνομά του. Να γίνει διασημότητα και μάλιστα νωρίς στη ζωή του. Ας είναι και στιγμιαία, όπως επιτάσσει η μόδα. Δεν ενδιαφέρεται για το διαχρονικό της συγγραφικής του δεινότητας. Αρκεί να βρεθεί σ’ έναν κύκλο… δήθεν διανοουμένων και κάποιος σφίγγοντάς του το χέρι, να του πει τις μαγικές προτάσεις: «Α, διάβασα το βιβλίο σας, πολύ ενδιαφέρον. Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο;»

Εχουμε συναντηθεί με σπουδαία σύγχρονα βιβλία, με σπουδαίους σύγχρονους συγγραφείς. Δεν θα πρέσβευα ποτέ την άποψη ότι οφείλουμε να μένουμε κολλημένοι στο παρελθόν, στους κλασικούς συγγραφείς, στα αρχαία κείμενα. Η ζωή εξελίσσεται και είναι στο χέρι του καθενός να δοκιμάζει τις αντοχές τις δικές του, αλλά και τις δικές μας. Αν είναι ο συγγραφέας να χαθεί στη χοάνη του ανταγωνισμού ή των μικροσυμφερόντων ή της πνευματικής του ένδειας, ας χαθεί. Θα ‘χει κρατήσει κάτι πολύ σημαντικό μέσα του: τη σύγκρουση με τη διττή προσωπικότητά του.

Παρόμοια συγγραφική φρενίτις επικρατεί και στη Γαλλία. Θα σας μεταφέρω την εισαγωγή κειμένου στο γαλλικό περιοδικό Μαριάν, εν είδει ανεκδότου: «Η σκηνή διαδραματίζεται σ’ ένα παρισινό διαμέρισμα εκδότη μόδας, όχι μακριά από τους κήπους του Λουξεμβούργου. Δημοσιογράφοι, συγγραφείς και επαγγελματίες στον τομέα των εκδόσεων είναι καλεσμένοι σε δείπνο. Μέση ηλικία: 28 ετών. Ο καθένας μιλάει για το βιβλίο του, γι’ αυτό που θα εκδοθεί ή ήδη έχει εκδοθεί ή γι’ αυτό που θα γράψει. Ξαφνικά, τα βλέμματα στρέφονται προς μια νεαρή, σιωπηλή γυναίκα: Κι εσείς μαντεμουαζέλ, έχετε δημοσιεύσει κάποιο ρομάντσο; Κι εκείνη: Το σκέπτομαι, αλλά δεν έχω βρει ακόμη το θέμα. Ο εκδότης παρεμβαίνει και της λέει: Λοιπόν, μια ωραία νέα γυναίκα σαν κι εσάς έχει ζήσει παθιασμένα έως τώρα. Διηγηθείτε τις περιπέτειές σας, τα πάθη σας και σας εγγυώμαι ότι θα είστε καλεσμένη του οίκου…» Τόσο απλά.

Κατεβάζοντας τα ρολά του 2006, θα ‘θελα να σας ευχηθώ τα χίλια μύρια όσα. Κι αν μπορούσα να μπω στο πετσί του Αη Βασίλη δεν θα σας μοίραζα δώρα, αλλά μικροσκοπικές πυγολαμπίδες να σας καθοδηγούν τις ώρες της μεγάλης φουρτούνας, αλλά και τις ώρες του πιο σπουδαίου απολογισμού σας. Καλή Χρονιά.