ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μαρία η άσχημη: η νέα Σταχτοπούτα

Μια από τις εκπλήξεις του φετινού τηλεοπτικού πρωταθλήματος είναι η «Μαρία η άσχημη» (Mega), μια καθημερινή σειρά με υψηλή τηλεθέαση και μεγάλη απήχηση -και όχι μόνο στον κοριτσίστικο πληθυσμό. Τεράστια μυωπικά γυαλιά, σιδεράκια στα δόντια, αχνό μουστακάκι, φρύδια σαν του Οδυσσέα Ανδρούτσου, μαλλιά κατσιασμένα, ρούχα που μοιάζουν να έχουν ξεμείνει από την εποχή της ΟΥΝΡΑ: δεν χρειάζονται περισσότερα ώστε μια νέα και χαριτωμένη κοπέλα να μεταμορφωθεί σε θηλυκό Κουασιμόδο. Με την πρώτη ματιά, ο τηλεθεατής αντιλαμβάνεται ότι η ασχήμια της Μαρίας είναι κάτι σαν αποκριάτικη μεταμφίεση, μια παροδική κατάσταση.

Επιπλέον, η Μαρία (Αγγελική Δαλιάνη) αναποδογυρίζει ποτήρια και βάζα, αφήνει αντικείμενα να γλιστρήσουν από τα χέρια της, κουτουλάει σε τοίχους, σκοντάφει στο ίσωμα, περδουκλώνεται, κάνει ό,τι μπορεί για να φανεί αδέξια και άχαρη. Αυτή η καρικατούρα γυναίκας, την οποία αποκλείεται να συναντήσουμε στην πραγματική ζωή, προσλαμβάνεται στο βασίλειο της ομορφιάς και της χάριτος, σε έναν οίκο μόδας, και γίνεται όχι απλώς η γραμματέας, αλλά το δεξί χέρι του νεαρού και γοητευτικού προέδρου της εταιρείας, του Αλέξη.

Η 26χρονη Μαρία έχει τελειώσει την Ανωτάτη Εμπορική, πρόλαβε και πήρε δύο μάστερ στα χρηματοοικονομικά και επιπλέον έχει προϋπηρεσία σε μια μεγάλη τράπεζα όπου εργάστηκε σε ένα νευραλγικό πόστο.

Με τόσα προσόντα, θα μπορούσε να γίνει στέλεχος του ΟΟΣΑ ή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ή να θέσει υποψηφιότητα για το Νόμπελ Οικονομίας, όμως αυτή θέτει τις γνώσεις και την ευφυΐα της στην υπηρεσία του Αλέξη και της εταιρείας του. Είναι αυτονόητο ότι η Μαρία ερωτεύεται τον εργοδότη της και επίσης είναι αυτονόητο και αναμενόμενο ότι και η δική του ευγνωμοσύνη αργά ή γρήγορα θα μετατραπεί σε ερωτικό ενδιαφέρον, που η έντασή του θα εξαρτηθεί και από την πειστικότητα της μεταμόρφωσης του ασχημόπαπου σε κύκνο.

Ο μύθος είναι παμπάλαιος, το σκηνικό είναι αυτό που αλλάζει. Αντί για βασιλικά παλάτια, εδώ έχουμε το αστραφτερό βασίλειο της μόδας. Οι κακές αδελφές της Σταχτοπούτας είναι η όμορφη μνηστή του Αλέξη και άλλα μοντελοειδή θηλυκά που ανταγωνίζονται τη Μαρία και προσπαθούν να την υπονομεύσουν. Το σίριαλ φιλοδοξεί να είναι ένα σατιρικό σχόλιο στον κόσμο της μόδας και του λαϊφστάιλ, όμως η ειρωνεία είναι τόσο χοντροκομμένη που τελικά, αντί να απομυθοποιεί, ενισχύει την παντοδυναμία αυτού του κόσμου. (Καμιά σχέση με το ιδιοφυές «Πρετ-α-πορτέ» του Ρόμπερτ Ολτμαν!) Στην τεχνητή ομορφιά των πλαστικών και χημικών επεμβάσεων, αντιπαρατίθεται η τεχνητή ασχήμια.

Η Μαρία είναι η σούπερ άσχημη, όμως ταυτόχρονα είναι και η σούπερ εργαζόμενη. Πιστή μέχρι θανάτου στον εργοδότη της, θεωρεί πως στα επαγγελματικά της καθήκοντα συγκαταλέγεται και η χάραξη επιτελικών σχεδίων για την αναχαίτιση ή την αδρανοποίηση της γυναικείας στρατιάς που πολιορκεί τον περιζήτητο πρόεδρο. Η Μαρία δεν λύνει μόνο τα προβλήματα στρατηγικής της επιχείρησης, παρακάμπτοντας τον οικονομικό διευθυντή, αλλά και τα ερωτικά μπερδέματα του προέδρου, όπως έκανε και στην κομέντια ντελ’ άρτε ο πονηρός υπηρέτης του αρχοντόπουλου.

