ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο κόσμος στη λογοτεχνία

Erich Αuerbach

Μίμησις

μετ. Λ. Αναγνώστου

εκδ. Μορφωτικό Ιδρυμα

Εθνικής Τραπέζης

Σίγουρα δεν είναι το πλέον συνηθισμένο φαινόμενο να εορτάζονται τα πενήντα χρόνια από την έκδοση ενός έργου. Ομως, τόσο τα πενήντα χρόνια από την έκδοση της «Μιμήσεως» του Αουερμπαχ στα γερμανικά (1946), όσο και από την έκδοσή του στα αγγλικά (1953), εορτάστηκαν με επανεκδόσεις, διαλέξεις, συμπόσια και δημοσιεύσεις. Γεγονός που αποδεικνύει την εμβέλεια του έργου αυτού, αν όχι και την επικαιρότητά του.

Ο εβραϊκής καταγωγής Εριχ Αουερμπαχ (1892-1957), επιφανής ρομανιστής, όταν οι ναζιστές τον έπαψαν από το Πανεπιστήμιο του Μαρβούργου, το 1935, πήγε να διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Καρπός της εξορίας του είναι η «Μίμησις», ένα μεγαλεπήβολο έργο για τη λογοτεχνική απεικόνιση της πραγματικότητας, ή μάλλον για τη σχέση του πραγματικού με την λεκτική του αποτύπωση. Ο Αουερμπαχ το έγραψε χωρίς να έχει πρόσβαση στην απαιτούμενη βιβλιογραφία, ερειδόμενος μόνο στα κείμενα καθαυτά και στην ευρυμάθειά του: το αποτέλεσμα είναι ένα έργο επιστημονικό, αλλά και εξόχως αφηγηματικό, που απευθύνεται εντέλει στους πολλούς και οι στόχοι του προσαρμόζονται, κατά τρόπο θαυμαστό, στο εκάστοτε κοινό του.

Οι πολλοί αυτοί περιορίζονται προφανώς στους ανθρώπους που αγαπούν τη λογοτεχνία και, φυσικά, διαβάζουν. Διότι τα είκοσι κεφάλαια της «Μιμήσεως» εξιστορούν τον τρόπο με τον οποίο πολύ περισσότερα από είκοσι έργα, που μεταξύ τους συνδέονται ποικιλοτρόπως, δόμησαν τη σχέση τους με την πραγματικότητα της εποχής τους, εντασσόμενα μέσα στην Ιστορία με την οποία διατηρούν αλληλεπιδραστική σχέση και εκφράζοντας, μέσα στην ιδιαιτερότητά τους, το καθολικό και το πανανθρώπινο.

Εξαντλητική ανάγνωση

Ο Αουερμπαχ εκκινεί κάθε φορά από συγκεκριμένα αποσπάσματα, τα οποία υποβάλλει σε μια εξαντλητική εκ του σύνεγγυς ανάγνωση, εξετάζοντας αρχικά τη γλώσσα, το ύφος, τα εκφραστικά μέσα, τους ρητορικούς τρόπους, περνά στη συνέχεια σε ζητήματα περισσότερο φιλοσοφικά, μέσα από συσχετισμούς, συγκρίσεις, αναλογίες και διαφοροποιήσεις. Θα αναφερόμαστε στο οικείο για μας πρώτο κεφάλαιο, όπου η σκηνή της αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Ευρύκλεια, στην «Οδύσσεια», παραλληλίζεται με την σκηνή της θυσίας του Ισαάκ στη Βίβλο, αν δεν φοβόμαστε μη δικαιώσουμε τον Στάινερ, ο οποίος στο άρθρο του στο «Times Literary Supplement» με αφορμή τα πενήντα χρόνια από την αγγλική έκδοση του έργου, που παρατίθεται αντί προλόγου στην ελληνική έκδοση, αμφιβάλλει, αν οι περισσότεροι αναγνώστες συνεχίζουν την ανάγνωση και μετά το εναρκτήριο κεφάλαιο.