Εν αρχή ην το κόνσεπτ

Η «Μαρία η άσχημη» είναι η ελληνική εκδοχή της σειράς «Υo soy Betty, la fea» που άρχισε να προβάλλεται το 1999 στην Κολομβία και μεταφέρθηκε με επιτυχία σε πολλές χώρες, άλλοτε αυτούσια και άλλοτε σαν διασκευή. Ο Αlpha προβάλλει καθημερινά τη μεξικάνικη εκδοχή («Η άσχημη που έγινε όμορφη») σε μεταγλώττιση, με κεντρική ηρωίδα τη Λέτι, που διαθέτει όλα τα τεχνητά κουσούρια της δικής μας Μαρίας και επιπλέον έχει στραβισμό, τικ στα χείλη, κρεατοελιές και πιο παχύ μουστάκι. Στις Ηνωμένες Πολιτείες διαπρέπει η «Ασχημη Μπέτι» (με συμπαραγωγό τη Σέλμα Χάγιεκ), που φέτος βραβεύτηκε με δύο Χρυσές Σφαίρες και πρόσφατα αποβιβάστηκε στη Βρετανία. Στη Γαλλία προβάλλεται και η Γερμανίδα «Ασχημη», η Λίζα, ενώ θραύση κάνουν οι εθνικές διασκευές της σειράς στη Ρωσία, την Ινδία, το Ισραήλ και σε πολλές χώρες του ανεπτυγμένου και του αναπτυσσόμενου κόσμου αδιακρίτως.

Το σίριαλ «Μαρία η άσχημη», το ριάλιτι «Big Brother», όπως και τα τηλεπαιχνίδια «Deal» και «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;» έχουν κάτι κοινό. Είναι τηλεοπτικά προϊόντα που έκαναν διεθνή καριέρα φορώντας, σε κάθε χώρα, τα εθνικά της χρώματα. Τα κανάλια δεν αγοράζουν ένα έτοιμο προϊόν, αλλά ένα «κόνσεπτ», μια ιδέα-οδηγό. Αλλοτε οι κανόνες της προσαρμογής είναι πολύ αυστηροί, όπως στο παλαιότερο, βρετανικής προέλευσης τηλεπαιχνίδι «Ο πιο αδύναμος κρίκος», όμως η κολομβιανή Μπέτι ελληνοποιήθηκε χωρίς περιορισμούς.

Στα τελευταία επεισόδια προστέθηκε ένας νέος χαρακτήρας, η υστερική και βαθύπλουτη Ελεωνόρα (η ταλαντούχα Ματθίλδη Μαγγίρα), μια διασταύρωση ανάμεσα σε Μαντάμ Σουσού και fashion victim που, όποτε εμφανίζεται, κλέβει την παράσταση.

Ας μη βιαστούμε να πούμε «εκ Χόλιγουντ ερρύη τα φαύλα». Ολλανδικό είναι το «κόνσεπτ» του «Βig Brother», κολομβιανό της «Μαρίας», ενώ πρόπερσι δύο ελληνικά κανάλια διαγκωνίζονταν για το ποιο θα πρωτοαγοράσει τα δικαιώματα για ένα τουρκικό ριάλιτι με νύφες, γαμπρούς και πεθερές. Η ροή της πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης δεν είναι μίας κατεύθυνσης, αλλά πολλαπλών. Αν και η Αμερική παραμένει η μητρόπολη της παγκόσμιας βιομηχανίας της ψυχαγωγίας, κάποια προϊόντα των αποικιών μπορούν να πλασαριστούν στη διεθνή αγορά σαν «πατρόν», σαν συνταγές για τοπική εφαρμογή και χρήση, εφόσον βέβαια πληρούν τις προδιαγραφές που έχει επιβάλει ένας ομογενοποιημένος «λαϊκός» πολιτισμός.

Παγκοσμιοποιημένη αγορά

Η αληθινή τέχνη δεν γνωρίζει σύνορα, όμως σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά, όπως είναι η τηλεοπτική, σύνορα δεν γνωρίζει και η σαχλαμάρα, αρκεί να προσφερθεί με την κατάλληλη συσκευασία.

Η χονδροειδής αδεξιότητα και η κραυγαλέα ασχήμια της Μπέτι-Λέτι-Λίζας-Μαρίας διασκεδάζουν τους τηλεθεατές όπου γης, ενώ η γενική συνταγή δεν αποκλείει την κατά τόπους χρήση καλής ποιότητας εθνικών πρώτων υλών και καρυκευμάτων. Ταυτόχρονα, η προδιαγεγραμμένη πορεία του ασχημόπαπου κολακεύει τις φαντασιώσεις όλων των καταπιεσμένων γυναικών, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Δύο μάστερ δεν φέρνουν την ευτυχία, ούτε καν το διορισμό, όμως, με λίγη βοήθεια από τη βιομηχανία της ομορφιάς, ένα κορίτσι μπορεί να ανοίξει όλες τις πόρτες, ακόμα και εκείνη που οδηγεί κατευθείαν στην καρδιά του Μεγάλου Αφεντικού.

Μια παγκοσμιοποιημένη αγορά δεν επιβάλλει μόνο τα προϊόντα της, αλλά και τους μύθους της που εδράζονται σε μια πραγματικότητα και ταυτόχρονα διαμορφώνουν, ενισχύουν αυτή την πραγματικότητα. Ενα σύγχρονο φωτορομάντζο είναι η Μπέτι και οι κλώνοι της, που διαδραματίζεται σε σύγχρονα «χρυσοστόλιστα» ή μάλλον λεϊζεροφώτιστα παλάτια.

Μόνο που στην πραγματική ζωή οι αδικημένες από τη Φύση γυναίκες δεν έχουν καμιά ελπίδα να διαβούν ως εργαζόμενες τις πύλες αυτών των παλατιών και, πολύ περισσότερο, να γίνουν οι εξ απορρήτων των προέδρων τους. Η άψογη εμφάνιση βαραίνει όπως και τα τυπικά προσόντα, ενώ οι περισσότερες από τις λαμπερές εργαζόμενες «γλάστρες» ξέρουν καλά ότι δεν σκοτώνουν απλώς τα άλογα όταν γεράσουν, αλλά και όταν φανούν οι πρώτες υποψίες της «μη νεότητας», για να μην πούμε του γήρατος.