Μπορούμε να αναφερθούμε στις θαυμάσιες αναλύσεις του για τον πολλαπλό Μεσαίωνα, όπως αναδύεται μέσα από τα κείμενά του για διάφορα μεσαιωνικά είδη, όπως λόγου χάρη το ηρωικό, ιπποτικό έπος («Ασμα του Ρολάνδου»), η ιπποτική μυθιστορία («Υβαίν» του Κρετιέν ντε Τρουά) και το μεσαιωνικό μυστήριο («Αδάμ και Εύα»). Και στον τρόπο με τον οποίο μελετώντας τα υφολογικά επίπεδα, όπως ορίζονται από την αρχαιότητα και κινούνται από το υψηλό έως το ταπεινό, και βασιζόμενος στην έννοια του συμβόλου (figura), δείχνει αφενός την ταξική παρέμβαση της φεουδαρχικής αριστοκρατίας στην ιπποτική μυθιστορία, η οποία υποβαθμίζει την αναπαραστατική της ενάργεια· και αφετέρου στην ανατρεπτική επίδραση του χριστιανισμού, ο οποίος διαταράσσει τόσο την οριζόντια χρονικότητα όσο και την αιτιακή σχέση των γεγονότων και οδηγεί στο μεικτό ύφος – όπως μια σειρά άλλων συνθηκών θα ανατρέψει και πάλι την ιεραρχία των υφολογικών βαθμίδων που θα καθιερώσει ο κλασικισμός και θα οδηγήσει στον γαλλικό ρεαλισμό. Διαβάζοντας κανείς τα επτά συνολικά κεφάλαια που αναφέρονται στον Μεσαίωνα, διαπιστώνει ότι ο Αουερμπαχ επιτυγχάνει να απεικονίσει, μέσα από τις μελέτες του περί της απεικόνισης, τη δυναμική σχέση του παρελθόντος με το παρόν, του Μεσαίωνα με τον 19ο αιώνα εν προκειμένω, ως ένα ανατροφοδοτούμενο κύκλωμα επίδρασης και ερμηνείας.

Τέκνο του γερμανικού ιστορικισμού, ο Αουερμπαχ δεν έκρυψε ποτέ την πρόθεσή του, να κάνει Ιστορία. Χωρίς πηγές, χωρίς υποσημειώσεις, βασιζόμενος μόνο στο κείμενο καθαυτό και τις σχέσεις που αναπτύσσει με τον κόσμο και τα άλλα κείμενα, μελετώντας προσεκτικά τη λέξη, τη σύνταξη, τον ρυθμό, ο Αουερμπαχ καταφέρνει να συναιρέσει την υφολογική ανάλυση με την ιστορική προοπτική, τα επιτεύγματα του Λέο Σπίτσερ με αυτά του Γκεόργκι Λούκατς – χωρίς ποτέ να επιτυγχάνει, είναι αλήθεια, την αρτιότητα των «Υφολογικών μελετών» του Σπίτσερ, ίσως επειδή ακριβώς θέτει την υφολογία στην υπηρεσία της ιστορίας. Ενώ μια άλλη σημαντική συνιστώσα της προβληματικής του είναι η θεώρηση της σχέσης των κειμένων με το κοινό τους, ένα ζήτημα στο οποίο επανέρχεται συνεχώς στα έργα του, και κυρίως στο σημαντικό του δοκίμιο «Η λογοτεχνική γλώσσα και το κοινό της» (1958).

Εχοντας κατηγορηθεί για κοινωνιολογισμό, φορμαλισμό, ιστορικισμό, και άλλα πολλά, η «Μίμησις» είναι ένα βιβλίο που δεν έπαψε ποτέ να βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης αναφορικά με τη λογοτεχνία, την ιστορία και τη θεωρία της λογοτεχνίας, τη σχέση του κόσμου με τα κείμενα. Στην Αμερική, μάλιστα, μελετάται ως ιστορικό γεγονός το βιβλίο καθαυτό. Ετσι, μπορεί η εξαιρετική δουλειά του Λευτέρη Αναγνώστου να μας παρουσιάζει το έργο με εξήντα χρόνια καθυστέρηση, η επικαιρότητά του όμως μας επιτρέπει να επωφεληθούμε πολλαπλά από αυτό. Πολλά ζητήματα που θέτει η «Μίμησις» επανέρχονται σήμερα δριμύτερα στο προσκήνιο: η έννοια του ρεαλισμού, η σχέση με την Ιστορία, το κοινό, η εκ του σύνεγγυς ανάγνωση και η επιστροφή στο κείμενο. Το κυριότερο όμως όφελός μας από την καθ’ όλα άρτια αυτή έκδοση είναι ότι αποτελεί άλλη μια θαυμάσια απάντηση στην προϊούσα υποβάθμιση της λογοτεχνίας: ο Αουερμπαχ μας θυμίζει ότι η μεγάλη λογοτεχνία είναι ένα ανεκτίμητο δώρο, και έτσι πρέπει να την αντιμετωπίζουμε.